ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Η κοινωνικοποίηση είναι η διαδικασία ένταξης και ενσωμάτωσης του ατόμου σε ένα κοινωνικό σύνολο. Αν τη δούμε από τη μεριά του ατόμου, η κοινωνικοποίηση είναι μια διαδικασία με την οποία το άτομο αφενός αποκτά την κοινωνική του ταυτότητα και αφετέρου «προσκτάται» την κοινωνική του
κληρονομιά. Από τη μεριά της κοινωνίας, η διαδικασία της κοινωνικοποίησης εξασφαλίζει την κοινωνική αναπαραγωγή της κοινωνίας.
Η κοινωνικοποίηση ως όρος χρησιμοποιείται από κοινωνιολόγους, κοινωνικούς ψυχολόγους και εκπαιδευτικούς, ως μέσο ανάπτυξης του πολιτισμού του ατόμου και του τρόπου που ζει μέσα σε αυτόν. Για τα επιμέρους, παρέχει στα άτομα απαραίτητα μέσα για να ενεργήσουν και να συμμετέχουν στην κοινωνία. Για την κοινωνία, κοινωνικοποίηση είναι το μέσο για τη διατήρηση της πολιτιστικής συνέχειας.
Η Imogen Zeger λέγει ότι κοινωνικοποίηση είναι η διαδικασία κατά την οποία το άτομο αφομοιώνει τις υπάρχουσες κοινωνικές νόρμες (κανόνες) και αξίες έτσι, που αργότερα να τις αισθάνεται ως δικές του.  Η διαδικασία αυτή, ολότελα ασυνείδητη στα παιδιά και σπάνια συνειδητή από τους ενήλικες, μπορεί να παρατηρηθεί, να αποκαλυφθεί και να γίνει βάση για συγκρίσεις μόνο με επιστημονικό συλλογισμό.
Ο Freud την παρομοιάζει με ένα δράμα, με μια πάλη που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα ανάμεσα στα τρία μέρη της προσωπικότητας: πρώτο, τη φύση του ανθρώπινου πλάσματος, τα βιολογικά του ένστικτα, δεύτερο, τις εμπειρίες του από την πραγματικότητα, που αποτελούν το «εγώ» του και, τρίτο, το «υπερεγώ» του, την ηθική εξουσία μέσα στον άνθρωπο, τη συνείδηση που λειτουργεί ασυνείδητα. Στην περιγραφή του Freud το υπερεγώ είναι διάδοχος και εκπρόσωπος των γονέων, γιατί αναλαμβάνει τις εκπαιδευτικές τους λειτουργίες. Κύριο έργο του είναι να περιορίζει ή να εμποδίζει την ικανοποίηση των ενστικτωδών επιθυμιών. Τα πρώτα στοιχεία της η νόρμα που δημιουργεί το υπερεγώ τα παίρνει από τους γονείς και στη συνέχεια μαζεύει στοιχεία και από όσους διαδέχονται τους γονείς, όπως είναι οι δάσκαλοι, οι εθνικοί ήρωες ή οι μεγάλες φυσιογνωμίες της κοινωνίας. Σύμφωνα με τον Freud, η μελλοντική προσωπικότητα διαμορφώνεται κυρίως στην ηλικία των τεσσάρων χρόνων. Και η παραπέρα εξέλιξή της έχει ήδη καθοριστεί. Κυρίαρχη θέση, κατ' αυτόν, στη διαδικασία της κοινωνικοποίησης έχει η οικογένεια.
Εκτός από την οικογένεια, o Charles Cooley εξίσου μεγάλη σημασία έδωσε και σε άλλες «πρωτογενείς ομάδες», όπως είναι οι ομάδες παιχνιδιού, εργασίας και φιλίας, που όλες τους αναπτύσσουν ένα «συναίσθημα του εμείς», το συναίσθημα πως ανήκουμε σε μια ομάδα, πως είμαστε όλοι μαζί. Ο Cooley, αντίθετα από τον Freud, δεν βλέπει τη διαμόρφωση της προσωπικότητας σαν μια δραματική πάλη, αλλά μάλλον σαν παιχνίδι, που έχει στη βάση του την «εικόνα του εγώ». Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος, μέσα από τη διαδικασία κοινωνικοποίησής του δεν έχει άλλο τρόπο να δει τον εαυτό του παρά μόνο με τα μάτια των άλλων που τον περιστοιχίζουν. Οι αντιδράσεις τους στη συμπεριφορά του αντανακλούν την «εικόνα του εγώ» του.
Στην παραπάνω κατεύθυνση που έδωσε ο Cooley προχωράει ακόμα περισσότερο ο George Herbert Mead. Αυτός ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τις ορθολογικές πλευρές της προσωπικότητας και για το πώς αναπτύσσονται με τις επιδράσεις άλλων ανθρώπων. Η γλώσσα και οι αμοιβαίες ενέργειες που γίνονται δυνατές με αυτή αποτελούν το κέντρο της μελέτης του. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτόν, το εξελισσόμενο ανθρώπινο πλάσμα μαθαίνει να βλέπει τον εαυτό του παρατηρώντας την επίδρασή του πάνω στους άλλους. Γυρεύει ζεστασιά, αγάπη, έπαινο, εκτίμηση από όσους θεωρεί σημαντικούς και κάνει αυτό που εκείνοι περιμένουν να κάνει, στο βαθμό που το καταλαβαίνει και μπορεί να το φανταστεί.
Κατά τον Mead, ο αυτοέλεγχος είναι ένας έμμεσος κοινωνικός έλεγχος από τους «γενικευμένους άλλους». Σε αντίθεση με το «υπερεγώ» του Freud, οι «γενικευμένοι άλλοι» έχουν μια θετική καθοδηγητική φωνή, που του λέει τι πρέπει να κάνει για να κερδίσει τον έπαινο και την αναγνώριση, ενώ το «υπερεγώ» εμποδίζει και κατηγορεί αδιάκοπα.
Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο η σκέψη του Mead αγγίζει τη σκέψη του Emile Durkheim. Είναι αποφασιστικό για το σχήμα του Durkheim το ότι η κοινωνικοποίηση της προσωπικότητας δεν έχει μόνο ανασταλτικό χαρακτήρα, δεν εμποδίζει μόνο τις βιολογικές ορμές, έτσι που να γίνει δυνατή η κοινωνική ζωή, αλλά είναι και μια θετική λειτουργία, δεδομένου ότι κάνει, πριν από όλα, δυνατή την ανθρώπινη ζωή. Ο άνθρωπος παίρνει μέρος στη ζωή της κοινωνίας–στη γλώσσα της, στον πατροπαράδοτο πολιτισμό της, στη γνώση, στα έθιμα, στα ήθη, στην τεχνολογία– και έτσι κερδίζει κάτι, όχι μόνο αυτό που παίρνει άμεσα, αλλά και το ερέθισμα να συνεχίσει, να οικοδομήσει πάνω στην κοινωνική κληρονομιά που δέχτηκε. Τα «κοινωνικά δεδομένα», λέει ο Durkheim, δεν μπορούν να ερμηνευτούν με βιολογικά ή ψυχολογικά δεδομένα, υπάρχουν πριν ο ανθρώπινος οργανισμός γίνει προσωπικότητα και επιβιώνουν και μετά από αυτόν.
Η κοινωνία, κατ' αυτόν, δεν είναι απλό άθροισμα ατόμων. Το σύστημα που δημιουργείται με τη συνένωσή τους αντιπροσωπεύει μια ξεχωριστή πραγματικότητα, που έχει δικά της χαρακτηριστικά. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Durkheim δεν αντέκρουσε τον Freud, αλλά τους άλλους ψυχολόγους, όπως τον J. S. Mill, που έλεγε ότι «τα ανθρώπινα όντα στην κοινωνία δεν έχουν άλλες ιδιότητες από αυτές που προκύπτουν από τους νόμους της φύσης του ατόμου», ή τον Gabriel Tarde, που πίστευε πως μπορούσε να αναγάγει την κοινωνική συμπεριφορά σε μια τάση για μίμηση. Αυτό που κάνει περισσότερο τον Durkheim να διαφοροποιείται από τους άλλους τρεις μελετητές είναι ότι μόνο αυτός ασχολήθηκε κυρίως με την αδιάκοπη κοινωνικοποίηση του ενήλικου ατόμου και με την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο άτομο και τη συλλογική συνείδηση. Ο Durkheim, ακόμα, είναι αυτός που κατέλυσε την παλιά και πολυσυζητημένη αντίθεση ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία. Υποστήριξε ότι το άτομο στη διαδικασία της διαμόρφωσής του αφομοιώνει ένα μέρος της κοινωνικής ουσίας και την κάνει μέρος του εαυτού του. Η κοινωνία ενσαρκώνεται στα άτομα, αποτελείται από συλλογικές παραστάσεις που υλοποιούνται μέσα σε κοινωνικούς θεσμούς, και πάλι με τη σειρά τους οι θεσμοί επιβεβαιώνονται αδιάκοπα από τις συλλογικές παραστάσεις και παραδίνονται από γενιά σε γενιά. Αυτό σημαίνει ότι το άτομο δεν είναι μόνο ένα μέρος της κοινωνίας, αφού η ατομική προσωπικότητα σχηματίζεται με την αλληλεπίδραση των έμφυτων τάσεων και του κοινωνικού περιβάλλοντος. Ούτε και η κοινωνία αποτελείται μόνο από άτομα. Έτσι, ο Durkheim είναι αυτός που έκανε το αποφασιστικό βήμα από την κοινωνική ψυχολογία στην κοινωνιολογία, όταν προφητικά και παθιασμένα διακήρυξε αυτό που σήμερα αποτελεί τη βάση για κοινωνική επιστημονική έρευνα: «ο άνθρωπος είναι προϊόν και συνάμα δημιουργός της κοινωνίας».
ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ
Πρωτογενής κοινωνικοποίηση είναι η διαδικασία κατά την οποία οι άνθρωποι μαθαίνουν τις στάσεις, τις αξίες, τις δράσεις για να συμμετέχουν ως μέλη μιας συγκεκριμένης κουλτούρας.
Ο Parsons είδε ως κοινωνικοποίηση και τον τρόπο που το άτομο που ασκήθηκε στην κοινωνία και, ταυτόχρονα, τον τρόπο που το άτομο είχε διαμορφωθεί, ως προσωπικότητα Ήταν κοινωνιολόγος, αλλά οι συνάδελφοί του που ασχολήθηκαν ήταν ψυχολόγοι και ιδίως ο Robert Bales, ο οποίος ήταν ειδικός σε μικρές ομάδες αλληλεπίδρασης. Στόχος τους ήταν η κοινωνικοποίηση πρόσωπο με πρόσωπο με αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων και ισχυρίστηκαν ότι κύριος φορέας κοινωνικοποίησης ήταν η οικογένεια.
Οι Parsons και Bales πίστευαν ότι οι ανθρώπινες προσωπικότητες διαμορφώνονται στις οικογένειες που χαρακτήρισε ως «εργοστάσια που παράγουν ανθρώπινη προσωπικότητα». Είδε την οικογένεια ως ένα σύστημα που ήταν υπεύθυνο για τη δημιουργία της προσωπικότητας των ατόμων, ώστε να εντάσσονται στο σύνολο της κοινωνίας.

Η βασική αρχή για τη λειτουργία της οικογένειας ήταν να επικοινωνούν με παιδιά, ώστε να γίνονται πλήρη μέλη της κοινωνίας μέσω της αλληλεπίδρασης. Τα παιδιά θα μιμηθούν τους γονείς τους και στη συνέχεια θα κριθούν οι δράσεις τους υπό το πρίσμα είτε αμοιβής ή τιμωρίας. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές αρχικά θα είναι μη-λεκτικές, μέχρι το παιδί να μάθει να μιλάει.
ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ
Δευτεροβάθμια κοινωνικοποίηση επιτυγχάνεται στη διαδικασία της μάθησης του τι είναι κατάλληλη συμπεριφορά ως μέλους μιας μικρότερης ομάδας στην ευρύτερη κοινωνία. Σχετίζεται συνήθως με εφήβους και ενήλικες και περιλαμβάνει μικρότερες αλλαγές από αυτές που εμφανίζονται κατά την πρωτογενή κοινωνικοποίηση, όπως η αλλαγή επαγγέλματος ή μετεγκατάσταση σε ένα νέο περιβάλλον ή κοινωνία.
Αν η οικογένεια είναι το κύριο σύστημα της κοινωνικοποίησης, το σχολείο και το σύστημα εκπαίδευσης είναι η δευτερεύουσα λειτουργία της κοινωνικοποίησης. Καθοδηγεί το πρόσωπο μέσα από μια όλο και πιο λεπτή μορφή ανταμοιβών και ποινών. Σκληρά λόγια ή επίπληξη δίνουν τη θέση τους στα χαμόγελα, τα σχόλια για την ενθάρρυνση της ουσίας και βραβεία.
Ο Parsons και οι συνάδελφοί του αναγνώρισαν ότι η εκπαίδευση δεν ήταν μόνο μετάδοση γνώσεων και πληροφοριών αλλά και μέσο διαμόρφωσης της προσωπικότητας του ατόμου. Είδαν την κοινωνικοποίηση, τόσο μέσα στην οικογένεια και στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος, όσο και στην προετοιμασία του ατόμου για το ρόλο του στην κοινωνία ως άνδρα ή γυναίκας, με το αίσθημα του ανήκειν τα καθήκοντα και τις ευθύνες του.
Η κοινωνικοποίηση παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της διαμόρφωσης προσωπικότητας Αν και μεγάλο μέρος της ανθρώπινης προσωπικότητας είναι αποτέλεσμα των γονιδίων μας, η διαδικασία κοινωνικοποίησης μπορεί να διαμορφώσει κατευθύνσεις για ενθάρρυνση των ειδικών πεποιθήσεων συμπεριφορών και εμπειριών.
Η επιτυχημένη κοινωνικοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε ομοιομορφία σε μια κοινωνία. Αν όλα τα παιδιά λαμβάνουν την ίδια κοινωνικοποίηση, είναι πιθανό ότι θα μοιράζονται την ίδια πίστη και προσδοκίες.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΕΙΟ
Το σχολείο οδηγεί τα παιδιά όλων των ηλικιών σε μια καινούρια πραγματικότητα. Πρέπει το καθένα να αντιμετωπίσει την προσαρμογή του σε ένα νέο πλαίσιο, την κοινωνικοποίησή του στην τάξη, στις σχολικές δυσκολίες και την επαφή του με τους συνομηλίκους του, τους δασκάλους του, διότι το σχολικό περιβάλλον απαιτεί ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, μια νέα πραγματικότητα, με περισσότερες υποχρεώσεις, λιγότερο ελεύθερο χρόνο και περισσότερο διάβασμα.
Πολλά παιδιά προσαρμόζονται ομαλά, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό παιδιών δεν μπορεί να διαχειριστεί ικανοποιητικά, ούτε να αξιοποιήσει δημιουργικά τις νέες απαιτήσεις και προκλήσεις, με αποτέλεσμα να βιώνει αρνητικές εμπειρίες και άγχος. Τα παιδιά αυτά αντιμετωπίζουν διάφορες δυσκολίες, όπως απροθυμία ή άρνηση στο να πάνε σχολείο, διαταραχή στον ύπνο, πόνους στο στομάχι ή ξεσπάσματα θυμού. Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να είναι εκδηλώσεις της προσπάθειας που κάνουν ώστε να αντιμετωπίσουν την καινούρια πρόκληση στη ζωή τους και να προσαρμοστούν στις νέες σχολικές απαιτήσεις.
Τέτοιες αντιδράσεις δημιουργούν εύλογα προβληματισμό, όχι μόνο σε γονείς και εκπαιδευτικούς, αλλά και σε όσα από τα παιδιά, διανύουν και βιώνουν την εφηβεία, η οποία αποτελεί από μόνη της μια μεταβατική φάση από την παιδική ηλικία, προς την ενηλικίωση. Πρόκειται για το εξελικτικό στάδιο ή περίοδο, που κατά τη διάρκειά τους συμβαίνουν πολλές βιολογικές και συναισθηματικές αλλαγές. Ο έφηβος μαθητής κατακλύζεται από έντονα και ευμετάβλητα συναισθήματα. Συχνά γίνεται επιθετικός, ιδιαίτερα απέναντι στους γονείς και στους καθηγητές του, δοκιμάζοντας με αυτόν τον τρόπο την αντοχή τους, αλλά και το πώς αυτοί θα αντιδράσουν σε αυτήν την προσπάθεια. Ταυτόχρονα, ίσως αναπολεί την παιδική του ηλικία, επιστρέφοντας σε παλιότερες συμπεριφορές, αναζητώντας τη θαλπωρή και την τρυφερότητα που είχε, όταν ήταν παιδί.
Εύκολα καταλαβαίνουμε, ότι οι δύο αυτές αντιθετικές συμπεριφορές δυσκολεύουν τους εφήβους, οι οποίοι καταβάλουν προσπάθεια να αποχωριστούν από την προστασία των γονέων και την παιδικότητά τους και συγχρόνως να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις του σχολείου και της ζωής τους, διότι η εφηβεία δεν είναι ένα απλό βιολογικό γεγονός. Είναι ένα πολυσύνθετο στάδιο, στο οποίο οι οργανισμικές μεταβολές, δεν γίνονται αφηρημένα, αλλά εντός συγκεκριμένου κοινωνικού και πολιτισμικού πλαισίου, που κάθε έφηβος πρέπει να επιλύσει διάφορα και πολυποίκιλα προβλήματα, ώστε να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του κοινωνικού του περιβάλλοντος και να γίνει αποδεκτός.
Την περίοδο αυτή οι έφηβοι τείνουν να υποκαταστήσουν τους γονείς και την οικογένειά τους με την ένταξή τους σε κάποια ομάδα ή ομάδες αποτελούμενη, κυρίως, από συνομηλίκους, που λειτουργεί σαν γέφυρα μετάβασης στη δόμηση της προσωπικότητας, διότι εκεί μέσα στις ομάδες των συνομηλίκων ο έφηβος νοιώθει ότι αναγνωρίζεται, ότι ανήκει και μοιράζεται τις εμπειρίες του, ότι ενηλικιώνεται και ωριμάζει.
Βέβαια η διαδικασία της προσαρμογής δεν γίνεται πάντα με ιδεατό τρόπο. Σε πολλές περιπτώσεις οι προσαρμογές είναι απάνθρωπες και επώδυνες. Η επιρροή του περιβάλλοντος είναι βέβαιο ότι έχει πανίσχυρη επίδραση και ο έφηβος προκειμένου να γίνει αποδεκτός κάνει συνήθως ό,τι μπορεί για να ανταποκριθεί. Η επιβεβλημένη «κοινωνικοποίηση» του εφήβου, προσφέρει ένα ασύγκριτο κέρδος. Ζει ως αποδεκτό μέλος της κοινότητάς του και δεν υφίσταται μία από τις μεγαλύτερες απειλές: την κοινωνική απομόνωση.
Ο άνθρωπος είναι αναπόφευκτο να «προσαρμοστεί» στο κοινωνικό του περιβάλλον και ακόμα περισσότερο ο έφηβος, να «προσαρμοστεί» στο περιβάλλον του, να «κοινωνικοποιηθεί», ώστε να αναπτύξει τη δική του «προσωπικότητα».
Σημαντικό ρόλο έχουν και οι γονείς των εφήβων, οι οποίοι χρειάζεται να κατανοούν τις αλλαγές και την ανάγκη συναισθηματικής απομάκρυνσης του εφήβου και πρέπει να ανταπεξέλθουν στις συσσωρευμένες ματαιώσεις στη σχέση τους με τον έφηβο της οικογένειας. Επίσης είναι απαραίτητο οι γονείς να είναι συναισθηματικά παρόντες.