ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

ΑΠΟ ΤΟ ΚΤΙΣΤΟ ΣΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΕΣΠΕΡΟΥ ΦΩΤΟΣ



ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ ΛΟΥΚΑ
Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου
Μέσα από το υπερθαύματο θαύμα, που έγινε σε ένα κάτοικο της πόλεως της Ιεριχούς, από τον Ιησού Χριστό, που περιγράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, διαπιστώνουμε ότι ο άνθρωπος μεταβαίνει από το κτιστό φως στο άκτιστο φως, δια του ανεσπέρου Φωτός, όταν (ο άνθρωπος) κατορθώσει να συναντήσει τον Θεό. Αυτή την συνάντηση με τον Θεάνθρωπο Χριστό είχε στην Ιεριχώ, ο αναφερόμενος τυφλός,
ο οποίος, εξ αιτίας της μεγάλης του πίστης, όχι μόνο έλαβε το κτιστό φως, για να βλέπει τον ορατό κόσμο, αλλά έλαβε, κατά χάριν, και το άκτιστο Φως, με το οποίο πλέον ορά τα αόρατα και θεάται τον Θεό, καθώς επίσης αντικρίζει και τον δωρεοδότη του Χριστό, ο οποίος είναι το «όντως Φως», είναι το «ανέσπερο Φως» που «έλαμψεν εν ταις καρδίαις υμών» (Β΄ Κορ. 4,6).
Ο Χριστός, λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «ην το Φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπο ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιω,1,19). Ο ίδιος ο Χριστός λέγει: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου. Ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιω. 8,12). Αυτό ακριβώς συνέβη στον έως τώρα τυφλό. Δεν πρόκειται πλέον να περπατάει «εν τη σκοτία» με συνοδοιπόρο του το σκότος, διότι ικέτευσε και έλαβε «το Φως το αληθινόν», προσευχήθηκε και προσέλαβε «το φως της ζωής», το οποίο τον επανέφερε στην προπτωτική κατάσταση, δηλαδή, απέκτησε, εκ νέου, την αναμαρτησία και κυρίως βιώνει την θέα του Θεού, όπως οι πρωτόπλαστοι προπάτορες μας, οι οποίοι εκείνη την περίοδο, προ της παρακοής και της πτώσεως αυτών, εκ του παραδείσου της τρυφής,   συνομιλούσαν με τον ίδιο τον Θεό,
Για όλα τα αγαθά της ζωής, που μας προσφέρει ο Δημιουργός του «σύμπαντος κόσμου» και ιδιαίτερα για το  φως, που ανατέλλει κάθε ημέρα, ευχαριστούμε τον Θεό, με επινίκιους ύμνους και δοξολογίες, «Δόξα σοι τω δείξαντι το φως». Βέβαια αυτό το φως, το κτιστό φως, κάποτε θα εκλείψει, διότι θα καταργηθούν όλα τα αισθητά και ορατά που φωτίζει, αφού, όπως  λέγει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος «ουδέν φαινόμενον αιώνιον». Γι’ αυτό η Εκκλησία εύχεται και προσεύχεται, να χαρίζει ο Θεός στους ανθρώπους, τις δωρεές του ακτίστου Φωτός, που είναι αναλλοίωτο και αιώνιο. Αυτό  «το φως το αληθινό» το φέρει και το μεταφέρει ο Θεάνθρωπος Χριστός, που προϋπήρχε ανέκαθεν και αϊδίως και από τον οποίο, μπορούμε να το λάβουμε,  αν τον ικετεύουμε ακατάπαυστα και έντονα, να μας ελεήσει και να μας αξιώσει, να ιδούμε το φως το απρόσιτο, όπως το είδε και το έλαβε ο τυφλός της ευαγγελικής περικοπής: «Χριστέ, το φως το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον, σημειωθήτω εφ’ ημάς το φως του προσώπου σου, ίνα εν αυτώ οψόμεθα φως το απρόσιτον» (Ευχή Α΄ Ώρας).
 Μέσα στο κάλλος της Δημιουργίας ο Πάνσοφος Δημιουργός και Κύριος του παντός, δημιούργησε και το φυσικό φως, που ζωογονεί και ζωοποιεί τον ορατό κόσμο: «και είπεν ο Θεός γενηθήτω φως…» Εκτός όμως, από το φυσικό φως, υπάρχει και το πνευματικό, που πρέπει να αποκτήσουν όλα τα μέλη της Εκκλησίας, όλοι οι Χριστιανοί, πραγματώνοντας το θέλημα του Θεού, καθώς παραγγέλνει ο ίδιος ο Χριστός, λέγων: «Υμείς εστέ το φως του κόσμου. Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ.5,13-16).
Επομένως το κτιστό φως, θα λέγαμε σχηματικά, έχει δύο «δέσμες». Η μία δέσμη είναι το  υλικό φως, το οποίο μας προσφέρει την ορατότητα των ορωμένων, ενώ η άλλη δέσμη είναι το πνευματικό φως, το οποίο μας καλεί να πραγματώνουμε το θέλημα του Θεού. Μας υποβοηθά να επιτελούμε «τα καλά έργα» προς τον συνάνθρωπο και τον κόσμο, καθώς επίσης να δοξάζουμε «τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς». Με το πρώτο φως βλέπουμε τα αισθητά και τα ορατά πράγματα. Με το δεύτερο φως, τον Χριστό, βλέπουμε τον υπεραισθητό Θεό. Το μεν υλικό φως πηγάζει από το μυστήριο της Δημιουργίας, το δε πνευματικό φως, εκπηγάζει από τον εσωτερικό κόσμο του «είναι» του ανθρώπου, αφού είναι φτιαγμένος «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν θεού» και «φαίνει» την ψυχή και την διάνοιά του.
Στο ιστορικό γίγνεσθαι του κόσμου, έχουν καταγραφεί πολλά τέτοια «φώτα», πολλές τέτοιες φωτισμένες διάνοιες, οι οποίες ακτινοβολούν και λάμπουν στο απέραντο στερέωμα του κόσμου. Αυτές οι φωτισμένες αγιοπνευματικές διάνοιες δεν είναι άλλες από τις απαστράπτουσες μορφές των αγίων Πατέρων και Μητέρων της Εκκλησίας του Χριστού. Είναι οι μορφές των προφητών, των Αποστόλων, των οσίων, των ομολογητών της πίστεως και των μαρτύρων της  Αγίας Εκκλησίας μας. Είναι, ακόμη και  όλα εκείνα τα πρόσωπα, του κόσμου τούτου, που με τα έργα και τις πράξεις τους συνεισέφεραν θετικά στο κοινωνικό σύνολο,  όπως οι φιλόσοφοι (Σωκράτης, Αριστοτέλης, Πλάτων), οι επιστήμονες, οι ερευνητές, οι άρχοντες και κάθε άλλη φωτισμένη προσωπικότητα, που συνέβαλε φωταγωγικά στον κόσμο. Η Θεία Πρόνοια επιτρέπει  να υπάρχουν τέτοιες φωτεινές διάνοιες, που μελετούν, που ερευνούν συνεχώς και ανακαλύπτουν τα θαυμαστά διανοήματα της Θείας Δημιουργίας.
Πράγματι, η διάνοια του άνθρωπου είναι φως, που εκπέμπει φωτεινότητα. Όση όμως φωτεινότητα και να έχουν, όπως υπήρξε ο Αϊνστάιν και άλλοι, σε σύγκριση με το άλλο φως, που λέγεται «ανέσπερο φως», που είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός, αυτοί είναι φωτάκια και «πυγολαμπίδες». Όπως λέγει ο ποιητής, Γεώργιος Βερίτης, «ήταν φώτα, χίλια φώτα, μα δεν ήτανε το Φως»! Ο δε Σωκράτης με επίγνωση παρεδέχετο, το, «ουδέν οίδα». Δεν γνωρίζω, έλεγε, τίποτα και είμαι πάντοτε διδασκόμενος.  
Ο Γέροντας Σωφρόνιος της Μονής του Essex του Ηνωμένου Βασιλείου, γράφων για το «άκτιστο φως» σημειώνει: «Το άκτιστο φως είναι ως προς την φύση του θεία ενέργεια, κάτι τελείως διαφορετικό από το φυσικό φως. Κατά τη θέα του επικρατεί προπαντός η αίσθηση του ζωντανού Θεού, που απορροφά ολόκληρο τον άνθρωπο. Είναι η άυλη αίσθηση του άυλου. Αίσθηση νοερή και όχι λογική. Αίσθηση με εξουσιαστική δύναμη, που μεταφέρει τον άνθρωπο σε άλλο κόσμο, αλλά τόσο γαλήνια, που αυτός, ίσως, δεν αντιλαμβάνεται την στιγμή που του συμβαίνει αυτή η διακομιδή και δεν ξέρει, αν ο ίδιος βρίσκεται στο σώμα ή εκτός του σώματος. Έτσι, ο άνθρωπος μένει στο φως κι εξομοιώνεται με το φως που βλέπει. Πνευματοποιείται από αυτό και δεν βλέπει και δεν αισθάνεται, ούτε την δική του υλικότητα, ούτε την υλικότητα του κόσμου, διότι η  όραση δίδεται με ακατάληπτο τρόπο, ούτε απ' έξω ούτε από μέσα, αλλά αγκαλιάζει με ανέκφραστο τρόπο το πνεύμα του ανθρώπου, εισάγοντάς τον στον κόσμο του θείου φωτός. Ο μεν Θεός ενεργεί, ο δε άνθρωπος δέχεται», γράφει ο πνευματοκίνητος Γέροντας Σωφρόνιος.
Δηλαδή, συνεχίζει ο π. Σωφρόνιος, «το Θείο φως είναι στη φύση του διαφορετικό. Είναι φως νοερό, φως πνευματικό, φως αγάπης, φως ζωής, φως ελπίδας.  Το δε φυσικό φως είναι «Εικόνα του Θείου Φωτός» στο κόσμο. Το άκτιστο φως φωτίζει, σαν τον ήλιο, τον πνευματικό κόσμο του ανθρώπου, αποκαλύπτοντάς του τις πνευματικές διαδρομές, που είναι αθέατες με άλλον τρόπο. Χωρίς αυτό το φως δεν μπορεί ο άνθρωπος, ούτε να εννοήσει, ούτε πολύ περισσότερο, να εκπληρώσει τις εντολές του Χριστού, γιατί μένει στο σκοτάδι. Το άκτιστο φως φέρει μέσα του την αιώνια ζωή και την πνοή της Θείας αγάπης, διότι είναι το ίδιο η αιώνια ζωή και η Θεία αγάπη. Είναι η βασιλεία του Θεού, η άκτιστη ενέργεια της Θεότητας, που έρχεται αποκλειστικά, ως δώρο του Ενός Αγαθού».
Ενώπιον, λοιπόν, αυτής της διάστασης αξιώθηκε να βρεθεί ο τυφλός της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, ο οποίος εξ αιτίας, της πίστεώς του ανέβλεψε, καθώς ικέτευε, λαμβάνοντας, ως Θείο Δώρο, νέο Φως και συνέχισε την επίγεια ζωή του, με μία νέα πεφωτισμένη διάνοια, πλήρης φωτός και πνεύματος Αγίου. Διακαής πόθος του τυφλού της ευαγγελικής περικοπής ήταν, να βρει το φως του, να μπορέσει κάποιος να τον θεραπεύσει, γι’ αυτό όταν με τα μάτια της ψυχής του, αντιλήφθηκε την παρουσία του «Όντως Φωτός», δηλαδή, του  Χριστού, επίμονα και έντονα τον ικέτευε να τον θεραπεύσει. Και πράγματι, έλαβε το φως εις τους οφθαλμούς του και εξάλειψε το σωματικό του σκοτάδι.
Αλήθεια, πόσα έχει να διδάξει σε όλους μας αυτή η συμπεριφορά; Σε μας, που θολωμένοι και συγχυσμένοι από τον υλισμό της εποχής μας, κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι από τα σκληρά αδιέξοδά της, τραυματισμένοι υπαρξιακά από το αδηφάγο πάθος της καλοπέρασης και της ευμάρειας, δεν αντέχουμε σε πνευματικές πορείες ή αναβάσεις.  Όμως, οτιδήποτε μας βολεύει το θέλουμε και μάλιστα το επιδιώκουμε πεισματικά και εγωιστικά. Ό,τι όμως μας οδηγεί σε πνευματικούς αγώνες, σε εσωτερική εγρήγορση και θυσία, το προσπερνάμε αδιάφορα ή το αντικρίζουμε ασυγκίνητα.
Μήπως, επιτέλους, ήλθε η ώρα να προβληματιστούμε από την συμπεριφορική επικοινωνία του τυφλού με τον Χριστό; Μήπως η τραγικότητα των κηρύκων του «θανάτου» του Θεού και των τραγικών θυμάτων τους, που αναταράσσουν διαρκώς την εύθραυστη γυάλινη επιφάνεια της κοινωνίας με πράξεις εγκληματικές, θα πρέπει να μας οδηγήσει σε μια ουσιαστική αλλαγή πορείας και συμμόρφωση ζωής; Ο λόγος του Χριστού στον τυφλό, «η πίστη σου σέσωκέ σε», δηλαδή έχεις πλέον σωθεί, είναι ο δυναμικός βατήρας εκτίναξης προς την σωτηρία. Ο Χριστός, μας καλεί διαρκώς στον στίβο της ελπίδας και της «εν αυτώ ζωής». Κάθε συνάντηση με Εκείνον μας οδηγεί στη σωτηρία και στη θέωση, δηλαδή στην αγιότητα και νοηματοδοτεί την ύπαρξή μας. Μας χορηγεί, όπως λέγει ο Άγιος Ιγνάτιος, «το αντίδοτο του θανάτου, δηλαδή, το φάρμακο της αθανασίας».
Η Εκκλησία, του Εσταυρωμένου Χριστού, μας καλεί κοντά Της, για να ζήσουμε αυθεντικά και οντολογικά θεανθρώπινα. Μας προσκαλεί στο θείο και ζωηφόρο «μυστήριο των μυστηρίων», της Θείας Ευχαριστίας, όπου ο καθένας όταν έχει «κεκαθαρμένες διανοίες», ενώνεται με το αληθινό Φως, που είναι ο Χριστός, όπως ενώθηκε «τω όντι» μαζί Του, ο θεραπευθείς τυφλός της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής.