ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ

Ο Απόστολος Ανδρέας 
Βίος, δράσις και μαρτύριον αυτού εν Πάτραις 
Του Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η πρωτοβουλία διά την συγγραφήν της παρούσης βιογραφίας του Πρωτοκλήτου αποστόλου και προστάτου της πόλεως Πατρών ανήκει εξ ολοκλήρου εις την ευγενή αλλά και επίμονον προτροπήν του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κυρίου Θεοκλήτου. Προ έτους και πλέον μου διετύπωσεν εν Αθήναις την παράκλησιν να επιχειρήσω την συγγραφήν ταύτην και παρά την αντιταχθείσαν ευθύς εξ αρχής άρνησίν μου η Σεβασμιότης του δεν απεθαρρύνθη, αλλ' οσάκις με συνήντα, δεν έπαυε να μου υπενθυμίζη την υποχρέωσιν, την οποίαν είχον, όπως αποδώσω εις τον πολιούχον της εκθρεψάσης με πόλεως το οφειλόμενον. 

Και ως προς μεν το τελευταίον τούτο, ουδέποτε με απέλιπεν η προθυμία, όπως εκδηλώνω εκάστοτε την προς τον Πρωτόκλητον ευλάβειάν μου. Η έλλειψις όμως δαψιλών ειδήσεων περί της αποστολικής δράσεως αυτού εκ πηγών αδιαμφισβητήτως αυθεντικών με εύρισκε διστακτικόν, όπως τολμήσω το προτεινόμενον εγχείρημα. Αλλ' η επιμονή του Αγίου Πατρών ενίκησεν επί τέλους. Και ήδη, ότε η συγγραφή ήχθη εις πέρας, ουχί άνευ ικανοποιήσεως και εγώ επαναλαμβάνω το του ιερού Γρηγορίου: «Ήττημαι και την ήτταν ομολογώ». 
Προκειμένου ήδη να εξηγήσω ποίαν οδόν ηκολούθησα κατα την συγγραφήν της βιογραφίας ταύτης, επαναλαμβάνω, ότι είναι αληθώς πολύ πενιχραί αι ειδήσεις, τας οποίας αυτόπται περιέσωσαν εις ημάς περί της ενθέου και ακουράστου δράσεως των πρώτων μαθητών του Κυρίου. Αι Πράξεις των Αποστόλων, αι ομιλούσαι περί του Πέτρου, του Στεφάνου και του Παύλου, έχουν έκτασιν τόσον περιωρισμένην, ώστε το κείμενόν των ανατυπούμενον θα κατελάμβανε το πολύ εν οκτασέλιδον μιας καθημερινής εφημερίδος. Δεν μας αφηγούνται δε παρά τμήμα μόνον της δράσεως των δύο κορυφαίων αποστόλων. Και το πράγμα είναι ευεξήγητον. 

Οι πρώτοι μαθηταί είχον ενώπιόν των έργον γιγάντιον και κολοσσιαίον. Εκαλούντο να κατακρημνίσουν ένα κόσμον, όστις όσον και αν ήτο παλαιός, είχε βαθέως ακόμη ερριζωμένα τα θεμέλιά του και επάνω εις τα ερείπια, άτινα θα εσωρεύοντο με μόνην σκαπάνην το κήρυγμά των, να ανεγείρουν με μόχθους και θυσίας αφαντάστους το νέον οικοδόμημα της πίστεως. Απερροφημένοι λοιπόν από το μέγα τούτο και υπεράνθρωπον εγχείρημα, ενδιαφερόμενοι δε πρωτίστως να εμφανίσουν εις τον κόσμον μόνον τον Χριστόν, εις τον οποίον είχον δώσει ολόκληρον την ζωήν των, επόμενον ήτο να λησμονήσουν εαυτούς. Προ του Ηλίου της Δικαιοσύνης, του οποίου την ζωηράν και εκθαμβωτικήν αίγλην, ως άλλα κρυστάλλινα και διαυγή κάτοπτρα απηύγαζον εις τον υπνώττοντα και εζωφωμένον κόσμον, εχάνοντο αυτοί και εξαφανίζοντο. Ό,τι έλεγεν ο Βαπτιστής περί εαυτού εν σχέσει προς τον Κύριον, ήτο πολύ περισσότερον και φρόνημα ιδικόν των. «Εκείνον δει αυξάνειν, ημας δε ελαττούσθαι». Ιδού το σύνθημα, με το οποίον διεσκορπίσθησαν από των Ιεροσολύμων κατά πάσαν διεύθυνσιν του τότε γνωστού κόσμου οι άγιοι απόστολοι. 

Δεν είναι λοιπόν παράδοξον, εάν στερούμεθα αυθεντικών πληροφοριών από συγχρόνους και αυτόπτας σχεδόν δι' όλους τους αποστόλους. Από τους δώδεκα χάνομεν ολοτελώς μετά την Πεντηκοστήν τους εννέα. Ουδείς αυτόπτης και ακόλουθος αυτών κατέλιπεν εις ημάς, έστω και βραχύ τι σημείωμα, περί του πού εκήρυξαν, πότε έληξε το έργον των και με ποίον τρόπον μετέστησαν από του παρόντος βίου. Και περί αυτών ακόμη των κορυφαίων, περί την δράσιν των οποίων στρέφεται το θεόπνευστον βιβλίον των Πράξεων, στερούμεθα εκ των βιβλίων της Καινής Διαθήκης ειδήσεων περί του χρόνου και του τρόπου του μαρτυρίου των. Δεν πρέπει λοιπόν να εκπληττώμεθα, εάν και διά τον Πρωτόκλητον Ανδρέαν δεν έχομεν από τους θεοπνεύστους πηγάς μας πληροφορίας περί του μετά την Πεντηκοστήν αποστολικού του έργου. Διά την μέχρι της Πεντηκοστής ζωήν του ως μαθητού του Κυρίου, έχομεν ειδήσεις τινάς εκ των ιερών Ευαγγελίων. Αλλ' εάν αύται κριθούν καθ' εαυτάς, θα θεωρηθούν ασφαλώς πολύ ολίγαι. Όταν όμως σκεφθώμεν ότι υπάρχουν απόστολοι, ως ο Ιάκωβος του Αλφαίου και ο Σίμων ο ζηλωτής και ο Ιούδας του Ιακώβου, περί των οποίων εκτός των ονομάτων των, ουδέν άλλο γνωρίζομεν εκ των ιερών κειμένων, θα εύρωμεν τας περί του αποστόλου Ανδρέου βιβλικάς ειδήσεις αρκετάς. Μέχρι λοιπόν της Πεντηκοστής θα εκθέσωμεν τα της ζωής του Πρωτοκλήτου επί τη βάσει των εξόχως αυθεντικών και τουτ' αυτό θεοπνεύστων πηγών του Χριστιανισμού. Διά δε την μετά την Πεντηκοστήν ζωήν του θα βασισθώμεν εις την παράδοσιν. Υπάρχουν δε έγγραφα μνημεία παλαιά, αναγόμενα εις αυτόν τον Β' αιώνα, τα οποία αναφέρονται ειδικώς εις την αποστολικήν δράσιν και το μαρτύριον του προστάτου της πόλεώς μας Πρωτοκλήτου. Έχομεν δηλαδή τας "Πράξεις και μαρτύριον του αγίου αποστόλου Ανδρέου", συγγραφείσας υπό του γνωστικού αιρετικού Λευκίου και διά τούτο μετά πολλης επιφυλακτικότητος χρησιμοποιηθείσας υπό των παλαιοτέρων. 

Εν τούτοις εκ των νεωτέρων τινές δεν εδυσκολεύθησαν να υποστηρίξουν, ότι είναι αύται γνησία και αυθεντική εγκύκλιος των εν Αχαΐα πρεσβυτέρων μαρτυρούντων περί του ενδόξου τέλους του Πρωτοκλήτου. Πάντως και η εκδοχή ότι ο Λεύκιος συνέγραψε τας Πράξεις ταύτας δεν ημπόδισε και αρκετούς των παλαιοτέρων περιεσκεμμένως να χρησιμοποιήσουν αυτάς. Προς τον αυτόν Λεύκιον αποδίδονται και αι "Πράξεις Ανδρέου και Ματθεία εις την πόλιν των ανθρωποφάγων", την οποίαν μετά μεγαλειτέρας ακόμη περισκέψεως εχρησιμοποίησαν τινες εκ των παλαιοτέρων, εν οις και ο περί τον δέκατον αιώνα ακμάσας μοναχός, Επιφάνιος, ο συγγράψας βιβλίον "Περί του βίου, των πράξεων και της τελευτής του αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου", περιληφθέν εν τη Ελληνική Πατρολογία του Migne (εν τόμω 120, στηλ. 216-260). Τας δύο ταύτας Πράξεις είχομεν υπ' όψιν και ημείς κατά την έκδοσιν του C. Tischendorf (Acta Apostolorum Apocrypha, Lipsiae 1851), σημειούντες τας μεν πρώτας διά της λέξεως "Πράξεις", τας δε δευτέρας διά της φράσεως Πράξεις Α. και Μ. 

Εκτός τούτων επωφελήθημεν και το επί τη βάσει κωδίκων του ΙΑ' και ΙΒ' αιώνος δημοσιευθέν υπό του Bonnet έργον, το φέρον την επιγραφήν "Πράξεις και περίοδοι του αγίου αποστόλου και πανευφήμου Ανδρέου εγκωμίω συμπεπλεγμέναι", όπερ σημειούμεν διά της λέξεως "Περίοδοι" και το οποίον κατά το πλείστον ταυτίζεται προς το μνημονευθέν έργον του Επιφανίου. Ο αυτός Bonnet εδημοσίευσε και "Μαρτύριον του αγίου Αποστόλου Ανδρέου", σημειούμενον υφ' ημών διά της λέξεως "Μαρτύριον", καθώς και λατινιστί "Passio sancti Andreae apostoli". Tας δημοσιεύσεις ταύτας του Bonnet ευρίσκει τις εις τα Analecta Bollandiana (τομ. ΧΙΙΙ σελ. 309 - 378).

Τας εις την Ελληνικήν τέσσαρας ταύτας συγγραφάς έχοντες ως πηγάς, αντιβάλλοντες δε αυτάς και προς την εις την λατινικήν μνημονευθείσαν σύντομον έκθεσιν του "Πάθους του Ανδρέου", προσεπαθήσαμεν να συνυφάνωμεν ταύτας εις μίαν αφήγησιν εναρμονίζοντες αυτάς, αλλαχού μεν συντέμνοντες, αλλαχού δε προτιμώντες ταύτην ή εκείνην εξ αυτών, αλλαχού δε και περιλαμβάνοντες αυτάς, ενιαχού δε και περικόπτοντες, ουδαμού δε εξ ιδίων ή κατ' εικασίας ημών προσθέτοντές τι ή οπωσδήποτε επαυξάνοντες. Όπου δε και το παλαιόν Βυζαντινόν συναξάριον παρείχε πληροφορίας, δεν παρελείπομεν να παραλάβωμεν και ταύτας. Προκειμένου δε περί των κατά τας μεταφοράς και καταθέσεις των ιερών λειψάνων του Πρωτοκλήτου εν τοις μετέπειτα χρόνοις ανεζητήσαμεν πληροφορίας και εξ άλλων Ελληνικών και λατινικών πηγών σημειουμένων εν τω οικείω τόπω. Πάντως προσεπαθήσαμεν επι τη βάσει των μνημονευθεισών πηγών να προσδώσωμεν εις την αφήγησιν μορφήν ελκύουσαν κυρίως τους περισσοτέρους, εφ' όσον άλλωστε διά τους και ειδικώτερον θέλοντας να ενδιατρίψουν εις λεπτομερείας ιστορικάς, υπάρχει το αξιολογώτατον και διατηρούν έτι την νωπότητα αυτού έργον του αειμνήστου Στεφάνου Θωμοπούλου, το εν έτει 1899 δημοσιευθέν, του οποίου η ανατύπωσις και σημερον έτι δεν θα ήτο άκαιρος.

