ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

ΠΕΡΙ ΜΙΣΑΛΛΟΔΟΞΙΑΣ


ΠΕΡΙ ΜΙΣΑΛΛΟΔΟΞΙΑΣ
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου
Η μισαλλοδοξία συνδέεται στενά με μια υπερδιογκωμένη αυτοεκτίμηση και υπερηφάνεια, σε προσωπικό, εθνικό ή θρησκευτικό επίπεδο. Αυτές οι έννοιες διδάσκονται και μαθαίνονται σε νεαρή ηλικία. Ως εκ τούτου, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην περισσότερη και καλύτερη εκπαίδευση. Η εκπαίδευση αποτελεί δια βίου εμπειρία και αρχίζει ή τελειώνει στο σχολείο. Οι προσπάθειες ανάπτυξης της ανεκτικότητας μέσω της εκπαίδευσης δεν θα πετύχουν, εάν δεν αφορούν σε όλες τις ηλικιακές ομάδες κι αν δεν λαμβάνουν χώρα παντού: στο σπίτι, στο σχολείο, στο χώρο εργασίας, στην επιβολή του νόμου, αλλά και στην ψυχαγωγία ή στην πληροφόρηση.
Η μισαλλοδοξία είναι επικίνδυνη όταν χρησιμοποιείται για να εκπληρώσει τις προσωπικές φιλοδοξίες ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων. Όσοι καλλιεργούν το μίσος συχνά ξεκινούν προσδιορίζοντας τα όρια της ανοχής της κοινής γνώμης. Στη συνέχεια, αναπτύσσουν αναληθή επιχειρήματα, χειραγωγούν την κοινή γνώμη με παραπληροφόρηση και προκατάληψη.
Η μισαλλοδοξία αναπαράγει μισαλλοδοξία. Αφήνει τα θύματά της να επιζητούν εκδίκηση. Για την καταπολέμηση της μισαλλοδοξίας, οι άνθρωποι πρέπει να συνειδητοποιούν τη σχέση ανάμεσα στη συμπεριφορά τους και το φαύλο κύκλο της δυσπιστίας και της βίας στην κοινωνία.
Η μισαλλοδοξία εκφράζεται ή διατυπώνεται με  λόγο, ο οποίος χρησιμοποιεί «κάθε μορφή έκφρασης προκειμένου να πληγώσει και να υποτιμήσει  κάθε αποδέκτη της». Ο μισαλλόδοξος λόγος μεταφέρει μήνυμα κατωτερότητας, στρέφεται εναντίον μελών μίας ομάδας ή ενός προσώπου και παίρνει τη μορφή δίωξης και στιγματισμού, ενώ παράλληλα εκφράζει μίσος και επιδιώκει τον εξευτελισμό εκείνου, στον οποίο απευθύνεται.
Ο μισαλλόδοξος λόγος εκτός από μίσος, διαπνέεται και από προκατάληψη.  Η προκατά­ληψη γεννιέται από τυφλή προσήλωση σε ορισμένα δόγματα, από ημιμάθεια, από μονομερή πνευματική καλλιέργεια, από το θρησκευτικό ή πολιτικό φανατισμό.
Οποιαδήποτε κι αν είναι η αιτία που γεννά την προκατάληψη. είναι γεγονός ότι διαστρεβλώνει την αλήθεια. Η αλήθεια απαιτεί  συνεχή πνευματι­κή κίνηση, ενώ η προκατάληψη είναι στατική. Κολλά το πνεύμα σε απολιθωμένες αντιλήψεις και στομώνει τον προβληματισμό. Όταν η κοινωνία και οι θεσμοί της εξελίσσονται αλλά οι ιδέες ορισμένων μένουν ακίνητες, τότε αυτοί όζουν εγκλωβισμένοι στον αναχρονισμό και στην μοχθηρία τους. «Ο άνθρωπος που δεν ανανεώνεται πνευματικά, πεθαίνει, όπως το φίδι που δεν μπορεί ν' αλλάξει δέρμα», ισχυρίζεται ο Νίτσε.
Η προκατάληψη εμποδίζει την ανανέωση του πνευματικού εξοπλισμού του κατόχου της, τον οποίο μεταβάλλει σε πνεύμα νωθρό και ηλίθιο, του αφαιρεί την ανησυχία, για οποιαδήποτε νέα αναζήτηση και πνευματική λειτουργία.
Η προκατάληψη εμποδίζει τον άνθρωπο να ενημερώνεται σε πλάτος και σε βάθος. Η προκατάληψη βάζει στον προκατειλημμένο παρωπίδες, οι οποίες του επιτρέπουν να βλέπει μόνο ό,τι οι παγιωμένες και αρρωστημένα εδραιωμένες πεποιθήσεις του θέλουν να βλέπει.
Το χειρότερο είναι, ότι η προκατάληψη αποκοιμίζει τον άνθρωπο, τον νανουρίζει, τον αποχαυνώνει με την οικτρά εντύπωση ότι τα ξέρει όλα. Έτσι από ημιμαθής εκλαμβάνει εαυτόν για παντογνώστης ή ο αμαθής και αστοιχείωτος νομίζει ότι έχει την ικανότητα να σκέπτεται και να νομίζει ότι ποιεί έργο στον τομέα της ασχολίας του. «Προτιμητέα η αμάθεια της δοκησισοφίας», έχει παρατηρήσει ο Παπαδιαμάντης.
Εκτός από το χειρότερο όμως υπάρχει το τραγικότερο. Δηλαδή, αν η προκατάληψη έχει προσβάλει πρόσωπο ταγμένο, να διακονεί τον λαό του Θεού και να διδάσκει την απροκατάληπτη και ανιδιοτελή από αγάπη διδασκαλία του Θεανθρώπου, εξαπολύει επανειλημμένως  μισαλλόδοξους λόγους, που σπέρνουν τη διχόνοια και την διαίρεση του πληρώματος της Εκκλησίας του Χριστού, αυτό δεν είναι όντως τραγικό φαινόμενο και ταυτόχρονη απεχθέστατη συμπεριφορά, η οποία χρήζει και της αναλόγου στάσεως των πληττομένων και όχι μόνον;
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, κηρύττει ότι η Ιερωσύνη διακρίνεται από χαρίσματα, προτερήματα και αρετές. Χαρακτηριστικά τονίζει ότι η ψυχή του ιερέως πρέπει να διακρίνεται και να μαρτυρεί το «ουράνιο κάλλος» και αυτό επιτυγχάνεται μόνον, όταν κατέχει ολόκληρη την αρετή, εφάμιλλη της αρετής των αγγέλων και όχι των δαιμόνων, που σπέρνουν την προκατάληψη και την μισαλλοδοξία.
Το ουσιαστικό χάρισμα-αρετή, που πρέπει να διακρίνει τον ιερέα είναι η υπομονή, η συγχωρητικότητα και βεβαίως η αγάπη απέναντι στους ανθρώπους, ακόμα και σε εκείνους που νομίζει, ότι τον εχθρεύονται. Ο ιερεύς ως πνευματικός πατέρας όλων πρέπει να βλέπει με στοργή όλους όσοι αμαρτάνουν. Ακόμα και αν τηρούν εχθρική στάση απέναντί του, να νοιώθει την ανθρώπινη αδυναμία τους και να τους συμπαραστέκεται, να τους προτρέπει, να εξομολογούνται, να επανέλθουν κοντά στην Εκκλησία και να αποκατασταθούν, να είναι μαζί τους συγκαταβατικός, συγχωρητικός.
Γι’ αυτό ο Θεός δεν έβαλε αγγέλους, αλλά ανθρώπους να εξομολογούν, για να μπορούν αυτοί, ως άνθρωποι με τις δικές τους αδυναμίες, να καταλαβαίνουν καλύτερα τα παραπτώματα των συνανθρώπων τους και να δείχνουν κατανόηση και συγχωρητικότητα, κρίνοντας από τις δικές τους ανθρώπινες αδυναμίες. Ο ιερεύς πρέπει να είναι ανεξίκακος και να συγχωρεί εκείνους που θεωρεί ότι τον εχθρεύονται και τον κατηγορούν. Πολύ περισσότερο να μην αγενής ο ίδιος κατά των συμπρεσβυτέρων του ή του Επισκόπου του, που εξ ονόματός του ενεργοποιεί την ιερωσύνη του.
Οι ιερείς με τις κατηγορίες και συκοφαντίες τους για άλλους ιερείς υπονομεύουν και κλονίζουν τη θέση και το κύρος τους στις συνειδήσεις των πιστών και του κοινού και αυτό γίνεται είτε από αντιζηλεία, είτε από επιθυμία να καταλάβουν κάποια θέση, είτε και από όποιους άλλους λόγους, επειδή αυτοί γνωρίζουν καλύτερα από τους λαϊκούς τα τρωτά σημεία της διακονίας τους και μπορούν να κάνουν καλύτερα πιστευτές τις διαβολές και τις συκοφαντίες τους.
Να σημειωθεί, ότι οι χειρότεροι κατήγοροι και εχθροί του ιερού Χρυσοστόμου απεδείχθησαν οι κακοί κληρικοί, και μάλιστα επίσκοποι, πράγμα που τον ανάγκασε να ειπεί: «ουδένα γαρ λοιπόν δέδοικα ως τους επισκόπους, πλην ολίγων»!