ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Κυριακή ΙΕ' Ματθαίου



«Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου… και τον πλησίον σου ως σεαυτόν»

Σήμερα ο ευαγγελιστής Ματθαίος διηγείται, ότι κάποιος νομικός πλησίασε τον Ιησού για να Τον «πειράξει», θέτοντάς Του ένα ερώτημα που είχε σχέση με την αξιολόγηση των εντολών. Οι προθέσεις βέβαια του νομικού δεν ήταν για να μάθει, αλλά για να προκαλέσει τον Χριστό. Ωστόσο, δόθηκε η αφορμή στον Κύριο για να προβάλει και να διδάξει την αγάπη, ως δυνατότητα ζωής και σωτηρίας του ανθρώπου. Ως τη βάση της
κοινωνίας των προσώπων και γενικότερα της πνευματικής ζωής.
Ο Χριστός ομιλεί για τις δύο διαστάσεις της αγάπης, τις οποίες η πρόνοια του Θεού είχε αποκαλύψει στο λαό Του, διά του Μωϋσέως. Πρόκειται για την αγάπη προς τον Θεό, με όλη τη δύναμη της ψυχής και της διανοίας και για την αγάπη προς τον κάθε συνάνθρωπο, που είναι εικόνα του Θεού.
Η αγάπη, σύμφωνα με τη ρήση του Κυρίου «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου… και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν», δεν είναι μονοσήμαντη ή μονοδιάστατη. Είναι μια δυναμική πορεία προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Η αγάπη προς τον Θεό δεν είναι αποτέλεσμα οποιασδήποτε πίεσης των διαθέσεων του ανθρώπου ή οποιασδήποτε συναισθηματικής υπέρβασης ή ακόμα προσωπικών ικανοτήτων του. Είναι αποτέλεσμα της Χάριτος του Θεού, όταν ο άνθρωπος αφήνει ανοικτή την καρδιά του στη δική Του Θεία παρουσία.
Η αγάπη προς τον Θεό είναι δυνατή και εφικτή, επειδή «αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς», σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ιωάννη. Είναι η αγάπη του Θεού που μας ικανώνει να Τον αγαπήσουμε. Και όταν ο άνθρωπος αγαπά πραγματικά τον Θεό, σύμφωνα με τη σοφία των πατέρων της Εκκλησίας μας, δεν μπορεί παρά να αγαπά ειλικρινά και το συνάνθρωπό του. Στο πρόσωπο ακριβώς των συνανθρώπων μας, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να βλέπουμε την εικόνα του Θεού. Και πάλι ο Ιωάννης γράφει: «εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν, ον ουχ εώρακε και μισεί τον αδελφόν αυτού ον εώρακε» είναι «ψεύστης». Η αγάπη του αδελφού είναι καρπός της αγάπης προς τον Θεό και η αγάπη του αδελφού και του πλησίον είναι προϋπόθεση της αγάπης μας προς τον Θεό.
Με ολόκληρη τη ζωή Του πάνω στη γη και κυρίως  με τη σταυρική Του θυσία, ο Θεάνθρωπος έδειξε και απέδειξε ότι είναι Θεός αγάπης.
 Αυτή την αγάπη την ονόμασε «καινή», καινούργια, και αυτήν ζήτησε και συνεχώς ζητάει απ’ όλους μας: «εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα υμάς, ίνα και υμείς αγαπάτε αλλήλους».
Ο Χριστός μάς δίδαξε λοιπόν την αγάπη, γι αυτό ο Απόστολος Παύλος γράφει: «αυτοί γαρ υμείς θεοδίδακτοί έστε εις το αγαπάν αλλήλους», και προτρέπει και εμάς, λέγων, ότι πρέπει να βαδίζουμε το δρόμο της αγάπης: «περιπατείτε εν αγάπη καθώς και ο Χριστός ηγάπησεν ημάς».
