ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ


ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου
Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα (Ρωμ. Στ΄18-23) ο Απόστολος Παύλος διδάσκει για τη σκλαβιά της αμαρτίας και την «εν Χριστώ ελευθερία»,  λέγων προς τους αποδέκτες της Επιστολής του, ότι: «ελευθερωθέντες από της αμαρτίας εδουλώθητε τη δικαιοσύνη». Δηλαδή: «Αφού ελευθερωθήκατε από την αμαρτία, γίνατε δούλοι στην δικαιοσύνη». Δηλαδή, η προσαρμογή του ανθρώπου στην ενάρετη ζωή, δεν είναι σκλαβιά, αλλά ελευθερία. Διότι η απόλυτη ελευθερία προσφέρεται μέσα από το ζωοποιό μήνυμα της Αναστάσεως του Σταυρωμένου Χριστού,  με το οποίο ο άνθρωπος γίνεται πραγματικά ελεύθερος, και όταν ελευθερώνεται από τη μεγαλύτερη δουλεία, που είναι η δουλεία της αμαρτίας, τότε μπορεί να εφαρμόζει τις εντολές του Θεού και ν
α επανασυνδεθεί μαζί Του.
Όταν ο Απ. Παύλος παρομοιάζει τη δουλεία με την αμαρτία, δεν εννοεί την ηθική στάση και συμπεριφορά του ανθρώπου, με πράξεις αμαρτωλές και ηθικιστικού περιεχομένου, αλλά μιλά για την οντολογική σημασία της αμαρτίας, που σημαίνει την άρνηση του Θεού, την απιστία και την υποταγή του ανθρώπου στα εγκόσμια και στην ειδωλολατρία. Συνεπώς, η απελευθέρωση από την αμαρτία, έχει ως επακόλουθο την εγκατάλειψη της ειδωλολατρίας και την προσχώρηση στη δικαιοσύνη του Χριστού. Είναι η είσοδος στη χάρη της Εκκλησίας και στην αποδοχή της εν Χριστώ αλήθειας.
Ο Απ. Παύλος κάνει τη σύγκριση μεταξύ της δουλείας της αμαρτίας και της «εν Χριστώ» ελευθερίας και καταδικάζει τη δουλεία, διότι υποβαθμίζει την ελευθερία της βουλήσεως, το ανεκτίμητο δώρο της Θεία Πρόνοιας, διότι ο άνθρωπος, πλάσθηκε από τον Τριαδικό Θεό ελεύθερος, αλλά χρησιμοποιώντας ασύνετα την ελευθερία του, περιτυλίχτηκε στα πλοκάμια της αμαρτίας.
Παρήκουσε την Θεία εντολή και μεταποίησε την αδυναμία του σε πάθη στα οποία τελικά υποδουλώθηκε. Η προγονική πτώση είχε τις αναπόφευκτες οντολογικές συνέπειες στο καθαυτό είναι του ανθρώπου, στο «κατ' εικόνα», το οποίο ενώ αμαυρώθηκε δεν καταστράφηκε από την αμαρτία. Εκείνο που έχασε ο άνθρωπος, παρατηρεί ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, δεν ήταν το «κατ’  εικόνα», αλλά το «καθ' ομοίωση». Η αμαύρωση του «κατ’  εικόνα» επέφερε φθορά και στο αυτεξούσιο του ανθρώπου, το οποίο αντί να πορεύεται προς την ελευθερία του πρωτοτύπου του, βρέθηκε μέσα στην περιοχή της επιρροής του διαβόλου, ο οποίος, ενώ δεν μπόρεσε να καταργήσει το αυτεξούσιο του ανθρώπου, το συσκότισε και το εμπόδισε να κινείται στην τελειωτική του προοπτική. Έτσι ο,τιδήποτε και αν έκανε ο άνθρωπος, βρισκόταν κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά υπό τις συνέπειες της προγονικής πτώσεως.
Η παρακοή της εντολής του Θεού, οδήγησε στη σύνταξη του ανθρώπου με τον διάβολο και την υποταγή του στο θάνατο. Όμως ο φιλεύσπλαχνος  Θεός βρήκε τρόπο, ώστε και τον άνθρωπο να λυτρώσει από τον θάνατο, και το αυτεξούσιο του ανθρώπου να διατηρήσει. Ο Θεός δεν επέτρεψε να γίνει ο θάνατος το υποχρεωτικό τέλος, το «έσχατον καταγώγιον» όλων των ανθρώπων. Επειδή δε ο άνθρωπος δεν έφτασε «αυτοκινήτως» προς το κακό, αλλά μετά τη συκοφαντία του θελήματος του Θεού, από τον διάβολο, δεν προχώρησε μετά την παράβαση, «ακρατώς και ανεπιστρόφως», προς το κακό, όπως οι δαίμονες, και έτσι παρέμεινε δεκτικός του Θείου Σχεδίου, προκειμένου να δεχθεί την οντική απελευθέρωσή του.
