ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΜΕΓΑΣ ΦΩΤΙΟΣ



Ο ΜΕΓΑΣ ΦΩΤΙΟΣ
Ορθοδόξων φωταγωγός και κακοδόξων ρομφαία δίστομος!
Του Πρωτοπρ. Γεωργίου Σούλου
Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά, κατ’ έτος την 6η Φεβρουαρίου  μία απ’ τις μεγαλύτερες μορφές της ιστορίας της, όπως θεωρείται ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος ο Μέγας. Ονομάσθηκε Μέγας για το πολυσχιδές θεολογικό, ποιμαντικό και φιλανθρωπικό έργο του.
Ο Πατριάρχης και Ισαπόστολος Άγιος Φώτιος δίκαια θεωρείται από τις σημαντικότερες μορφές του Βυζαντίου και του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, διότι υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους λογίους του μεσαιωνικού ελληνισμού.
Γεννήθηκε γύρω το 810 μ.Χ ή κατά μία άλλη άποψη το 820 μ.Χ.,  από εύπορη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης και ήταν ανεψιός του εικονόφιλου πατριάρχη Ταρασίου. Οι γονείς του ανήκαν κι αυτοί στην εικονόφιλη παράταξη γι’ αυτό και διώχθηκαν από το εικονομαχικό καθεστώς.  Άρχισε μια λαμπρή καριέρα στην αυτοκρατορική υπαλληλία της Βασιλεύουσας, από νεαρή ηλικία και μεγαλώνοντας έφθασε μέχρι το αξίωμα του πρωτοασηκρήτη.
Το 858 μ.Χ., αν και ήταν λαϊκός εξελέγη, με την στήριξη της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας και του αδελφού της Βάρδα, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αφού προηγουμένως, ο Πατριάρχης Ιγνάτιος αναγκάστηκε σε παραίτηση. Ο Φώτιος έλαβε τους τρεις βαθμούς της Ιερωσύνης, σε έξι μέρες.  Το γεγονός αυτό τον οδηγήσει σε προστριβή και σε ανοιχτή διένεξη με την Εκκλησία της Ρώμης. 
Ο νέος Πατριάρχης Φώτιος από τις πρώτες κιόλας μέρες της αναδείξεώς του, στον Θρόνο της Κωνσταντινούπολης, άρχισε την αναδιοργάνωση της Εκκλησίας και την τακτοποίηση των προβλημάτων, που προέκυψαν από την εκατονταετή εικονομαχική διαμάχη, μεταξύ των εικονομάχων και των εικονοφίλων.(726-843). Προσέλαβε ικανούς συνεργάτες και εστίασε το ενδιαφέρον του στην πνευματική αναμόρφωση του λαού και στην ιεραποστολική δράση της Εκκλησίας, την οποία είχε αναστείλει η αδελφοκτόνος εικονομαχία.  Άρχισε από τον εκχριστιανισμό των Βουλγάρων, τους οποίους μετέβαλε ταυτόχρονα και σε φίλους του βυζαντινού κράτους. Ανέθεσε στους δύο σπουδαίους θεσσαλονικείς αδελφούς, Κύριλλο και Μεθόδιο, να μεταβούν στην Ευρώπη και να κατηχήσουν τους λαούς της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης, οι οποίοι ήταν ακόμη ειδωλολάτρες. Αυτό σημαίνει ότι ουσιαστικός διαφωτιστής της Ευρώπης είναι ο Μέγας Φώτιος.
Στον μορφωτικό και εκπαιδευτικό τομέα υπήρξε πρωτοπόρος για την εποχή του. Πίστευε με όλη τη δύναμη της ψυχής του, ότι η παιδεία και η μόρφωση είναι απαραίτητα στοιχεία του ανθρώπου, για να μορφοποιηθεί σε πνευματική οντότητα. Μάλιστα δε, θεωρούσε ότι η διδασκαλία της  χριστιανικής πίστης και γραμματείας, θα πρέπει να συνδιδάσκονται με εγκύκλια γνώση, ώστε να ο χριστιανός να μην υστερεί έναντι του μη χριστιανού. Η χριστιανική πίστη συνδυασμένη με την «θύραθεν» παιδεία δημιουργεί άρτιες προσωπικότητας και υψηλά πολιτισμικά ιδεώδη. Γι’ αυτό και ίδρυε παντού σχολεία, στα οποία διδάσκονταν όλες οι γνώσεις και οι επιστήμες. Το πιο ονομαστό σχολείο που ίδρυσε είναι το περίφημο πανεπιστήμιο της Μαγναύρας στην Κωνσταντινούπολη, όπου κλήθηκαν να διδάξουν οι πιο άρτιοι δάσκαλοι της οικουμένης.
Ο Μέγας Φώτιος ήταν ένας από αυτούς ο οποίος δίδασκε φιλοσοφία σε αυτό, για πολλά χρόνια, παράλληλα με τα ποιμαντικά του καθήκοντα. Έτρεφε μεγάλη αγάπη για τα κλασικά γράμματα και εκτιμούσε τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και συγγραφείς και γι’ αυτό είχε βάλλει, ως στόχο να διασώσει την αρχαιοελληνική πνευματική κληρονομία, την οποία θεωρούσε και δική του κληρονομιά.
Ανέθεσε σε μοναχούς καλλιγράφους να αντιγράφουν και να διαδίδουν τα αρχαία συγγράμματα και να εμπλουτίζουν τις βιβλιοθήκες. Ο ίδιος ανέλαβε το τιτάνιο έργο να διασώσει τα σπουδαιότερα έργα των αρχαίων στο περίφημο και μοναδικό στην ιστορία, έργο του: «Μυριόβιβλος». Στο έργο αυτό  έχουν διασωθεί τα πιο σπάνια έργα των αρχαίων. Μάλιστα βεβαιώνουν οι ειδικοί, πως αν ο Φώτιος δεν μας άφηνε αυτό το έργο η γνώση, για τους αρχαίους συγγραφείς, θα ήταν ελλιπής.  
Ο Μέγας Φώτιος, ήταν όντως χαρισματικός ηγέτης, που διέθετε πολλά προτερήματα και είχε στοιχεία ιδιοφυούς ανθρώπου, με εύστροφο πνεύμα, με ακούραστη δραστηριότητα και έντονη κλίση, προς τα γράμματα, με τα οποία ησχολείτο αδιάκοπα. Ήταν επιτηδειότατος ρήτορας, άριστος συγγραφέας στον πεζό και στον επικό λόγο.  Κατείχε όλες τις επιστήμες, χωρίς κανείς να μπορεί παραβληθεί μαζί του.
Στα προτερήματά του προσμετρούνται οι ευγενικοί του  τρόποι και η άριστη  συμπεριφορά του, στοιχεία που του αναγνώριζαν ακόμα και εκείνοι που τον επέκριναν, όπως ήταν ο Νικήτας Δαβίδ ο Παφλαγών, που γράφει χαρακτηριστικά: «Πάντα συνέτρεχεν επ’ αυτώ η επιτηδειότης της φύσεως, η σπουδή, ο πλούτος, η μελέτη, που διήρχετο άυπνος τις νύκτες,   για την εμμελή ανάγνωση των συγγραφέων».  
Ο Μέγας Φώτιος αναδείχθηκε σε αυθεντική θεολογική φυσιογνωμία, με απύθμενη θεολογική κατάρτιση, με ακραιφνή ορθόδοξη σκέψη, που τον ανάδειξε σε πρότυπο προσώπου. Τα φυσικά προσόντα του Πατριάρχη Φωτίου, σε συνδυασμό με την ευρυμάθειά του συνετέλεσαν, έτσι ώστε η εκκλησιολογική του συγκρότηση, να είναι σε  αρμονία με την πολιτική του δράση, όπως διαπιστώνεται από τη συγγραφική του παρακαταθήκη. Όποιος μελετά τα κείμενά του διαπιστώνει ότι ο Μέγας Φώτιος είναι τόσο φιλόσοφος, όσο θεολόγος, τόσο ρήτορας, όσο και συγγραφέας.
Ο μεγάλος αυτός «φωστήρας» της Εκκλησίας έδρασε, ως άλλος Παύλος και αγωνίσθηκε για την αναζωπύρωση της ιεραποστολικής συνειδήσεως, που περιφρουρεί την πνευματική ανεξαρτησία και αυτονομία των λαών, από εισροές αλλότριων εθίμων, ξένων προς την ιδιοσυγκρασία τους, που έχουν σκοπό την αλλοίωση της ταυτότητος και της πνευματικής τους ζωής. Συλλάμβανε ο οξυδερκής νους του, ότι ο μέγιστος εχθρός ενός λαού είναι η απώλεια της αυτοσυνειδησίας του, η φθορά της πολιτισμικής του ιδιοπροσωπίας και η αλλοίωση του ήθους του.
Ο Μέγας Φώτιος μελέτησε σε βάθος και ακολούθησε πιστά την ιεραποστολική δραστηριότητα του ιερού Χρυσοστόμου, στην οποία αναφέρεται πολλές φορές στο έργο του. Φρόντισε να εκχριστιανίσει το  έθνος των Βουλγάρων, το οποίο μυσταγώγησε προς την αμώμητη πίστη του Χριστού και το αναγέννησε με το λουτρό του θείου Βαπτίσματος. Διεξήγαγε μεγάλους και επιτυχείς αγώνες εναντίων των Μανιχαίων, των Εικονομάχων και άλλων αιρετικών και επανέφερε στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας πολλούς από αυτούς. «Άπαντα μεν τα ανθρώπινα συγκαταρρεί τω χρόνῳ και αφανίζεται.  Αρετή δε και χρόνου και παθών και αυτού του θανάτου παραγίνεται. Ει δε ακριβέστερον ιδοίς, τω χρόνῳ και τω θανάτῳ μάλλον αναζεί και θάλλει και το οικείο κλέος και την ευπρέπεια, εναποσβεσθέντος αυτοὶς του φθόνου, λαμπρότερόν τε και θαυμασιώτερον αναδείκνυται». Ο λόγος αυτός, ανήκει στον ίδιο και θεωρείται ότι είναι το απόσταγμα της βαθιάς πίστεως και της κατά Θεόν σοφίας του ιερού Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Ομολογητού, ο οποίος «μυρίαις αρεταίς εξανθήσαντος και πάση γνώσει διαλάμψαντος». Η αδιάφθορη συνείδηση της Εκκλησίας και του Γένους, ομολόγησαν αυτόν Άγιο και Ισαπόστολο «τοις ουρανίοις αδύτοις αγκατοικιζόμενον», ως «αοίδιμον μεν τοις διωγμοίς, δεδοξασμένον δε τοις θανάτοις». Το θεολογικό του έργο δικαίωσε τους αγώνες της Εκκλησίας, βεβαίωσε την Ορθόδοξη πίστη και ενέπνευσε την Εκκλησιαστική συνείδηση, για την συνεχή εγρήγορση του Εκκλησιαστικού Σώματος.
Υπό την έννοια αυτή η εκκλησιαστική συνείδηση διέκρινε στο πρόσωπό του τον υπέρμαχο της Ορθοδόξου πίστεως και τον εκφραστή του αυθεντικού φρονήματος της Εκκλησίας.
Με οποιοδήποτε επίπεδο του βίου του, αν ασχοληθεί κάποιος με τον ιερό Φώτιο, είτε στην βιβλιοθήκη,  είτε έγραφε μελέτες, είτε ως καθηγητή της φιλοσοφίας στο πρώτο Πανεπιστήμιο της Μεσαιωνικής Ευρώπης της Μαγναύρας, σε μία εποχή που η Δύση ήταν ακόμη βυθισμένη σε πνευματικό και πολιτιστικό σκοτάδι, ο Μέγας Φώτιος, είτε υπουργώντας σε υψηλά αξιώματα της Πολιτείας, είτε αργότερα στον Πατριαρχικό θρόνο, παντού θα διακρίνει τον υπέρμαχο της Ορθοδόξου πίστεως. η οποία αποτελεί και το περιεχόμενο της πατερικής διδασκαλίας αυτού.
Ο Μέγας Φώτιος, επειδή γνώριζε καλώς, ότι κάθε εκτροπή απ’ την αληθή πίστη, έχει ως συνέπεια την έκπτωση από την πνευματικότητα, κατακρίνει «το της γνώμης αστήρικτο» και καταδικάζει, ως «αμαρτία προς θάνατον», κάθε εκτροπή απ’ την Ορθοδοξία και την «των παραδοθέντων αθέτηση» ή «καταφρόνηση» από εκείνους που «κατά των ιδίων ποιμένων υπερήφανον αναλαμβάνουν φρόνημα, εκείθεν δε κατά του κοινού Ποιμένος και Δεσπότου παρατείνουν την απόνοιαν».
Με αυτό το σκεπτικό αντέκρουσε όχι μόνο τους εικονομάχους αλλά και τις αξιώσεις του Πάπα Ρώμης και το Δόγμα του
Filioque. Η Σύνοδος, τοῦ 867 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, καθαίρεσε τον Πάπα Νικόλαο, για τις αντικανονικές του θέσεις της ομοουσίου και αδιαιρέτου Αγίας Τριάδος.
Ο Μέγας Φώτιος κοιμήθηκε, αγιοπρεπώς εν Κυρίω, το έτος 891 μ.Χ. όντας εξόριστος στην ιερά μονή των Αρμενιανών, όπως παλαιότερα και ο ιερός Χρυσόστομος στα Κόμανα του Πόντου. Η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και του απέδωσε το επίθετο «Μέγας».
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος τον έχει προστάτη της και εορτάζει με λαμπρότητα την ημέρα της μνήμης του.
Περαίνοντας τούτο τον λόγο, οφείλουμε να αναφέρουμε, ότι ο Μέγας Φώτιος και το έργο του είναι εξαιρετικά επίκαιρο για την εποχή μας. Ο αλόγιστος οικουμενικός οίστρος τείνει να ισοπεδώσει την ορθόδοξη παράδοσή μας και να νοθεύσει την εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία. Ο οικουμενισμός κατόρθωσε να καθιερώσει την απαράδεκτη εκκλησιολογική κακοδοξία, ότι η κατ’ Ανατολάς Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία μας, δεν συγκροτεί τη Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, αλλά ένα μέρος, αφού, κατά το οικουμενιστικό πνεύμα, «εκκλησία» συγκροτεί η κάθε παραφυάδα των αιρετικών ομάδων, από τον Παπισμό, έως τις εσχατιές του προτεσταντισμού. Μελετώντας το έργο του Μεγάλου Φωτίου, δεν αφήνονται τέτοια περιθώρια από τον θεοφόρο άνδρα. Εκκλησία, κατ’ εκείνον, είναι μία και αδιαίρετη, όπως το Σώμα του Χριστού.
Εκείνοι που επέλεξαν, να αυτονομηθούν, από το Σώμα του Χριστού και την εκκλησιολογική ενότητα της πίστεως και της ομολογίας, που οι Αποστόλων και Μαθητές του Χριστού, παρέδωσαν στους Επισκόπους της πρώτης Εκκλησίας, αυτοί είναι  σχισματικοί και αιρετικοί και βρίσκονται, εκτός και μακράν της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, όπως το καθορίζει το Σύμβολο της Πίστεως.
Ο όρος «Εκκλησίες» ή «Ένωση Εκκλησιών» ή «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», είναι όροι ανύπαρκτοι στον άγιο Φώτιο. Αντίθετα κυριαρχεί ο όρος «επιστροφή στην Εκκλησία». Ιδιαιτέρως ο Μ. Φώτιος, εμπνευσμένος από το Άγιο Πνεύμα, κατανόησε την αποστασία της Δυτικής χριστιανοσύνης και προείδε τα σπέρματα της παπικής κατάπτωσης. Και γι’ αυτό αγωνίστηκε για τη διάσωση της ορθής διδασκαλίας της Εκκλησίας και ο αγώνας του ήταν αποτυπώνεται στο έργο και τις αποφάσεις της Η΄ Οικουμενικής Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (879-880). Ο αγώνας του και η ιστορία τον δικαίωσε. Οι φόβοι του δυστυχώς επαληθεύτηκαν, αφού η Δυτική χριστιανοσύνη, οδηγήθηκε τελικά εκτός της Εκκλησίας και παραμένει εκτός, ως τα σήμερα. Τρανή απόδειξη το μίσος των δυτικών κατά του Μεγάλου Φωτίου, τον οποίο, όχι μόνο δεν τον τιμούν ως άγιο, αλλά του προσάπτουν απίστευτες συκοφαντίες εδώ και δέκα αιώνες!
Για μας τους Ορθοδόξους ο Μέγας Φώτιος, ανήκει στη χορεία των μεγάλων αγίων Πατέρων της εποχής του, αλλά και επομένων εποχών, που ανέδειξαν Γρηγόριο Παλαμά, Μάρκο Ευγενικό, Γεώργιο Σχολάριο, Κοσμά Αιτωλό, Ιουστίνο Πόποβιτς, Γεώργιο Φλορόφσκι, Ευδοκίμωφ, Σμέμαν, Ιωάννη Ρωμανίδη και μερικούς εν ζωή ευρισκομένους, που κρατάνε τη σκυτάλη εκείνων και ομολογούν και διδάσκουν με θάρρος τις ανόθευτες αλήθειες της Ορθόδοξης πίστης μας και της Εκκλησιαστικής μας ταυτότητας και αυτοσυνειδησίας.
Δια πάντα ταύτα μετά του υμνωδού μεγαλυνόμενον αυτόν και λέμε: «Χαίροις ορθοδόξων φωταγωγέ, και της Εκκλησίας, νυμφοστόλε και οδηγέ· χαίρεις κακοδόξων, η δίστομος ρομφαία, ώ Φώτιε τρισμάκαρ, ρητόρων έξοχε».