ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου
Μέσα από το υπερθαύματο θαύμα, που έγινε σε ένα κάτοικο της πόλεως της Ιεριχούς, από τον Ιησού Χριστό, που περιγράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, διαπιστώνουμε ότι ο άνθρωπος μεταβαίνει από το κτιστό φως στο άκτιστο φως, δια του ανεσπέρου Φωτός, όταν ο άνθρωπος κατορθώσει να συναντήσει τον Θεό. Αυτή την συνάντηση με τον Θεάνθρωπο Χριστό είχε στην Ιεριχώ, ο «εκ γενετής τυφλός», ο οποίος έλαβε το κτιστό φως, για να βλέπει τον ορατό κόσμο, και συγχρόνως έλαβε, κατά χάριν, και το άκτιστο Φως, με το οποίο πλέον ορά τα αόρατα και θεάται τον Θεάνθρωπο, που είναι το «Φως του κόσμου», που είναι το «ανέσπερο Φως» που «έλαμψε εν ταις καρδίαις υμών» (Β΄ Κορ. 4,6).
Ο Χριστός, λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «ην το Φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπο ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιω,1,19). Ο ίδιος ο Χριστός λέγει: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου. Ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιω. 8,12). Αυτό ακριβώς συνέβη στον έως τώρα τυφλό. Δεν πρόκειται πλέον να περπατάει «εν τη σκοτία» με συνοδοιπόρο το σκότος, διότι ικέτευσε και έλαβε «το Φως το αληθινόν», προσευχήθηκε και απέκτησε «το φως της ζωής», το οποίο τον επανέφερε στην προπτωτική κατάσταση, δηλαδή, απέκτησε, εκ νέου, την αναμαρτησία και κυρίως βιώνει την θέα του Θεού, όπως οι πρωτόπλαστοι προπάτορες μας, οι οποίοι εκείνη την περίοδο, προ της παρακοής και της πτώσεως αυτών, εκ του παραδείσου της τρυφής,   συνομιλούσαν με τον ίδιο τον Θεό.
Για όλα τα αγαθά της ζωής, που μας προσφέρει ο Δημιουργός του «σύμπαντος κόσμου» και ιδιαίτερα για το  φως, που ανατέλλει κάθε ημέρα, ευχαριστούμε τον Θεό, με επινίκιους ύμνους και δοξολογίες, όπως το «Δόξα σοι τω δείξαντι το φως». Βέβαια αυτό το φως, το κτιστό φως, κάποτε θα εκλείψει, διότι θα καταργηθούν όλα τα αισθητά και ορατά που φωτίζει, αφού, όπως  λέγει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος «ουδέν φαινόμενον αιώνιον». Γι’ αυτό η Εκκλησία εύχεται και προσεύχεται, να χαρίζει ο Θεός στους ανθρώπους, τις δωρεές του ακτίστου Φωτός, που είναι αναλλοίωτο και αιώνιο.
Αυτό  «το φως το αληθινό» το φέρει και το μεταφέρει ο Θεάνθρωπος Χριστός, και από τον οποίο, μπορούμε να το λάβουμε,  αν τον ικετεύουμε ακατάπαυστα και έντονα, να μας ελεήσει και να μας αξιώσει, να ιδούμε το φως το απρόσιτο, όπως το είδε και το έλαβε ο τυφλός της ευαγγελικής περικοπής: «Χριστέ, το φως το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον, σημειωθήτω εφ’ ημάς το φως του προσώπου σου, ίνα εν αυτώ οψόμεθα φως το απρόσιτον» (Ευχή Α΄ Ώρας).
Μέσα στο κάλλος της Δημιουργίας ο Πάνσοφος Δημιουργός και Κύριος του παντός, δημιούργησε το φυσικό φως, που ζωογονεί και ζωοποιεί τον κόσμο, «και είπεν ο Θεός γενηθήτω φως…» Εκτός όμως, από αυτό το φυσικό φως, υπάρχει και το πνευματικό, που πρέπει να αποκτήσουν όλα τα μέλη της Εκκλησίας, όλοι οι Χριστιανοί, πραγματώνοντας το θέλημα του Θεού, καθώς παραγγέλνει ο ίδιος ο Χριστός, λέγων: «Υμείς εστέ το φως του κόσμου. Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ.5,13-16).  
Επομένως το κτιστό φως, θα λέγαμε σχηματικά, έχει δύο «δέσμες». Η μία δέσμη είναι το  υλικό φως, το οποίο μας προσφέρει την όραση των ορατών, ενώ η άλλη δέσμη είναι το πνευματικό φως, το οποίο μας προσφέρει την ενόραση των αοράτων. Μας υποβοηθά να επιτελούμε «τα καλά έργα» προς τον συνάνθρωπο και τον κόσμο, καθώς επίσης να δοξάζουμε «τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς».
Με το πρώτο φως βλέπουμε τα αισθητά και τα ορατά πράγματα. Με το δεύτερο φως, βλέπουμε τον Χριστό, βλέπουμε τον «υπεραισθητό» Θεό. Το μεν υλικό φως πηγάζει από το μυστήριο της Δημιουργίας, το δε πνευματικό φως, εκπηγάζει από τον εσωτερικό κόσμο του «είναι» του ανθρώπου, αφού είναι φτιαγμένος «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν θεού» και «φαίνει» την ψυχή και την διάνοιά του.
Πράγματι, η διάνοια του ανθρώπου είναι φως, που εκπέμπει φωτεινότητα. Όση όμως φωτεινότητα και να έχει η ανθρώπινη διάνοια, Αϊνστάιν και άλλων, σε σύγκριση με το άλλο φως, που λέγεται «ανέσπερο φως», που είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός, αυτοί είναι φωτάκια και «πυγολαμπίδες». Όπως λέγει ο ποιητής, Γεώργιος Βερίτης, «ήταν φώτα, χίλια φώτα, μα δεν ήτανε το Φως»! Ο δε Σωκράτης με επίγνωση παρεδέχετο το, «ουδέν οίδα». Δεν γνωρίζω, έλεγε, τίποτα και είμαι πάντοτε διδασκόμενος.  
Ο Καθηγούμενος της Μονής του Essex του Ηνωμένου Βασιλείου, Γέροντας Σωφρόνιος γράφει,  ότι «το άκτιστο φως είναι ως προς την φύση του θεία ενέργεια, κάτι τελείως διαφορετικό από το φυσικό φως. Κατά τη θέα του, επικρατεί προπαντός η αίσθηση του ζωντανού Θεού, που απορροφά ολόκληρο τον άνθρωπο. Το άκτιστο φως φέρει μέσα του την αιώνια ζωή και την πνοή της Θείας αγάπης, διότι είναι το ίδιο η αιώνια ζωή και η Θεία αγάπη. Είναι η βασιλεία του Θεού, η άκτιστη ενέργεια της Θεότητας, που έρχεται αποκλειστικά, ως δώρο του Ενός Αγαθού».
Ο τυφλός της σημερινής ευαγγελικής περικοπής ήθελε, να βρει το φως του, γι’ αυτό επίμονα και έντονα ικέτευε τον Κύριο, να τον θεραπεύσει. Και πράγματι, έλαβε το φως εις τους οφθαλμούς του και εξάλειψε το σωματικό του σκοτάδι.
Η διαβεβαίωση του Χριστού προς τον τυφλό, ότι «η πίστη σου σέσωκέ σε», δηλαδή, έχεις πλέον σωθεί, είναι ο δυναμικός βατήρας εκτίναξης προς την σωτηρία. Ο Χριστός, μας καλεί διαρκώς στον στίβο της ελπίδας και της «εν αυτώ ζωής». Κάθε συνάντηση με Εκείνον μας οδηγεί στη σωτηρία και στη θέωση, δηλαδή στην αγιότητα και νοηματοδοτεί την ύπαρξή μας. Μας χορηγεί, όπως λέγει ο Άγιος Ιγνάτιος, «το αντίδοτο του θανάτου, δηλαδή, το φάρμακο της αθανασίας».
Η Εκκλησία, του Αναστημένου Χριστού, μας καλεί κοντά Της, για να ζήσουμε αυθεντικά και οντολογικά θεανθρώπινα. Μας προσκαλεί στο θείο και ζωηφόρο «μυστήριο των μυστηρίων», της Θείας Ευχαριστίας, όπου ο καθένας όταν έχει «κεκαθαρμένες διανοίες», ενώνεται με το αληθινό Φως, που είναι ο Χριστός, όπως ενώθηκε «τω όντι» μαζί Του, ο άλλοτε τυφλός της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής.