ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ


«Και ιδόντες αυτόν παρεκάλεσαν, όπως μεταβή από των ορίων αυτών»

Οι Γεργεσηνοί ζήτησαν να φύγει από κοντά τους ο Χριστός, διότι δεν έχουν συνειδητοποιήσει τις συνέπειες, που έχει η απομάκρυνση του
ανθρώπου, από τον Θεό, από τη Χάρη Του και το Θείο Του Έλεος. Ζώντες στο δράμα της μεταπτωτικής πορείας, δεν έχουν ακόμα αντιληφθεί ότι  οι συνέπειες της απομάκρυνσης του ανθρώπου από το Θεό ήταν το γεγονός ότι χάθηκε η ζωή. Ο άνθρωπος γνώρισε τον πόνο, το φόβο, τη λύπη, το θάνατο. Οι συνέπειες της ανθρώπινης παρακοής στο θείο θέλημα, ήταν ότι επικοινωνούσε άμεσα και ελεύθερα με το Θεό. Τώρα Τον φοβάται και κρύβεται. Ήταν ενδεδυμένος με την αθωότητα του και δεν ένιωθε γυμνός. Τώρα βλέπει τη γυμνότητά του ως ντροπή και προσπαθεί να τη σκεπάσει. Ήταν ενωμένοι με την αγάπη, ως ένας άνθρωπος. Τώρα ξεχωρίζουν και ο ένας επιρρίπτει τις ευθύνες στον άλλον. Ήταν ελεύθερος, τώρα έγινε δούλος. Ήταν ελεύθερος, και η ελευθερία του άλλου του ήταν σεβαστή, τώρα προσπαθεί να υποτάξει τον άλλον άνθρωπο και να τον εξουσιάσει.
Ο άνθρωπος στερημένος από την αίσθηση της κοινωνίας του με το Θεό, αναπτύσσει το «εγώ» του, προστατεύοντας το ατομικό του συμφέρον, έναντι των άλλων ανθρώπων, χωρίς θεϊκή επίβλεψη, προσπαθεί να κατακτήσει το περιβάλλον γύρω του. Ο ηθικός προσδιορισμός της ζωής γίνεται στη σχέση του υποκειμένου με την πραγματικότητα. Οι ορμές των παθών και της φύσης ζητούν συνεχώς την ικανοποίησή τους με αποτέλεσμα τη δημιουργία συγκρούσεων και πιέσεων για την ανάγκη δράσης ενάντια στις δυνάμεις που είναι αντίθετες προς τους σκοπούς του υποκειμένου.
Η χαρά και η ικανοποίηση που δέχεται το υποκείμενο από τον χορτασμό του πάθους είναι ανάλογη της έντασης, που έχει αυτό το πάθος. Τα πάθη της φύσεως είναι έντονα και πηγάζουν από την βιολογική λειτουργία του υποκειμένου και πάντα απαιτούν την ικανοποίησή τους, χωρίς να λογαριάζουν το όποιο κόστος γι' αυτό. Τα πάθη ως «συστατικά της φύσεως ιδιώματα» εκφράζουν τη διαστροφή της ανθρώπινης φύσεως. Η αρχική υπαρκτική πραγματικότητα των ανθρώπου δεν είχε ως αφετηρία την κτηνώδη αλογία της φύσεως. Το πάθος ταυτίζεται με την κακία και την δυσπιστία, που επήλθε για το θετικό των ιδιωμάτων της φύσεως και επέφεραν την αλλοίωσή της, από την αρχική της κατάσταση και την αρνητική ροπής της, μεταπτωτικά.
Με την ανταρσία της φύσεως το πάθος εξελίχθηκε σε «έκπτωση» από την «αυθεντική υπαρκτική της πραγματικότητας». Η αλλοτρίωση του ατόμου στην μηδαμινότητα και την ασημαντότητα της καθημερινότητας, εκπίπτει την ύπαρξη από την υγειά αυθεντική της λειτουργία. Η εμπλοκή στις μέριμνες της καθημερινής επιβίωσης μετέτρεψαν τον άνθρωπο σε ένα ουδετεροποιημένο, απρόσωπο πλάσμα, δηλαδή σε «άτομο» που μοναδικό στόχο έχει την ικανοποίηση των αναγκών του και των παθών του. Για να μπορέσουν να επιλυθούν τα προβλήματα των παθών οι ανθρώπινες κοινωνίες έχουν δημιουργήσει διάφορα συστήματα αξιών και κανόνων συμπεριφοράς, τα οποία με τον καιρό απολυτοποιούνται. Έτσι περνάμε στη διαδικασία της απολυτοποίησης του σχετικού, όπου το μέρος παίρνει από το κύρος του όλου. Η μηδενιστική στάση έναντι της ζωής είναι ουσιαστικά η λύτρωση από τη μειονεξία, που προκαλείται, όταν δεν μπορούν να ικανοποιηθούν από το άτομο οι επιταγές που προτάσσει το πνεύμα της ολότητας, ο εξορθολογισμένος κόσμος μας. Ο ατομικά και υπεροπτικά σκεπτόμενος άνθρωπος προτάσσοντας την ικανοποίηση του «Εγώ» του, βρίσκει το νόημα της ύπαρξής του στην απόρριψη της καθολικότητας του νοήματος.  Η ζωή έχει την εμπειρία του θανάτου και μαζί με αυτόν και του μηδενός, ο θάνατος είναι ο μόνος που φαίνεται να μηδενίζει την πραγματικότητα και το νόημα της ζωής.
Η πορεία απολυτοποίησης του σχετικού καθίσταται αναγκαία κάτω από την πίεση του επερχόμενου θανάτου. Η απογοήτευση που επιβαρύνει το άτομο είναι μεγάλη, όταν του αποκαλύπτεται η απαξίωση, των αξιών που περιέβαλε τη ζωή του, για να αντιμετωπίσει τη ματαιότητα της ζωής.
Η υπερβατικότητα είναι συνυφασμένη με το όλον, με το απόλυτο και όλοι μας αναζητούμε το ιδεώδες αυτής. Όταν αντιλαμβανόμαστε, ότι αυτό που θεωρούσαμε απόλυτο είναι σχετικό και ανήκει στο μέρος, στο παροδικό, στο πεπερασμένο, τότε εμφανίζεται ο μηδενισμός. Το μηδέν κάνει αρχικά απλώς αισθητή την παρουσία του, σταδιακά εδραιώνει τη θέση του, καθώς η βεβαιότητα του θανάτου υπενθυμίζει την ύπαρξή του, αφού πριν είχε ξεχαστεί καλυμμένο από το σχετικό, που δρούσε, ως υποκατάστατο του απόλυτου.
Το μέγιστο θέμα είναι η απολυτοποίηση του σχετικού, όπου το άτομο ασυνείδητα θεωρεί τα συμφέροντά του, ως τα μοναδικά που υπάρχουν, σε βαθμό που να μην αποδέχεται την ύπαρξη των άλλων. Ο «άλλος» είναι ο τρόπος να ζήσουμε και να μην πεθάνουμε, η κατ' εξοχήν λύτρωση της αγωνίας του θανάτου, αφού μέσω του «άλλου», η ζωή υπερβαίνει το μηδέν, διότι η ζωή γεννάει ζωή.
Όλη η ζωή του ατόμου χτίζεται πάνω σε ένα «εγώ» που αποτελεί τρόπον τινά τη θωράκισή του έναντι του «άλλου ανθρώπου». Με τη δημιουργία του ατομικού συμφέροντος ο αγώνας εναντίον του όποιου «άλλου», γίνεται αντίληψη ζωής. Ο «άλλος» παύει να είναι ο πλησίον και γίνεται ο «ξένος». Ο ατομισμός είναι η ζωώδης έκφραση που «ενυπάρχει  σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς και αναπτύσσεται κάτω από την ανάγκη της επιβίωσης, η οποία μετατρέπει σε πλήρη και απόλυτη αξία το συμφέρον του ατόμου και ό, τι αυτό το υπηρετεί». Η ατομικιστική θεωρία προσδίδει πρωτεύουσα αξία στο άτομο ενώ η ανθρωπότητα έπεται. Ο  άκρατος ατομισμός οδηγεί στην απανθρωπιά του ανθρώπου.
Η αυθεντική ζωή, ως ολότητα, υπηρετείται από όποιον τη βιώνει, ως προσφορά προς τους άλλους, όχι ως ατομική ικανοποίηση των παθών ή της αρρωστημένης εγωπάθειας, του ξεπεσμού της ζωής στο ζωώδες. Οι αξίες της ζωής και οι αξιολογικές κρίσεις πρέπει να γίνονται από ένα σύστημα αξιών, που να προσδιορίζεται από το όλον και όχι από το μέρος, που εκφράζει και διαμορφώνει την έννοια του ατομισμού και τις περισσότερες φορές επιζητεί την ικανοποίησή του ατομικού συμφέροντος.
Η ατομική προσπάθεια για επιβίωση επιτείνει τον αγώνα για την επικράτηση στην κοινωνία, με αποτέλεσμα η αγριότητα, η επιθετικότητα διαρκώς να αυξάνεται.   Η κοινωνία, όμως, εξακολουθεί να θέτει τις αξίες της, απαιτεί από το άτομο να τις αποδέχεται και να τις εφαρμόζει, παραβλέποντας τις υποκειμενικές κρίσεις και την ατομική βούληση, όποιας διαφορετικότητας και αν είναι αυτή.
Ο ατομισμός ελέγχεται, άλλα δεν εξαλείφεται, διότι το άτομο δεν θέλει να συμμορφωθεί στο όλο πλαίσιο και επιδιώκει με κάθε τρόπο να εναντιωθεί σε αυτό και τότε επέρχεται η απαξίωση των αξιών.  Ο ατομισμός είναι η κύρια πηγή του μηδενισμού. Το άτομο δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στο μέρος έχασε την σχέση του με το όλον, η οντολογική διαφορά μεταξύ Όντος και Είναι φανέρωσε την αλλοτρίωση του ατόμου. Η ανύπαρκτη σχέση μεταξύ του Υποκειμένου και του Είναι, επέφερε τον μηδενισμό και την άρνηση.
Αυτό είναι κυρίαρχο σημείο αναφοράς της κοινωνίας, όχι μόνο της σημερινής, αλλά ολόκληρης της διαχρονικής μεταπτωτικής κοινωνίας. Τούτο δε, γίνεται εμφανές και στην συμπεριφορά των συμπολιτών των δύο θεραπευμένων δαιμονισμένων, από τον Χριστό, οι οποίοι υπολογίζοντας το ατομικό τους συμφέρον, ζήτησαν από τον Χριστό να απομακρυνθεί από κοντά τους, γιατί οι χοίροι, που εξέτρεφαν παρανόμως, τους έθιγε, τόσο την ατομική τους περιουσία, όσο και τον υπέρμετρο ατομισμό τους, γι’ αυτό απαίτησαν να φύγει ο Θεός από την περιοχή τους, παρά το γεγονός ότι οι Γεργεσηνοί είχαν ήδη πληροφορηθεί το θαύμα της θεραπείας και της κοινωνικής αποκατάστασης  που έκανε ο Χριστός στους δύο συμπολίτες τους.  Διότι ο ατομισμός τους, τους κάνει να αισθάνονται αποστροφή για τη ζωή της αγιότητας. Έτσι, αρνούνται ακόμη και τον ίδιο τον Θεό, την παρουσία Του, το έλεός Του και την ευλογία Του στη ζωή τους.

Ιστολόγιο Γενικού Περιεχομένου

metaptotíka.blogspot.com. Από το Blogger.

ΦΙΛΙΚΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

ΜΕΝΟΥ