ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ


Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου
«το ύδωρ ο δώσω, γενήσεται πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον»
Στην Ευαγγελική περικοπή της σημερινής Κυριακής ο Χριστός δεν συναντάται μόνο με τη Σαμαρείτιδα, αλλά στο πρόσωπο αυτής της γυναίκας συναντάται με ολόκληρη την αλλοτριωμένη ανθρωπότητα.  Γιατί, ο Χριστός, δεν είναι κάποιος  Ιουδαίος, που συναντάται και διαλέγεται με μια Σαμαρείτιδα.  Αυτός που της μιλά είναι ο Υιός του Θεού, που κοινωνεί και επικοινωνεί με τους ανθρώπους προσφέροντας την άδολη και αυθεντική Του αγάπη.
Ο διάλογος μεταξύ του Ιησού Χριστού και της Σαμαρείτισσας, ενώ έχει ως αφετηρία κάποιο υλικό πράγμα, το νερό, «δος μοι πιείν», εντούτοις στη συνέχεια καταλήγει σε μια συνομιλία υψηλού θεολογικού περιεχομένου.  Ο διάλογος αυτός έγινε η αιτία, ώστε η γυναίκα αυτή να πιστέψει πραγματικά, τον Χριστό ως Σωτήρα και Λυτρωτή.  Η Σαμαρείτισσα είναι η Αγία Φωτεινή, την οποία τιμά η Εκκλησία μας την Δ΄ Κυριακή του Πάσχα, καθώς και στις 26 Φεβρουαρίου. Η Αγία Φωτεινή αφιέρωσε τον εαυτό της στη διάδοση του ευαγγελίου στην Αφρική και στη Ρώμη, όπου και τελικά μαρτύρησε για την πίστη του Ιησού Χριστού και σφράγισε έτσι το ιεραποστολικό της έργο με το μαρτύριο του αίματος και λέγεται και ισαπόστολος.
Η συνάντηση του Χριστού με τη Σαμαρείτισσα χαρακτηρίζεται ως συνάντηση  ανυψωτική για τον άνθρωπο και ακόμα ως συνάντηση αναγνώρισης της  προσωπικότητας του κάθε ανθρώπου και ιδιαίτερα αυτού που αισθάνεται το ηθικό και πνευματικό αδιέξοδο της εποχής του, αλλά και την περιφρόνηση των άλλων.  Ο άνθρωπος μέσα από την ψυχοσύνθεση και την υπαρξιακή του διάσταση, όσο κι αν συνθλίβεται στα αδιέξοδα της αμαρτίας, ζητά και αποζητά κατά βάθος την εκτίμηση, την αποδοχή, και την αγάπη των άλλων.  Όμως αυτή την πολύ ανθρώπινη ανάγκη δεν τη βρίσκει πάντοτε ο καθένας μας από τους συνανθρώπους μας.  Αυτήν, λοιπόν, την ανθρώπινη απουσία και ανεπάρκεια και ενίοτε σκληρότητα έρχεται να την πληρώσει και αναπληρώσει στον καθένα μας ο ίδιος ο Χριστός, όταν και αφού τον συναντήσουμε σε κάποιο «φρέαρ» της ζωής μας.  Όπου δηλαδή, οι άνθρωποι δεν ανταποκρίνονται στο όντως υπαρξιακό αίτημα της ζωής του συνανθρώπου τους, πρέπει να κατανοήσουμε, ότι ανταποκρίνεται ο Χριστός, ο οποίος «ίσταται επί την θύραν και κρούει» (Αποκ. 3, 28), καλώντας μας,  προσωπικά. Μας «καλεί  κατ’ όνομα» (Ιωάν. 10, 3), για να βρούμε επιτέλους, σ’ Αυτόν την εκτίμηση, την αποδοχή και την αγάπη, όπως ακριβώς τη βρήκε και την αντιλήφθηκε, μέσα από ένα γνήσιο και ειλικρινή διάλογο, η Σαμαρείτις. 
Στάθηκε στο πηγάδι και συζήτησε μαζί της.  Της ζήτησε νερό και ας γνώριζε, ότι τον θεωρούσε εχθρό της, εξαιτίας του μεγάλου  υπαρκτού  εθνικού μίσους ανάμεσα στους Σαμαρείτες και τους Ιουδαίους. Για να κατανοήσουμε την έκπληξη της Σαμαρείτισσας πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία των δύο λαών, Ιουδαίων και Σαμαρειτών.  Μια παλιά θρησκευτική έχθρα ήταν η αιτία, ώστε να μην έχουν μεταξύ τους καμία επικοινωνία και επαφή.  Κατά την άποψη των Ιουδαίων οι Σαμαρείτες είχαν περιπέσει σε «αίρεση» και δεν ασκούσαν τη σωστή λατρεία του Θεού στα Ιεροσόλυμα.  Από την άλλη οι Σαμαρείτες, αφοσιωμένοι στον προπάτορά τους Ιακώβ, συνέχιζαν να λατρεύουν τον ένα και μοναδικό Θεό στο όρος Γαριζίν.
Γι’ αυτό ο Χριστός, θέλοντας να λύσει τις απορίες της, μεταφέρει το διάλογο σε σωτηριολογικό επίπεδο της απαντά: «αν ήξερες τη δωρεά του Θεού και ποιός είναι αυτός που σου λέει «δώσε μου να πιώ», τότε εσύ θα του ζητούσες τη δωρεά του Θεού, και εκείνος θα σου έδινε ζωντανό νερό».  Η Σαμαρείτισσα όμως δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τη βαθύτητα των λόγων του Κυρίου, γι’ αυτό και συνεχίζει να μιλά για το νερό του πηγαδιού λέγοντας: «Κύριε, εσύ δεν έχεις ούτε καν κουβά, και το πηγάδι είναι βαθύ, από πού, λοιπόν, το έχεις το τρεχούμενο νερό;»  Μετά από αυτή την παρεξήγηση των λόγων του ο Κύριος οδηγεί τη συζήτηση στο επίπεδο που επιθυμεί και της λέγει: «όποιος πίνει από αυτό το νερό θα διψάσει πάλι, όποιος όμως πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ δε θα διψάσει ποτέ, αλλά το νερό που θα του δώσω θα γίνει μέσα του μια πηγή που θα αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας». Ο Ιησούς Χριστός στο σημείο αυτό δίνει συμβολική έννοια στο «ύδωρ το ζων», παραπέμποντας στο Άγιο Πνεύμα, το οποίο επρόκειτο να λάβει η ανθρωπότητα. 
Όμως, ο Χριστός είναι πέρα και πάνω από κάθε ανθρώπινο συσχετισμό και εμπάθεια.  Ο Χριστός δέχεται ότι η συμβολή και η συμπαράσταση του καθενός, αντιστρέφεται ευεργετικά σε όποιον την προσφέρει.  Διδάσκει και κηρύττει αυτού του είδους την προσφορά γιατί, πράγματι, μόνον έτσι υπερβαίνει κανείς τον εαυτόν του και τον ατομοκεντρισμό του, υπακούοντας στην παραίνεσή Του «απαρνησάσθω εαυτόν» (Μαρκ. 8, 34).  Γιατί, όπως έχει αποδειχτεί, είναι  ο εγωισμός και ο ατομοκεντρισμός μας, που δεν μας επιτρέπουν  να αισθανθούμε και να νοιώσουμε την αγωνία και τη θλίψη του Χριστού, που έχει για τις αθεράπευτα ψυχοσωματικές ανάγκες του ανθρώπου και αυτό φαίνεται πολύ καθαρά λέγοντας στη Σαμαρείτιδα «πίστευσόν μοι» (Ιωάν. 4, 21). Ο Θεός δίνει απλόχερα την αγάπη Του και την καλοσύνη Του στον άνθρωπο με κάθε τρόπο και μέσο και αυτός αντί να την αντιπροσφέρει, «ως αντίδωρο» στο Θεό δια του «πλησίον» του, την κρατάει προς ίδιον όφελος (εγωισμός), βάζοντας έτσι την ίδια τη ζωή και την ύπαρξή του σε εμπλοκή και περιπέτεια, με αποτέλεσμα να ενεργεί νοησιαρχικά, λογικοκεντρικά και αναπόφευκτα ιδιοτελειακά και συμφεροντολογικά.  Κι έτσι η υπαρξιακή οντολογική ανθρώπινη λειτουργία περιορίζεται και εγκλωβίζεται στο μυαλό και στη νόηση του εγωιστή ανθρώπου, που προσδιορίζεται με άτεγκτους και ψυχρούς συνειρμικούς συλλογισμούς χωρίς αίσθημα και συναισθηματικότητα.
Κάπως έτσι ψυχρά και αρνητικά συναισθηματικά -θα λέγαμε- κοινωνούσε και λειτουργούσε η νόηση και η σκέψη της Σαμαρείτιδος, αν αναλύσουμε ψυχολογικά και κοινωνιολογικά , την απάντηση που έδωσε στο Χριστό, όταν της ζήτησε νερό από το πηγάδι του Ιακώβ. Ένα πηγάδι που  τελικά δεν της ανήκε ιδιοκτησιακά, αλλά αυτό υπήρχε εκεί, ως κοινόχρηστο αγαθό.  Έβλεπε και αντιμετώπιζε τον Χριστό  λογικοκεντρικά και ορθολογιστικά και Τον διέκρινε και αναγνώριζε μόνο με τα εξωτερικά  Του χαρακτηριστικά και γνωρίσματα.  Σύμφωνα, δηλαδή, με την εθνική Του προέλευση και καταγωγή, που ήταν η Ιουδαϊκή.  Η νοησιαρχική της σκέψη και βούληση την είχαν κάνει να πιστεύει, ότι ο κάθε Ιουδαίος ήταν οπωσδήποτε εχθρός της και κατά συνέπεια δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να τον βοηθήσει, να τον συνδράμει ή να τον εξυπηρετήσει.  Μέσα από αυτή τη νοοτροπία και το απόσταγμα της σκέψης διακρίνουμε με καθαρότητα με ποίον τρόπο εκλαμβάνονται και πραγματώνονται οι ανθρώπινες σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και τον συνάνθρωπό του.  Αφ’ ενός μεν, ο συνάνθρωπος εκλαμβάνεται, ως ένα ψυχρό αντικείμενο ή πράγμα και αφ’ ετέρου, σύμφωνα με τα ιδιώματα ή τις ιδιότητές του.  Δηλαδή, την εθνικότητά του, την κοινωνική και οικονομική του στάθμη κ.ά., με αποτέλεσμα να μπαίνει ανάμεσα στους ανθρώπους ένα αδιαπέραστο τείχος-αίσχους και ντροπής- που εμποδίζει και αποκρύπτει την έκφραση του ψυχικού και πνευματικού τους κόσμου.
Για να ξεπεράσουμε και για να γκρεμίσουμε από τα  εσώτερα του είναι μας αυτό το τείχος της ντροπής και της ψυχοσωματικής φθοράς, χρειαζόμαστε ένα άνοιγμα, ένα ξεπέταγμα.  Χρειαζόμαστε την  προσωπική μας υπέρβαση και αυθυπέρβαση.  Την ατομική μας έξοδο από το αδιέξοδο του «Εγώ» και την είσοδό μας στο «Εσύ» του άλλου.  Αυτή η προσφορά και η διακονία μας στους συνανθρώπους μας, ανεξάρτητα από ιδιότητες και γνωρίσματα, όταν μάλιστα  επιτελείται και συντελείται στο Όνομα του Χριστού και δια του Χριστού, τότε αποκαλύπτεται και φανερώνεται ο οντολογικός προορισμός της ανθρώπινης πορείας του καθενός μας.  Αυτό που δίδασκε με το λόγο,  ο Λόγος, όχι μόνο στη Σαμαρείτιδα και κατόπιν στους συγχωριανούς της, αλλά παντού και πάντοτε.
Ας αντιληφθούμε, επιτέλους, αυτό τον προορισμό και ας τον πραγματώσουμε, όπως τον πραγμάτωσε η σημερινή γυναίκα της ευαγγελικής περικοπής και πολλοί συγχωριανοί της, πίνοντας από το ύδωρ που τους έδωσε και τους οδήγησε «εις ζωήν αιώνιον».  ΓΕΝΟΙΤΟ!