Η ελευθερία όμως που παρέχεται από το Χριστό, στο πλαίσιο της Εκκλησίας, παρουσιάζει μια πτυχή αντινομίας, γιατί η ελευθερία αυτή εμφανίζεται ως ολοκληρωτική δουλεία στον Χριστό. Η ολοκληρωτική δουλεία των πιστών στον Χριστό είναι μια εκούσια, δουλεία, που προκύπτει ως ανταπόκρισή τους στην προσφορά του Χριστού.  
Ο Απ. Παύλος διδάσκει, ότι «με την χάρη του Θεού απελευθερωθήκατε από το ζυγό της αμαρτίας, γίνατε δούλοι στην αρετή». Αυτό, επ’ ουδενί σημαίνει ότι στερούνται την ελευθερία τους, διότι οι πιστοί προσφέρουν τη θέλησή τους στον Χριστό και ενώνονται ολοκληρωτικά με το πνεύμα του Χριστού. Αλλά το πνεύμα του Χριστού, που παίρνουν οι άνθρωποι μέσα στην Εκκλησία, δεν είναι «πνεύμα δουλείας» αλλά «πνεύμα υιοθεσίας», γεγονός, που κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά σημαίνει, ότι είναι «πνεύμα ελευθερίας, ταυτό δ' ειπείν το πνεύμα το άγιον». Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι του Χριστού έχουν και βιώνουν την κατεξοχήν ελευθερία τους, αφού και κατά το βιβλικό χωρίο «ου το πνεύμα Κυρίου, ελευθερία». Η ελευθερία αυτή, για την οποία μιλά ο Απόστολος Παύλος, αποκαλύπτεται κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, με το φως της θείας χάριτος.
Συνεπώς, ελευθερία είναι η απελευθέρωση από την αμαρτία και τα «οψώνιά» της, που είναι ο θάνατος. Είναι η απόφαση του ανθρώπου, να επιλέγει το καλό. Να μην υποδουλώνεται στα πάθη και τις μικρότητες, καθώς και στις σωματικές, ψυχικές και ηθικές εξαρτήσεις. Να μπορεί ακόμα και να παραιτείται από δικαιώματα, σύμφωνα με την Παύλεια ρήση, ότι  «ουδείς να ζητάει το δικό του, αλλά ο καθένας του άλλου», (Α΄ Κορ. 10, 24), διότι ελευθερία είναι να πλησιάζεις το Θεό, μέσω της αγάπης και της υπέρβασης του «είναι» σου (Ρωμ. 6, 16-23, Γαλάτας 4, 1-7).
Είναι ελευθερία το να επιλέγεις υπεύθυνα και ώριμα την καλοσύνη, χωρίς να χρειάζεσαι εντολές και απαγορεύσεις. Αυτή την ελευθερία, γράφει ο Απ. Παύλος,, την έχουν κατορθώσει και οι μη χριστιανοί, οι οποίοι εφαρμόζουν την αγάπη από μόνοι τους, λόγω του πανανθρώπινου νόμου της συνείδησης, που έχει εγκαταστήσει ο Θεός μέσα τους από καταβολής κόσμου (Ρωμ. 2, 13-15). Συνεπώς,  θέμα δουλείας ανθρώπου προς άνθρωπο, για τον Παύλο, δεν τίθεται, διότι θεωρεί αυτονόητο, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι. «Δεν υπάρχει Ιουδαίος και Έλληνας» (εθνικός), «ούτε δούλος και ελεύθερος, ούτε αρσενικό και θηλυκό, όλοι είστε ένας εν Χριστώ Ιησού» (Γαλάτας 3, 28).
Είναι όντως πρωτοπόρος, ο Απ. Παύλος, διότι θεωρεί «ελεύθερους τους δούλους». Οι δούλοι, κατά τη διδασκαλία της χριστιανικής πίστης, είναι απόλυτα ισότιμοι με τους ελεύθερους και με τους ίδιους τους κυρίους τους και καθορίζει και τις μεταξύ τους σχέσεις. Μιλώντας ο Παύλος για την αγάπη, για τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες σχέσεις, δεν ξεχωρίζει ελεύθερους και δούλους. Δούλοι και ελεύθεροι, όπως πλούσιοι και φτωχοί, συμμετείχαν ισότιμα στη Θεία Μετάληψη, αλλά και στα κοινά δείπνα, τις γνωστές «αγάπες».
Η απελευθέρωση του ανθρώπου από την δουλεία δεν περιορίστηκε στην περίοδο της επίγειας ζωής του Χριστού. Συνεχίζεται και πραγματώνεται στο πλαίσιο της Εκκλησίας με τον διπλό πάντοτε χαρακτήρα της, που αναφέρεται στην ψυχή και το σώμα του ανθρώπου.
 Η ενανθρώπηση, ο θάνατος και η Ανάσταση του Χριστού αποτελούν ιστορικά γεγονότα της ζωής του, τα οποία έχουν οδηγούν στην απελευθέρωση του ανθρώπου, από τη δουλεία της αμαρτίας. Η μόνη δυνατότητα του ανθρώπου, για να απελευθερωθεί από την δουλεία της αμαρτίας, τον διάβολο και τον θάνατο, είναι να μετέχει κατά μυστηριακό τρόπο στο θάνατο και την ζωοφόρο Ανάσταση του Χριστού. Με τη μετοχή του ο άνθρωπος στα ιερά Μυστήρια και πρωτίστως στο Μυστήριο του Βαπτίσματος,  αποκτά τις απαραίτητες προϋποθέσεις της ελευθερίας του και δέχεται αγιαστικά και χαρισματικά την απελευθέρωσή του από την δουλεία της αμαρτίας. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κηρύττει, ότι όπως  η ευθύνη του θανάτου, εξαιτίας του Αδάμ, πέρασε σ' όλους τους ανθρώπους, το ίδιο ισχύει και με το Βάπτισμα, με το οποίο ο νεοφώτιστος περνά στην αιώνια ζωή, που είναι ζωή ελευθερίας, σ' όλους εκείνους, που αναγεννώνται πνευματικώς από τον Θεάνθρωπο, αφού τούτο είναι «αμαρτημάτων λυτήριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον, αγγελικής ισχύος πεπληρωμένον».
Ο Χριστός, δια της ενεργούς συμμετοχής μας στη ζωή της Εκκλησίας, μας προσφέρει τη δυνατότητα της απελευθέρωσής μας, από τη δουλεία της αμαρτίας και του θανάτου και μας ζητά, να τον ακολουθήσουμε, ώστε  να επανακτήσουμε την χαμένη ελευθερία. «Γίνετε ελεύθεροι και μην ξαναπέσετε στο ζυγό της δουλείας», γράφει ο Απ. Παύλος. Ο Θεός κάλεσε τους ανθρώπους «επ’ ελευθερία», αλλά η ελευθερία αυτή πραγματώνεται, όταν υπηρετούμε ο ένας τον άλλον, δια της αγάπης (Γαλάτας, 5, 1, 13). Η ελευθερία, όπως την προτείνει ο Απ. Παύλος, είναι εν Χριστώ ελευθερία και όχι είδος αφηρημένης ελευθερίας ή ασυδοσίας.
Το αυθεντικό βίωμα της χριστιανικής ζωής επισφραγίζεται με τον αγιασμό του ανθρώπων και την τελείωσή του μέσα στην Εκκλησία, η οποία τον  οδηγεί στην ουράνια Βασιλεία, ως κοινωνία θεώσεως. ‘Εκεί οι άγιοι δεν βλέπουν μόνο την δόξα του Θεού, αλλά μετέχουν σε αυτήν, γιατί πλέον μία και μόνη είναι η ενέργεια του Θεού και των άγιων. Η ασύλληπτη αυτή ενότητα με τον Θεό και το ανυπέρβλητο μεγαλείο που συνεπάγεται αυτή για τον άνθρωπο, καθιστούν προφανή και τον λόγο, για τον οποίο η ανθρώπινη συνεργία καλείται να υπερνικήσει τα ανθρώπινα μέτρα. Ο πιστός καλείται να απαρνηθεί τον εαυτό του και να ακολουθήσει τον Χριστό, «όπου αν υπάγει».
Η πορεία αυτή πραγματοποιείται, ως συμπόρευση με τον Χριστό και με την τήρηση των θείων εντολών. Ο βαθμός της τηρήσεως των εντολών του Θεού από τον άνθρωπο, φανερώνει και τον βαθμό της αγάπης του, προς τον Θεό. Όπως και ο βαθμός της παραθεωρήσεως των εντολών φανερώνει τον βαθμό της απομακρύνσεώς του από τον Θεό και της προσηλώσεώς του στην φιλία του κόσμου και την φιληδονία. Όσο περισσότερο αυξάνει η αγάπη του προς τον Θεό, τόσο πληρέστερη και ακριβέστερη γίνεται και η τήρηση των εντολών του.
Η εν Χριστώ ελευθερία των πιστών έχει εσχατολογική προοπτική. Η ολοκλήρωση και η τελείωσή της βρίσκεται στα έσχατα. ‘Όπως είναι γνωστό τα έσχατα είναι και παρόντα, και ως παρόντα βιώνονται κατεξοχήν στα μυστήρια. Έτσι, οι πιστοί και στην παρούσα ζωή βιώνουν, την χαρισματική ελευθερία, ως πρόγευση και αρραβώνα της εσχατολογικής ελευθερίας τους.

Αλλά, η εν Αγίω Πνεύματι ελευθερία στην πληρότητά της, θα βιωθεί και θα φανερωθεί μετά την ανάσταση των νεκρών, στη μέλλουσα βασιλεία του Θεού, εις την οποία οι πιστοί θα συνθέτουν τα ένδοξα μέλη του μυστηριακού σώματος του Χριστού, και θα γίνονται όλο και περισσότερο δεκτικοί του Αγίου Πνεύματος, «τελειούμενοι ατελευτήτως».