Η αγάπη στέκεται στην κορυφή της Χριστιανικής ζωής διότι είναι Θεοειδής αρετή, ταυτισμένη με την ίδια τη Θεϊκή ουσία και φύση. Η ύπαρξη του Θεού είναι καρπός αγάπης. Οι ενέργειες του Θεού είναι καρπός αγάπης. Η ενανθρώπιση του Κυρίου είναι έργο αγάπης. Η αποκάλυψη της αλήθειας, διά του ιερού Ευαγγελίου, είναι καρπός αγάπης. Η Σταυρική θυσία είναι καρπός αγάπης. Η δημιουργία της Εκκλησίας είναι απόδειξη της άπειρης αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο. Γι’ αυτό και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος την θεωρεί ανώτερη και από αυτό ακόμα το μαρτύριο, καθώς κηρύττει, ότι «χωρίς το μαρτύριο, η αγάπη σώζει. Χωρίς την αγάπη, όμως, το μαρτύριο δεν ωφελεί σε τίποτα». Η αγάπη προς τον Θεό δεν είναι μια αφηρημένη υπόθεση, ούτε ένα κοινότυπο φιλοσοφικό ιδεολόγημα. Είναι προϊόν έμπρακτης αφοσίωσης στο θέλημά Του. Είναι η ταυτοποίηση της ζωής μας στις μεθόδους της διδασκαλίας Του και της τήρησης των εντολών Του. Χωρίς αυτά ο άνθρωπος δεν μπορεί να προκόψει σε καμία αρετή και συνεπώς, ούτε και  στην αγάπη.
Η αγάπη αναδεικνύεται στη ζωή της μετανοίας, η οποία γκρεμίζει τα τείχη της αμαρτίας, που διασπούν και καταστρέφουν τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και αποκαθιστά την κοινωνία της αγάπης. Καταγράφεται στη βίωση της Μυστηριακής ζωής και κυρίως του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Εκεί συντελείται, με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, η απόλυτη ένωση, η πραγματική κοινωνία, η κάθοδος του Θεού και η άνοδος του ανθρώπου, για να συναντηθούν στο σημείο της απόλυτης αγάπης, που είναι η μετοχή μας στο κοινό Ποτήριο.
Η αγάπη μας, προς τον Θεό, αναμφισβήτητα προϋποθέτει, για να επιτευχθεί η δεύτερη διάστασή της, την αγάπη μας, προς τον «πλησίον». Όχι με κοσμικά κριτήρια, αλλά με πνευματικά, για αυτό και δεν ταυτίζεται με το φαινόμενο της φιλίας ή της οικειότητας. Αγάπη στον πλησίον σημαίνει, ότι αγαπώ και δέχομαι τον πλησίον μου, χωρίς να τον κρίνω, χωρίς να θέλω να τον διορθώσω, χωρίς να περιμένω ανταπόδοση της αγάπης μου. Σημαίνει, ότι μπορώ να σταθώ δίπλα του με απλότητα, με κατανόηση, χωρίς εγωισμούς, χωρίς να νιώθω την ανάγκη να προστατευτώ από τυχόν πράξεις του.
Δείχνω αντοχή στις δυσκολίες που μπορεί να μου φέρνει, δεν ταράζομαι όταν δεν μπορώ να συνεννοηθώ μαζί του, δεν αναστατώνομαι από την συμπεριφορά του, όποια και αν είναι. Κατανοώ τον κτύπο του θεϊκού πόθου μέσα του και μπορώ να δω πέραν από τα εξωτερικά, την εσωτερική του γλυκύτητα, έστω και αν είναι καλά κρυμμένη. Δεν στέκομαι στην εξωτερική αμαρτία, αλλά χωρίς να την ασπάζομαι την προσπερνώ και βλέπω την βαθιά εσωτερική του αναζήτηση, που δεν είναι άλλη από την αναζήτηση του Θεού. Βέβαια, για να μπορέσω να βιώσω με αυτόν τον τρόπο την αγάπη στον πλησίον μου, πρέπει πρώτα να έχω καταλάβει καλά τις δικές μου αδυναμίες, τα δικά μου λάθη και πάθη, τις δικές μου αμαρτίες.
Να έχω αισθανθεί την πτώση μου, αλλά και την αγωνία μου να σηκωθώ, ώστε να μπορώ, να νιώσω αγάπη και συμπάθεια στην πτώση του άλλου.
Να έχω βιώσει την τραγικότητα της ζωής στην κόλαση, που είναι η ζωή μακριά από τον Θεό, για να μπορώ να νιώθω, να συμπάσχω και να αγαπώ τον αδελφό μου, που χτυπιέται στον ίδιον με μένα αγώνα αναζήτησης του Θεού.
Η πραγματική αγάπη για τον άλλον, η φιλαλληλία, προϋποθέτει εσωτερική λεπτότητα, ευγένεια, ταπείνωση, σιωπή. Αυτά θα μας βοηθήσουν να στεκόμαστε δίπλα στον αδελφό μας, με αγάπη, αντιλαμβανόμενοι τις ανάγκες του, χωρίς την διάθεση να τον διορθώσουμε επισημαίνοντάς του λάθη και αδυναμίες, ελλείψεις ή ελαττώματα. Δεν είμαστε εμείς σε θέση να ερμηνεύσουμε σωστά και να κρίνουμε τις πράξεις του αδελφού μας, πολύ περισσότερο να τον διορθώσουμε. Την ίδια λεπτότητα πρέπει να έχουμε και απέναντι στον εαυτό μας προστατεύοντάς τον από άσκοπες εξωτερικεύσεις και αποκαλύψεις της καρδιάς μας, σε ανθρώπους που δεν έχουν την πνευματική ωριμότητα να μας βοηθήσουν. Μία τέτοια αυτοπροστασία, όταν δεν είναι εγωιστικό κλείσιμο, μας οδηγεί στην πραγματική μετάνοια, που μας προφυλάσσει από μειονεξίες και συναισθηματικές αυτοκατακρίσεις και μας οδηγεί, μέσα από την προσευχή, στην ελπίδα της αλλαγής και του θείου ελέους. 
Στην εποχή μας, στην οποία τα κοινωνικά προβλήματα οξύνονται και οι ανθρώπινες ανάγκες διογκώνονται, η αγαπητική προσέγγιση των συνανθρώπων μας είναι περισσότερο επιτακτική από ποτέ. Οι κάθε είδους ανθρώπινες πληγές έχουν ανάγκη γιατρειάς, φροντίδας και επούλωσης. Η κοσμική αντίληψη της αγάπης, όμως, η οποία διακρίνεται για την ιδιοτέλεια, το συμφέρον και την ανταπόδοση, προκειμένου να εκδηλωθεί, δε μπορεί ν’ αποτελέσει λύση στο πρόβλημα. «Η κατά Χριστόν αγάπη είναι πάντα το λάδι στις πληγές… Η Χριστιανική αγάπη γνωρίζει να τολμά, να θυσιάζεται, να χαίρεται, να υπομένει. Οι κυριευμένοι από την κοσμική αγάπη θέλουν μόνο να τους αγαπούν, να τους φροντίζουν και να τους προσέχουν κι όταν δε συμβαίνει αυτό αγχώνονται. Οι πιστοί της Χριστιανικής αγάπης, ομοιούμενοι με τον Θεό, που είναι η Αυτοαγάπη, αγαπούν τον συνάνθρωπο και τον εαυτό τους σωστά και καταστρέφουν τον ιστό του άγχους, αφού στον Θεό δεν υπάρχει άγχος».  (Φιλ., Τόμ. 3ος ).
Το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» βρίσκεται στην ίδια διάσταση σπουδαιότητας με το «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου…». Δεν νοείται αγάπη προς τον Θεό, όταν απουσιάζει η αγάπη προς το συνάνθρωπο. Δεν μπορεί κάποιος να ισχυρίζεται, ότι αγαπά ή πιστεύει στον Θεό, όταν τον αφήνει αδιάφορο και ψυχρό η παρουσία του πονεμένου συνανθρώπου του. Το «ως σεαυτόν» δεν αφήνει περιθώρια, ώστε η αγάπη μας να μην είναι γνήσια και αυθεντική, ειλικρινής και ανιδιοτελής.
Αυτή τη σταυρόσχημη αγάπη, στην κάθετη και οριζόντιά της, μορφή και έκφραση, εκδήλωσαν με τον πιο ζωντανό τρόπο, όλες εκείνες οι άγιες μορφές, που οικοδομούν το πνευματικό στερέωμα της Εκκλησίας μας και το λαμπρύνουν με το άγιο και ευλογημένο παράδειγμά τους. Η αγάπη, το θεόσδοτο αυτό μέγεθος ζωής, ας πλημμυρίζει την ύπαρξή μας και ας αποτελεί το ευλογημένο κριτήριο, που θα μας καθιστά χριστοειδείς και θεοειδείς υπάρξεις. Γένοιτο!

Πρωτότυπο κείμενο: Μτθ. 22, 35-46
Τω καιρώ εκείνω, νομικός τις προσήλθε τω Ιησού πειράζων αυτόν και λέγων Διδάσκαλε, ποία εντολή μεγάλη εν τω νόμω; Ο δε Ιησούς έφη αυτώ «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου». Αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτή «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται. Συνηγμένων δε των Φαρισαίων επηρώτησεν αυτούς ο Ιησούς λέγων: Τι υμίν δοκεί περί του Χριστού; τίνος υιός εστί; Λέγουσιν αυτώ Του Δαυίδ. Λέγει αυτοίς. Πως ουν Δαυίδ εν Πνεύματι Κύριον αυτόν καλεί λέγων, «Είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου, κάθου εκ δεξιών μου έως αν θω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου»; Ει ουν Δαυίδ καλεί αυτόν Κύριον, πως υιός αυτού εστί; Και ουδείς ηδύνατο αυτώ αποκριθήναι λόγον, ουδέ ετόλμησέ τις απ’ εκείνης της ημέρας επερωτήσαι αυτόν ουκέτι.
Απόδοση
Εκείνο τον καιρό, κάποιος νομοδιδάσκαλος πλησίασε τον Ιησού και, για να τον φέρει σε δύσκολη θέση, του είπε: «Διδάσκαλε, ποια είναι η πιο μεγάλη εντολή στο νόμο;» Αυτός του απάντησε: «Ν’ αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου μ’ όλη την καρδία σου, μ’ όλη την ψυχή σου και μ’ όλο το νου σου. Αυτή είναι η πρώτη και η πιο μεγάλη εντολή. Δεύτερη, εξίσου σπουδαία μ’ αυτήν: ν’ αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Σ’ αυτές τις δύο εντολές συνοψίζονται όλος ο νόμος και οι προφήτες». Εκεί που ήταν συγκεντρωμένοι οι Φαρισαίοι, τους ρώτησε ο Ιησούς: «Τι νομίζετε για το Μεσσία; Ποιανού απόγονος είναι;» «Του Δαβίδ», του απαντούν. Τους λέει: «Πως τότε ο Δαβίδ, οδηγημένος από το Πνεύμα, τον ονομάζει «Κύριο»; Λέει: Ο Κύριος είπε στον Κύριό μου: κάθισε στα δεξιά μου ώσπου να υποτάξω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου. Αν, λοιπόν, ο Δαβίδ τον ονομάζει «Κύριο», πως είναι απόγονός του;» Κανένας δεν μπορούσε να του απαντήσει, ούτε τολμούσε πια κανείς από κείνη τη μέρα να του θέσει ερωτήματα.

Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου