ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

Η ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Η ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σούλος
Αγαπητοί μου!
Με τη χάρη  Θεού εορτάζουμε και τούτη τη χρονιά την Κοίμηση της Θεοτόκου, που θεωρείται, ως θαύμα θαυμάτων και μυστήριον μυστηρίων.  Είναι η εορτή, που ονομάζεται «Πάσχα του καλοκαιριού» ή «Πάσχα της Κυρίας Θεοτόκου». Συγχρόνως με την κοίμηση της Θεοτόκου, εορτάζουμε και την Μετάστασή Της. Ο τάφος που την φιλοξένησε, δεν μπορούσε να κρατήσει το πανάγιο σώμα, την έμψυχη κιβωτό του ζώντος Θεού. Κοιμήθηκε η Παναγία όντως, διότι ως κτιστό δημιούργημα, έπρεπε να ακολουθήσει την κοινή  ανθρώπινη πορεία του θανάτου.
Όμως, η Παναγία Θεοτόκος μετέστη, διότι η μετάσταση ήταν σημείο του άφθαρτου θαύματος, ως κατακλείδα των χαρίτων τς Υπερευλογημένης Μητρός του Θεού.  Η Θεοτόκος «προμνηστεύεται την αιώνια ζωήν», καθώς είναι η πρώτη εκ του ανθρωπίνου γένους, που δέχθηκε τον θάνατο και παρέμεινε το άγιο σώμα της τρεις ημέρες εις το μνήμα,  άφθαρτο και αδιάφθορο, καθώς επίσης είναι και πάλι η πρώτη εκ του ανθρωπίνου γένους, που το άγιο
σώμα της,  μετέστη στους ουρανούς. 
Και ενώ για όλους τους ανθρώπους η αφθαρσία και θα συμβεί κατά την ημέρα της κοινής Αναστάσεως  κατά την Δευτέρα παρουσία του Κυρίου και την τελική κρίση των πάντων, αντιθέτως η Θεοτόκος μετέστη στην Βασιλεία του Θεού και είναι ήδη «αφθαρτοποιημένη» και «αθανατοποιημένη» κατά την ψυχή και το σώμα της, πριν από την κοινή ανάσταση.
Τούτο δε, συνέβη κατ’ ευδοκίαν του Υιού και Θεού της Ιησού Χριστού, ο οποίος δεν επέτρεψε να γίνει η Πάναγνος Μητέρα του δούλη του θανάτου, επειδή «ο Κύριος ήταν κατά φύσιν αναμάρτητος, ενώ η Θεοτόκος κατά χάριν αναμάρτητη», και γι’ αυτό διερωτάται ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Η γαρ τοις πάσι την όντως ζωήν αναβλύσασα, πώς θανάτω γένοιτο αν υποχείριος;». Ο δε Ιερός Χρυσόστομος μεγαλοφώνως ανακράζει: «Αντί γαρ θανάτου λοιπόν Κοίμησις και ύπνος λέγεται η εντεύθεν μετάστασις», ενώ η Εκκλησία ψάλλει: «Εν τη γεννήσει σου σύλληψις άσπορος, εν τη Κοιμήσει σου νέκρωσις άφθορος. Θαύμα εν θαύμασι διπλούν συνέδραμες, Θεοτόκε». Έτσι δεν θρηνούμε ούτε πενθούμε διότι η Θεοτόκος «εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπεν», αλλά ζει αιωνίως.
Είναι γεγονός ότι η ορθόδοξη παράδοση κάνει λόγο για μετάσταση και όχι για ανάσταση της Θεοτόκου, γι’ αυτό το σώμα της Θεοτόκου δεν δέχθηκε την φθορά του χρόνου, αλλά μετέστη άφθαρτο στην ουράνια κατοικία. Μία άλλη σκέψη είναι ότι η Θεοτόκος, όχι μόνο ευεργετήθηκε από την αγάπη του Θεού, αλλά δικαιώθηκε πριν της Δευτέρας παρουσίας του.
Η μετάσταση είναι το οντολογικό γεγονός που  δέχτηκε η όλη ανθρώπινη φύση της Παρθένου Μαρίας  και αποτελεί κρίση και δικαίωση από τον Θεό. Ο Θεός ανταπέδωσε με την αγάπη του, τη μετάσταση του αναστημένου σώματός της, διότι με τον όλο βίο της μετατράπηκε σε αγωγό της θείας χάριτος, ως υποδειγματική κόρη λατρεύουσα και αφιερωμένη στο Θεό. Ως πειθαρχημένη στο θέλημα του Θεού, που με την αγάπη της προς Εκείνον αποδέχτηκε με όλο το είναι της να μετατραπεί σε δοχείο αγιότητας που θα χάριζε στην ανθρωπότητα τον ενσαρκωμένο Σωτήρα του.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, για το σώμα της Παναγίας λέγει, ότι δεν πρόκειται ακριβώς για τη γενική ανάσταση, που θα συμβεί κατά τη Δευτέρα Παρουσία, αλλά για κάτι που μοιάζει με αυτήν. Την δε Κοίμηση της Θεοτόκου, την ονομάζει μεταβίωση.
Μεταβίωση είναι η ανάσταση και η ανάληψη του σώματος της Παναγίας. Κατά την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως και άλλων Πατέρων, δεν εορτάζουμε μόνον την άνοδο της ψυχής της Θεοτόκου στον ουρανό, αλλά και του σώματος. Γράφει, μεταξύ άλλων ο Άγιος Γρηγόριος, ότι η Θεοτόκος μετέστη στον ουρανό και παρέστη εκ δεξιών του παμβασιλέως.
Η μετάσταση της Θεοτόκου δεν έγινε κατά παραχώρηση στην Παναγία μας, επειδή έγινε σκεύος της ενανθρώπησης του Θεού, αλλά γιατί η οικειοθελής θυσία της, η αυστηρή άσκηση της, ο πόνος της για το γιο της και Θεός της, ξεπερνά κατά πολύ και σε χρόνο αλλά και σε ποιότητα άσκησης οποιασδήποτε άλλης γυναίκας και ανδρός.
Η Θεοτόκος Μαρία έλαβε τη θέση της πάνω από όλους τους αγίους, όχι γιατί γνώρισε απλά και μόνο τη μετάσταση, ή γιατί έγινε η Θεοτόκος, αλλά γιατί με τη θέληση της όλο το είναι της ταυτίστηκε με το χριστιανικό τρόπο ζωής. Δεν πίστευε απλά, βίωνε την πίστη της με την ρεαλιστική θεοπτία της σε πραγματικό χώρο και χρόνο. Ζούσε συνεχώς μέσα στη νεφέλη του Θεού χωρίς αυτό να την καθιστά ταυτόχρονα εξωπραγματική και ούτε αναμάρτητη.
Οι δυσκολίες και ο πόνος της ως μητέρα Εκείνου, που προορισμός του ήταν να θυσιαστεί σηκώνοντας όλες τις αμαρτίες του κόσμου, ήταν ανθρωπίνως κατανοητό, ότι θα δημιουργούσαν λογισμούς και στενοχώρια για τις ταλαιπωρίες του Υιού της,  ως έχουσα το αίσθημα  της μητρότητας.
 Όλα όμως αυτά τα ερωτήματα που είναι ανθρώπινα και σίγουρα βασάνιζαν τη σκέψη της, τα ξεπέρασε καρτερικά με την προσευχή στον Θεό Πατέρα και την έμπρακτη εμπιστοσύνης στον Κύριο και υιό της και έλαβε όλα τα ευεργέτημα γι αυτό. Η ζωή της Μαρίας αποτελεί υπόδειγμα κόρης, γυναίκας, αλλά και πάνω από όλα μητέρας σε όλες τις γυναίκες του κόσμου.