Από τοιαύτας εκκινήσαντες αφετηρίας και προς ικανοποίησιν του πολλού πλήθους των ευσεβών του Πρωτοκλήτου προσκυνητών αποβλέψαντες, συνεγράψαμεν την σύντομον ταύτην βιογραφίαν του θείου της Πελοποννησιακής πρωτευούσης προστάτου. Αποθέτοντες δε αυτήν ως ευλαβές ανάθημα προ των καθαγιασάντων την Πατραϊκήν γην ποδών του, δεόμεθα αυτού, ίνα, φωτίζων αμέσως αυτούς διά της χάριτος και των ευλογιών του τας καρδίας των αναγνωστών αυτής, αναπληρώση εν αυταίς τας πολλαπλάς ελλείψεις της.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'

ΑΠΟ ΤΗΣ ΠΕΡlΧΩΡΟΥ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΥΠΕΡΩΟΥ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Όνομα καταγωγή και επάγγελμα του Ανδρέου

Καθαρώς ελληνικόν το όνομα Ανδρέας (ή Ανδρεύς ή Ανδρείας) παραγόμενον εκ της λέξεως ανδρεία και παρ’ Ηροδότω, Πλουτάρχω, ΙΙαυσανία και Δίωνι Κασσίω απαντώμενον, υπήρξεν έν εκ των ονομάτων εκείνων, όπως και τα ονόματα Φίλιππος και Νικόδημος, τα οποία υπό την ελληνικήν επίδρασιν κατέστησαν από του δευτέρου προ Xpιστού αιώνος λίαν συνήθη παρ’ Ιουδαίοις. Απ’ αυτών δε των πρώτων ημερών της νέας περιόδου, τήν οποίαν ανεκαίνησεv ο ενανθρωπήσας Κύριος ημών, εγένετο το όνομα τούτο περίδοξον και λαμπρόν, διότι υπήρξεν όνομα του πρωτοκλήτου των αποστόλων του.

Υιός του Ιωνά και αδελφός του ΙΙέτρου, καταγόμενος εκ της κωμοπόλεως Βηθσαϊδά, η οποία έκειτο επί της δυτικής όχθης της Τιβεριάδος και. εις το βορειοανατολικόν άκρον αυτής, συμπατριώτης και του αποστόλου Φιλίππου (Ιωαν. α' 45), ήσκει μετά του πατρός του Ιωνά και του αδελφού του Ιlέτρου το επάγγελμα του αλιέως μέχρι της στιγμής, κατά την οποίαν οριστικώς εκλήθη υπό του Κυρίου, ίνα γίνη απόστολός του. Δεν φαίνεται λοιπόν ούτε αυτός ούτε ο αδελφός του Ιlέτρος να έμαθον πολλά γράμματα και να έτυχον ευρυτέρας τινός παιδείας. Πλην όμως, ούτε η περιωρισμένη παίδευσις αυτών, ούτε το επίπονον και ταπεινόν επάγγελμά των ημπόδισαν αυτούς από του να έχουν ιδιαίτερα θρησκευτικά ενδιαφέροντα και ως ευσεβείς Ισραηλίται να προσελκυσθούν κατ’ αρχάς υπό του κηρύγματος του Βαπτιστού και να προσκολληθούν εις τον κύκλον των στενωτέρων μαθητών του.

Η πρώτη γνωριμία μετά του Ιησού

Ήτο, ως φαίνεται, νεώτερος του Πέτρου και δεν είχε έλθει εις γάμον ως εκείνος, όπως δυνάμεθα να συναγάγωμεν εκ του ότι κατέλειπε και αυτός την Βηθσαϊδά και συγκατώκησε μετά του Πέτρου εις την εν Καπερναούμ οικίαν της πενθεράς τούτου. Ολιγώτερον λοιπόν από τον Πέτρον εμπεπλεγμένος εις οικογενειακάς φροντίδας, συνδιατρίβει πυκνότερον πλησίον του Βαπτιστού και καταξιούται ούτω του προνομίου μαζύ με τον ηγαπημένον Ιωάννην, πρώτοι αυτοί από τους άλλους, τους κατόπιν συμμαθητάς και συναποστόλους των, να γνωρίσουν τον Κύριον, όταν επέδειξεν εις αυτούς τούτον ο Πρόδρομος και Βαπτιστής. Όταν δηλαδή ο Κύριος μετά την βάπτισιν αυτού εν τω Ιορδάνη και μετά την εν ερήμω επί τεσσαράκοντα ημέρας αποχώρησιν και την εκεί εν νηστεία και πυκναίς προσευχαίς περισυλλογήν αυτού, επανήλθε και πάλιν εις την περίχωρον του Ιορδάνου, επέδειξεν αυτόν ο Πρόδρομος εις δύο εκ των μαθητών του λέγων: «΄Ιδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου » (Ιωαν. α' 36).Εις εκ των δύο τούτων μαθητών υπήρξεν ο Ανδρέας, ενώ ο άλλος ήτο ο Ιωάννης, ο μετέπειτα ευαγγελιστής και ηγαπημένος του Κυρίου απόστολος.

Λόγος βαθύς ο λόγος ούτος του Προδρόμου, θα επερίμενε πας τις, ότι μάλιστα εις μη φοιτήσαντες εις ραββινικάς σχολάς αλιείς θα παρέμενεν ακατανόητος. Αλλ’ οι αλιείς αυτοί ήσαν ευσεβείς και πιστοί. Δεν ήτο ξένη προς αυτούς η Γραφή και το βοβλίον του Ησαΐου. Μολονότι δε αγράμματοι, εγνώριζον καλώς την ελπίδα και την προσδοκίαν του Ισραήλ. Και αντελήφθησαν αμέσως, ότι ο υποδειχθείς εις αυτούς από τον διδάσκαλόν των νεαρός ραββί, ήτο το έκτακτον πρόσωπον, εις το οποίον ανεφέροντο αι προρρήσεις των προφητών και διά τον οποίον άλλωστε και αυτός ο Βαπτιστής τους είχε και προηγουμένως ομιλήσει (Ιωαν. α' 29). Ήρκεσε λοιπόν η φράσις αύτη του Προδρόμου, να κεντρίση τον πόθον των δύο αλιέων, όπως γνωρίσουν και εκ του πλησίον τον Ιησούν. Και επετάχυναν τα βήματά των διά να τον πλησιάσουν. Δεν είχον εν τούτοις το θάρρος να ομιλήσουν προς αυτόν και συνιστώντες αυτοί εαυτούς να γνωρισθούν μαζύ του και εκφράζοντες προς αυτόν τους πόθους και τας ελπίδας των να ακούσουν τους επ’αυτών χαρμοσύνους λόγους του. Ηκολούθησαν λοιπόν σιωπηλοί, κανονίζοντες τα δειλά βήματά των προς τα βήματα του προπορευομένου Διδασκάλου. Αλλ’ ο ήχος του βηματισμού των δεν εβράδυνε να φθάση μέχρι των ώτων αυτού. Και ο Ιησούς αντιληφθείς περί τίνος επρόκειτο και θέλων να δώση θάρρος εις τους δύο ευλαβείς αλιείς στρέφεται προς αυτούς και τους απευθύνει πρώτος το ερώτημα: «Τί ζητείτε; Και τί θέλετε από εμέ;»

Και αυτοί τότε του απαντούν: «Ραββί, τουτέστι Διδάσκαλε, πού μένεις»; Με άλλας λέξεις εκφράζουν προς αυτόν την επιθυμίαν να τον επισκεφθούν εις το κατάλυμά του και να συνομιλήσουν ιδιαιτέρως μετ’ αυτού. Και ο Κύριος ικανοποιών παρευθύς την επιθυμίαν των ταύτην, τους λέγει: «Έρχεσθε και ίδετε».

Ούτε εις ανάκτορον μεγαλοπρεπές, αλλ’ ούτε και εις εξοχικήν τινα έπαυλιν ευρίσκετο το απλούν, ήσυχον και απέριττον δωμάτιον, εις το οποίον ο μη έχων πού την κεφαλήν κλίναι Υιός του ανθρώπου εφιλοξενείτο κατά τας ημέρας αυτάς. Εις έρημον και μη πολυσύχναστον τόπον δεν ήτο πιθανόν να εύρισκέ τις τοιαύτα κτίσματα. Πιθανώς εις προσωρινόν τι παράπηγμα εξ εκείνων, τα οποία ανεγείροντο προχείρως εις τοιαύτας περιστάσεις. Ισως εις καλύβην τινά ή σκηνήν ή και ολιγώτερον πιθανώς εις πανδοχείον τι από εκείνα, τα οποία εις έρημα μέρη ανεγείροντο προς διανυκτέρευσιν διαβαινόντων ταξιδιωτών, ιδού που θα ωδηγήθησαν οι δύο αλιείς από τον Κύριον. Τι σημαίνει όμως; Όταν είναι παρών ο Κύριος, τα πάντα μεταβάλλονται εις παράδεισον και όλα καθίστανται θελκτικά και ουράνια. Δι’ αυτό η συνάντησις εκείνη έμεινε αλησμόνητος και ζωηρότατα εγκεχαραγμένη εις την μνήμην των δύο αλιέων.Ο έτερος τούτων, ο Ιωάννης, αναγράφει εις το Ευαγγέλιόν του και την ώραν ακριβώς της συναντήσεως αλλά και τον χρόνον, κατά τον οποίον παρετάθη η πρώτη αύτη μετά του Χριστού αναστροφή. «Ώρα ην ως δεκάτη», τετάρτη απογευματινή δηλαδή, ότε οι δύο αλιείς συνηντήθησαν μετά του Κυρίου. «Και παρ’ αυτώ έμειναν όλην την ημέραν» (Ιωαν. α' 49). Δηλαδή η επίσκεψις εκείνη παρετάθη επί δύο τουλάχιστον ώρας, περίπτωσις δηλαδή σπανιωτάτη διά πρώτην επίσκεψιν παρά προσώπω μετά του οποίου μόλις προ ολίγων στιγμών είχον γνωρισθή οι δύο μαθηταί.

Ο Ανδρέας οδηγεί εις τον Ιησούν και άλλους μαθητάς

Αλλ’ όταν ο Ανδρέας κατέλιπε το κατάλυμα, εις το οποίον διέμενεν ο Κύριος, δεν ηδύνατο να περιορίση εις τα στήθη του τον ευλαβή ενθουσιασμόν και την βαθείαν εντύπωσιν, την οποίαν είχον προκαλέσει εις αυτόν η φυσιογνωμία και οι λόγοι του Κυρίου. «Ου κατέσχε παρ’εαυτώ τον θησαυρόν», λέγει ο θείος Χρυσόστομος, αλλά τρέχει ταχέως ίνα μεταδώση αυτόν και εις τον αδελφόν του Πέτρον. Και όταν τον εύρε, λέγει εις αυτόν «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Ευρήκαμεν τον πολύτιμον μαργαρίτην, τον ατίμητον θησαυρόν, εκείνον τον οποίον αι Γραφαί προανήγγειλαν και τον οποίον με τόσον πόθον επερίμεναν όλοι. Και άνευ χρονοτριβής γίνεται αυτός νυμφαγωγός του μετέπειτα κορυφαίου και προσάγει τούτον κατά την αυτήν εκείνην εσπέραν εις τον Ιησούν.

Η Καινή Διαθήκη λέγει, όπως είπομεν, ολίγα περί του Ανδρέου. Λέγει όμως πολλά περί του Πέτρου, τον οποίον ο Ανδρέας ωδήγησεν εις τον Χριστόν. Ποίος θα ηδύνατο να είπη, ότι ο Πέτρος έκαμε διά τον Χριστόν περισσότερα παρ’ όσα έκαμεν ο Ανδρέας, όστις έφερε τον Πέτρον εις τον Χριστόν;

Αλλ’ ο Ανδρέας δεν περιωρίσθη μόνον εις το να προσαγάγη τον αδελφόν του Πέτρον εις τον ευρεθέντα Μεσίαν. Συνδεόμενος διά φιλίας προς τον συμπατριώτην αυτού Φίλιππον, εγνωστοποίησεν είτε μόνος είτε και μετά του Πέτρου, το χαρμόσυνον μήνυμα και εις αυτόν. Ούτως εξηγείται το πώς ο Φίλιππος την επομένην ημέραν, κληθείς υπό του Ιησού, μεταβαίνοντος εις Γαλιλαίαν διά του «ακολούθει μοι» (Ιωαν. α' 44), αδιστάκτως και χωρίς αναβολήν ή επιβράδυνσίν τινα ακολουθεί τον Ιησούν. Η φιλία, ήτις συνέδεεν αυτόν με τον Πρωτόκλητον Ανδρέαν, γίνεται ήδη ιερωτέρα και περισσότερον αδιάσπαστος. Αφ’ ότου μάλιστα ο Πέτρος με τους δύο υιούς του Ζεβεδαίου, τον Ιωάννην δηλαδή και τον Ιάκωβον, απετέλεσαν την τριάδα των μαθητών, των ιδιαιτέρως πεφιλημένων υπό του Κυρίου, ο Ανδρέας και ο Φίλιππος, καθώς θα ίδωμεν γίνονται αχώριστοι.

Από την Κανά πάλιν εις την Τιβεριάδα

Ο Ανδρέας μαζύ με τον αδελφόν του Πέτρον, τους δύο υιούς του Ζεβεδαίου, τον Φίλιππον και τον προστεθέντα εις τον πρώτον εκείνον όμιλον των μαθητών Ναθαναήλ ή Βαρθολομαίον, ακολουθεί τον Ιησούν εις την Γαλιλαίαν και συμπαρίσταται εις το πρώτον εν Κανά θαύμα του Ιησού, το οποίον εγένετο εν τω εκεί τελεσθέντι γάμω. Δεν είχεν έλθει όμως ακόμη ο καιρός, κατά τον οποίον ο Κύριος θα τους εκάλει οριστικώς, ίνα αφήσουν τα πάντα και ακολουθήσουν αυτόν. Εντεύθεν οι ακολουθήσαντες τον Κύριον αλιείς επέστρεψαν πάλιν εις την λίμνην και επανεύρον πάλιν τα δίκτυά των. Και εξηκολούθησαν να εξασκούν το ταπεινόν των επάγγελμα. Διότι εφ’όσον ο Πρόδρομος δεν είχε περατώσει το έργον αυτού, ο Κύριος δεν είχεν ακόμη αναλάβει έντονον και συστηματικήν δράσιν. Αλλ’ όταν ο Βαπτιστής συνελήφθη και ενεκλείσθη εις την φυλακήν, τότε ο Κύριος κατέλιπε την Ναζαρέτ, όπου είχε διέλθει ολόκληρον σχεδόν την μέχρι του βαπτίσματος αυτού ζωήν, και εγκατεστάθη εις την Καπερναούμ την παραθαλασσίαν, την παρά την λίμνη Γενησαρέτ κειμένην, την οποίαν κατέστησε κέντρον και ορμητήριον των ανά την Γαλιλαίαν περιοδειών του. Εκεί εις την Καπερναούμ, ως ήδη είπομεν, ευρίσκετο και η οικία του Πέτρου, εν τη οποία εθεράπευσεν ολίγον έπειτα ο Κύριος την πενθεράν τούτου πυρέσσουσαν. Και εις την οικίαν αυτήν συγκατώκει και ο κατά πάσαν πιθανότητα νεώτερος την ηλικίαν Ανδρέας. Ακριβώς δε δι’αυτό και ο μετέπειτα ερμηνευτής και ακόλουθος του Πέτρου Μάρκος καλεί εν τω Ευαγγελίω αυτού την οικίαν ταύτην «οικίαν Σίμωνος και Ανδρέου», (Μάρκ.α' 29).

Δεύτε οπίσω μου

Ο Κύριος εις την Καπερναούμ. Φυσικόν λοιπόν ήτο πολύ γρήγορα, επειγόμενος ήδη να σχηματίση περί εαυτόν μόνιμον κύκλον μαθητών, να επανεύρη τους ευσεβείς εκείνους αλιείς, μετα των οποίων είχε ήδη γνωρισθή. Και «περιπατών περί την θάλασσαν της Γαλιλαίας» εκεί κάπου πλησίον της Καπερναούμ, είδε τον Σίμωνα Πέτρον και τον αδελφόν του Ανδρέαν να ρίπτουν το δίκτυον των εις την θάλασσαν (Ματθ.δ'18). Και τους προσκαλεί τώρα οριστικώς. «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» είπε προς αυτούς. Και αυτοί αφήκαν αμέσως τα πάντα και τον ηκολούθησαν. Από της στιγμής αυτής ο Ανδρέας κατετάγη οριστικώς εις τον κύκλον των μονίμων μαθητών και αποστόλων του Χριστού. Και καθώς δυναταί τις να συναγάγη από την σειράν εις την οποίαν τοποθετεί αυτόν ο Μάρκος (κεφ.γ' 18) εν τω καταλόγω των αποστόλων, ο Ανδρέας, ο Φίλιππος και ο Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ, συνδέονται μεταξύ των δι’ιδιαιτέρας φιλίας, η οποία οφείλεται όχι μόνον εις το ότι ήσαν συμπατριώται, αλλά και προ παντός εις το ότι ο Ανδρέας υπήρξεν ο πρώτος ανακοινώσας εις αυτούς το χαρμόσυνον μήνυμα της ευρέσεως του Μεσσίου.

Ο Ανδρέας μετά του Φιλίππου μέχρι της Πεντηκοστής

Ο Φίλιππος και ο Ανδρέας παρουσιάζονται μαζύ και εις την περίπτωσιν της διατροφής των πεντακισχιλίων διά του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων. Ο Κύριος τότε απηυθύνθη πρώτον εις τον Φίλιππον και, δοκιμάζων την πίστιν αυτού, ερωτά: Από πού θα αγοράσωμεν άρτους διά να φάγουν τα πλήθη ταύτα; Και ο Φίλιππος ευρίσκει αδύνατον να χορτασθούν αι χιλιάδες εκείναι των ευλαβών ακροατών, έστω και αν διετίθετο το ογκώδες δια την εποχήν εκείνην, αλλά και διά το πτωχότατον ταμείον των δώδεκα ποσόν των διακοσίων δηναρίων (επτά χρυσών λιρών). Παρεμβαίνων τότε ο Ανδρέας λέγει ότι υπήρχεν εκεί παιδάριον, το οποίον είχε πέντε άρτους κριθίνους και δύο οψάρια. Αλλά ταύτα, προσθέτει ο Ανδρέας, «τι εστίν εις τοσούτους;» Τί είναι αυτά τα ολίγα διά να χορτασθή το πεινασμένον αυτό πλήθος;

Εις άλλην μίαν περίπτωσιν μας παρουσιάζει τον Φίλιππον και τον Ανδρέαν, μαζύ πάλιν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Και η περίπτωσις αύτη είναι, όταν Έλληνές τινες εξ εκείνων, οι οποίοι είχαν προσελκυσθή εις τη Ιουδαϊκήν θρησκείαν και οι οποίοι συνήθως ανέβαινον με τους Ιουδαίους της διασποράς εις τα Ιεροσόλυμα κατά την εορτήν του Πάσχα, ηθέλησαν να γνωρίσουν και εκ του πλησίον τον Ιησούν. Απηυθύνθησαν ούτοι εις τον Φίλιππον, είτε διότι έφερεν όνομα ελληνικώτατον, είτε και διότι προήρχοντο από τη ελληνικήν Δεκάπολιν, την γειτνιάζουσαν εις την Γαλιλαίαν, εκ της οποίας κατήγετο και ο Φίλιππος. Αλλ’ ο Φίλιππος διστάζει να απευθυνθή μόνος προς τον Ιησούν. Και προσφεύγει διά τούτο εις τον συμμαθητήν και φίλον του Ανδρέαν. Ίσως διότι ο Ανδρέας ήτο θαρραλεώτερος αυτού και ευκολώτερον ανελάμβανε τοιαύτας πρωτοβουλίας. Ίσως και διότι ως πρωτόκλητος είχε περισσοτέραν οικειότητα προς τον Κύριον. Δι’ αυτό και ο Φίλιππος εν προκειμένω ζητεί την βοήθειάν του. Πράγματι δε, ως αναφέρει ο Ευαγγελιστής, «Ανδρέας και Φίλιππος» απευθύνονται ομού προς τον Κύριον. Η πρόταξις του ονόματος του Ανδρέου είναι αρκούντως χαρακτηριστική και υποδηλοί ότι την πρωτοβουλίαν της εισηγήσεως έλαβεν ήδη ο Ανδρέας.

Κατά την ανάληψιν του Κυρίου ευρίσκεται και αυτός αυτόπτης ταύτης μετά των λοιπών αποστόλων του και συγκαταριθμείται ρητώς υπό του Λουκά, του συγγραφέως των Πράξεων, εις τους εν τω υπερώω εγκαταμένοντας, οίτινες «ήσαν προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή» μαζύ με τας πιστάς εις τον Κύριον γυναίκας και με την Μαριάμ την μητέρα του Κυρίου και με τους εκ της πρώτης γυναικός του Ιωσήφ αδελφούς αυτού (Πραξ. α',13,14). Αναμφιβόλως ο Πρωτόκλητος παρίστατο εν τω υπερώω και κατά την ημέραν της Πεντηκοστής και ήτο και αυτός εις εξ εκείνων, επί τους οποίους κατήλθε το Πνεύμα το Άγιον εν είδει πυρίνων γλωσσών και οι οποίοι «ήρξαντο λαλείν ετέραις γλώσσαις, καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πραξ. β’3-4). Ουδέν έτερον εκ της Καινής Διαθήκης πληροφορούμεθα περί της μετέπειτα αποστολικής δράσεως του αποστόλου Ανδρέου.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ  Β'

Η ΔΡΑΣΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΑΦΙΞΕΩΣ ΤΟΥ ΕΙΣ ΠΑΤΡΑΣ

Τί η παράδoσις μαρτυρεί γενικώς περί της δράσεως του αποστόλου

Η παράδοσις φέρει τον άγιον Ανδρέαν κηρύττοντα εις τας περί Μαύρην θάλασσαν χώρας, κατά τον Ωριγένη1δε και τον Ευχέριον της Λυών2 ευηγγελίσθη ο απόστολος τους Σκύθας και, κατά την εν συριακή μεταφράσει Διδασκαλίαν των Αποστόλων 3, εκήρυξε εις την Νίκαιαν, την Νικομήδειαν, την Βιθυνίαν και Γοτθίαν. Περί κηρύγματος του Ανδρέου εις Σκυθίαν και πάσαν την παραλίαν της Βιθυνίας και του Ευξείνου Πόντου και της Προποντίδος, ονομαστί δε και εις τας πόλεις Σεβαστούπολιν την μεγάλην «όπου παρεμβάλλει Άψαρος και Φάσις οι ποταμοί ένθα οι εσώτεροι οικούσιν Αιθίοπες» και εις Αμισόν (Σαμψούντα) και Τραπεζούντα και Ηράκλειαν και Αμόστριδα και Σινώπην και Βυζάντιον και προς τους Αλανούς και Αβασγούς και Ζηκχούς και Βοσπορινούς και Χερσονήτας και εις την περιφανή Πελοπόννησον και τας Πάτρας ομιλεί και το Συναξάριον της Κωνσταντινουπόλεως4. Το ότι δε διά Θράκης και Μακεδονίας και Θεσσαλίας κατέληξεν εις Αχαΐαν και Πάτρας, αναγράφει και ο Νικηφόρος Κάλλιστος5.

Λεπτομερέστερον αι παραδόσεις αύται αναγράφονται εις τας Πράξεις και περιόδους του Αποστόλου, αι δε εν Σινώπη και τη χώρα των ανθρωποφάγων κακοπάθειαι αυτού, εις τας Πράξεις Ανδρέου και Ματθίου.

Ο απόστολος Ανδρέας εν Σινώπη και Αμισώ

Κατά τας «Πράξεις και Περιόδους» ο Ανδρέας ήτο υψηλός το ανάστημα «και πάνυ ευμήκης, επίρρινος, κάτοφρυς και μικρόν κεκυφώς»6. Ελθών δε μετά του αδελφού του Πέτρου και άλλων μαθητών εις Σινώπην, πόλιν κειμένην παρά την θάλασσαν του Ευξείνου Πόντου, εύρεν εκεί πλήθος Ελλήνων και Ιουδαίων, οίτινες ήσαν κεχωρισμένοι αλλήλων, λόγω των διαφόρων θρησκειών και λατρειών των και οι οποίοι είχον «ανήμερον το ήθος και τον τρόπον βάρβαρον», ώστε παρά τινων εκαλούντο ανθρωποφάγοι. Εγκατασταθείς δε μετά του Πέτρου εις νησίδα τινά, γειτονεύουσαν προς την μνημονευθείσαν πόλιν, ήρχισεν εκείθεν μετ’ αυτού να καταγγέλλουν «το της ευσεβείας μυστήριον». Και μολονότι υπήρξαν το κατ’ αρχάς πενιχροί οι καρποί του αποστολικού κηρύγματος, εν τούτοις η νέα πίστις ερριζοβόλησε βαθέως, ώστε ενισχυθείσα βραδύτερον και διά νέων επισκέψεων του αποστόλου, επεξετάθη «και οίκος ευκτήριος ωκοδομήθη επ’ ονόματι του κλεινού των αποστόλων Ανδρέου και εικών εν μαρμάρω» κατεσκευάσθη «πάνυ θαυμαστή», την οποίαν επί της βασιλείας του Κοπρωνύμου εις μάτην απεπειράθησαν να καταστρέψουν οι εικονομάχοι7. Κατά την πρώτην ταύτην επίσκεψιν του Ανδρέου εις την Σινώπην συνελήφθη υπό των εν αυτή ανθρωποφάγων ο συνοδεύων τον απόστολον Ματθίας, όστις και εφυλακίσθη με τον σκοπόν να κατασπαραχθή και καταβροχθισθή υπ’ αυτών. Αλλ’ ο Ανδρέας, ελευθερώσας τούτον θαυμασίως, ανεχώρησε μετ΄αυτού και των λοιπών μαθητών εις «την Αμισηνών πόλιν παρά θάλασσαν του Ευξείνου κειμένην, ξενισθείς παρά τινι ανδρί φιλοξένω, την θρησκείαν Ιουδαίω και Δομετιανώ» ονομαζομένω8.

Παραμείνας δ’ εν τη πόλει ταύτη ο απόστολος επί τινα χρόνον και διά του κηρύγματος και των θαυμαστών θεραπειών του προσέλκυσε πλήθη πολλά εις την χριστιανικήν πίστιν, ίδρυσεν εκεί Εκκλησίαν, «καθιέρωσε θυσιαστήριον» και «εχειροτόνησε πρεσβυτέρους και διακόνους» εκ των λαβόντων το βάπτισμα «τους ήδη εστηριγμένους εν τη αμωμήτω πίστει και της ιερωσύνης αξίους υπάρχοντας»9.

Περιοδείαι του Πρωτοκλήτου μέχρι της επανόδου εις Σινώπην

Περιελθών ακολούθως ο πρωτόκλητος απόστολος «πλείστας κώμας και πόλεις της Ποντικής χώρας» ήλθε και εις την Τραπεζούντα, εις την οποίαν ενδιέτριψε χρόνον ολίγον «διά το ανόητον και αλόγιστον των τότε» κατοικούντων εις την πόλιν ταύτην. Εκ της Τραπεζούντος ο απόστολος επροχώρησεν εις την χώραν των Ιβήρων, εις την οποίαν παρέμεινεν επί μακρόν και «πολλούς τω της διδασκαλίας λόγω φωτίσας προσήγαγεν» εις τον Κύριον. Διελθών δε εν συνεχεία «τα της Παρθικής χώρας μέρη» ανήλθεν εις Ιεροσόλυμα προς συνάντησιν και των λοιπών αποστόλων, μετά των οποίων συνεώρτασε «το τε Πάσχα και την Πεντηκοστήν»10.

Διά της Αντιοχείας έπειτα ο Πρωτόκλητος κατέληξεν εις Έφεσον όπου συμπαραμείνας επί χρόνον τινά μετά του εκεί εγκατεστημένου αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου, αναχωρεί, κατ’ εμφανισθείσα εις αυτόν οπτασίαν, εις την Λαοδίκειαν της Φρυγίας και εκείθεν εις Οδυσσούπολιν της Μυσίας, όπου και εγκατέστησεν επίσκοπον τον Άππιον. «Υπερβάς δε το Ολύμπιον όρος παραγίνεται εις Νίκαιαν της Βιθυνίας»11. Κηρύξας δ’ εν Νικαία και εις τα περίχωρα αυτής επί διετίαν όλην και εγκαταστήσας εν αυτή επίσκοπον τον Δρακόντιον 12, μετέβη εις την Νικομήδειαν και εκείθεν εις την πόλιν της Βιθυνίας Καλχηδόνα, όπου «μικρόν ενδιατρίψας χρόνον καθίστησιν εν αυτή Τυχικόν, ένα των συνεπομένων αυτώ μαθητών, εν πλοίω δ’ είτα αναχθείς εις την Αμαστρανών πόλιν μεγίστην τε ούσαν και περιφανεστάτην» και παραμείνας εκεί επί τινα χρόνον, εχειροτόνησεν επίσκοπον τον Παλμάν13. Ύστερον όμως από αυτάς και άλλας τινάς επιτυχίας εν τη καρποφορία του κηρύγματος, επεφυλάσσετο εις τον θείον απόστολον περιπέτεια δεινή εν τη πόλει της Σινώπης, την οποίαν διά δευτέραν ήδη φοράν επεσκέφθη.

Περιπέτεια του αποστόλου Ανδρέου εις Σινώπην και περιοδείαι αυτού μέχρι Πατρών

Περί της εν Σινώπη περιπετείας και κακοπαθείας ομιλούσι μεν και αι Πράξεις και Περίοδοι του αποστόλου, εκτενέστερον όμως ενδιατρίβουν περί αυτήν «αι Πράξεις Ανδρέου και Ματθία εις την πόλιν των ανθρωποφάγων». Κατά τας αναγραφομένας εις αμφότερα τα βιβλία ταύτα λεπτομερείας, όταν οι Σινωπείς επληροφορήθησαν, ότι «ο ανοίξας πρότερον το δεσμωτήριον» και ελευθερώσας τον Ματθίαν και άλλους συγκαθείρκτους μετ’ αυτού ευρίσκετο ήδη εις την πόλιν αυτών, «εμμανείς γενόμενοι και παμπληθεί συναθροισθέντες, θηριωδώς ώρμησαν κατ’ αυτού14. Και αφού τον συνέλαβον, είπον προς αυτόν: Εκείνα τα οποία «συ εποίησας ημίν, και ημείς ποιήσομέν σοι»15. Και ήρχισαν να συσκέπτωνται περί του τρόπου, κατά τον οποίον σκληρότερον και βασανιστικώτερον θα τον εθανάτωνον. Εάν, «έλεγον προς εαυτούς, άρωμεν αυτού την κεφαλήν, ο θάνατος αυτού ουκ έστι βάσανος». «Εάν καύσωμεν αυτόν»16, δεν θα φάγωμεν τας σάρκας του. Τέλος κατέληξαν εις την απόφασιν να περιτυλίξουν τον τράχηλον αυτού διά σχοινίου και να διασύρουν «αυτόν εν πάσαις ταις πλατείαις και ρύμαις της πόλεως και όταν τελευτήση», να διαμοιρασθούν το σώμα αυτού διά να το φάγουν.

Πραγματοποιηθείσης δε της απανθρώπου και σκληράς συμπεριφοράς εναντίον του αποστόλου, «αι σάρκες αυτού εκολλώντο εν τη γη και το αίμα αυτού έρρεεν ώσπερ ύδωρ εις την γην»17. Παρά την εξαντλητικήν όμως ταύτην ταλαιπωρίαν και βάσανον, ο θείος απόστολος δεν απέθανεν. Ευρέθησαν λοιπόν ηναγκασμένοι οι βασανισταί αυτού να ρίψουν αυτόν κατά την εσπέραν εις την φυλακήν, αφού έδεσαν «αυτού τας χείρας εις τα οπίσθια», καθ' ον χρόνον λόγω της μεγάλης κακοπαθείας ο απόστολος «ην παραλελυμένος σφόδρα». Παρελθούσης δε της νυκτός, εξήγαγον αυτόν κατά την πρωΐαν εκ της φυλακής «και πάλιν ομοίως διέσυρον επί της γης και αι σάρκες αυτού εκολλώντο και έκλαιεν ο μακάριος λέγων: Μη εγκαταλείπης με, Κύριέ μου, Ιησού Χριστέ, εγώ γαρ γινώσκω ότι ουκ ει μακράν των δούλων σου»18. Όταν δε επήλθεν η εσπέρα, έρριψαν «αυτόν πάλιν εις την φυλακήν» αφού έδεσαν «τας χείρας αυτού όπισθεν και αφήκαν αυτόν εκεί, προτιθέμενοι και την επομένην να επαναλάβουν το αυτό βασανιστήριον. Όντως δε και διά τρίτην φοράν διέσυρον κατά την τρίτην ημέραν τον απόστολον. Ήτο δε τόση η εξάντλησις η κατά την εσπέραν της τρίτης ταύτης ημέρας παρατηρηθείσα επί του αποστόλου, ώστε «έλεγον εν εαυτοίς οι άνδρες της πόλεως: Τάχα τελευτά εν τη νυκτί και ουχ ευρήσομεν αυτόν ζώντα» κατά την επομένην ημέραν, διότι «ητόνησε και αι σάρκες αυτού εδαπανήθησαν»19.

Διά τους εκλεκτούς όμως του Θεού όταν τα περί αυτούς φαίνωνται περιελθόντα εις αδιέξοδον και ο επαπειλών την ζωήν των κίνδυνος παρουσιάζεται καταλαβών αυτούς, τότε ακριβώς επιφαίνεται θαυματουργός η θεία προστασία, ίνα εκλάμπη και της θείας δυνάμεως η ένδοξος επίσκεψις και απολύτρωσις. Πράγματι δε κατά τη νύκτα εκείνην «ο Κύριος παρεγένετο εν τη φυλακή και εκτείνας την χείρα είπε τω Ανδρέα: Δος μοι την χείρα σου και ανάστα υγιής». Και όταν εγένετο τούτο, ανέστη ο Ανδρέας υγιής και «πεσών προσεκύνησε και είπεν. Ευχαριστώ σοι, Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, ότι ετάχυνας την βοήθειά σου επ’ εμέ»20.Συγχρόνως δε εξέσπασε κατακλυσμός αλμυρών υδάτων δημιουργήσας δεινόν κίνδυνον δι' ολόκληρον την πόλιν, διότι παρέσυρεν εις τα κύματα αυτού πολλούς ευρόντας τον διά πνιγμού θάνατον. Προ του τρομερού τούτου κινδύνου συνελθόντες εις εαυτούς οι Σινωπείς, «εξήλθον βοώντες μεγάλη φωνή. ο Θεός του ξένου ανθρώπου, άρον αφ’ ημών το ύδωρ τούτο»21. Κινηθείς δε εις οίκτον και ο απόστολος και ζητήσας την κατάπαυσιν της θεομηνίας, επέτυχε τούτο. «Και εξήλθε Ανδρέας εκ της φυλακής και τότε πας ο όχλος ιδών αυτόν εβόων άπαντες. ελέησον ημάς». Ούτως ελευθερωθείς ο απόστολος εδράξατο της ευκαιρίας, την οποίαν η εκ της θεομηνίας μεταβολή των διαθέσεων των Σινωπέων παρείχεν εις αυτόν και εκήρυξε μετά μεγαλυτέρας ήδη ελευθερίας και καρποφορίας το Ευαγγέλιον, παραμείνας εν τη πόλει επί εβδομάδα ολόκληρον22. Ούτως αυξηθέντων των πιστευόντων εν Σινώπη και πληθυνθέντων, χειροτονήσας ο απόστολος εξ αυτών πρεσβυτέρους και διακόνους23, ανεχώρησεν εκείθεν εις Αμισόν και εις Τραπεζούντα, εις την οποίαν ήδη εύρεν ολιγωτέραν την αντίδρασιν και ηδυνήθη να ιδρύση εν αυτή εκκλησίαν.

Μετέπειτα αναφέρεται περιοδεύων την Αλανικήν χώραν και αφού επεσκέφθη τας πόλεις Φούσταν και Σεβαστούπολιν «ανέδραμε προς την χώραν της Ζηκχίας»24, και διά της Σουγδίας ήλθεν εις «την Βόσπορον πόλιν πέραν του Ευξείνου Πόντου κειμένην πλησίον της χώρας των Ταυροσκυθών». Και αφού «κατέσπειρεν εν Βοσπόρω τα θεία λόγια και πολλούς προς καρποφορίαν επιτηδείους κατέστησεν», ήλθεν εις την Χερσώνα, πόλιν της Σκυθίας, και επιστρέψας εις την Σινώπην εχειροτόνησεν εκεί επίσκοπον τον Φιλόλογον25 και μετά παραμονήν ολίγων ημερών διαπλέων την παραθαλασσίαν του Πόντου και τας κατά τόπον εκκλησίας επιστηρίζων, κατήλθεν εις το Βυζάντιον»26, όπου και εγκαθιδρύει πρώτον επίσκοπον αυτού τον Στάχυν27. Μεταβάς δε είτα εις την Ηράκλειαν, πόλιν της Θράκης, μετά ολιγοήμερον διαμονήν ανεχώρησεν εκείθεν και «διεπορεύετο τας καθ'έκαστον τόπον πόλεις της Μακεδονίας περιερχόμενος, κηρύσσων, νουθετών νοσούντας ιώμενος, ιερείς τελειών και πολλούς προς την σωτήριον τρίβον καθοδηγών»28.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΝ ΠΑΤΡΑΙΣ

Αι πρώται ημέραι της διαμονής του αποστόλου εν Πάτραις

Από της Μακεδονίας ο απόστολος Ανδρέας κατήλθε διδάσκων μέχρι της Πελοποννήσου, αφιχθείς δε εις τας Πάτρας εφιλοξενήθη εν τη οικία πολίτου τινός μονίμως εγκατεστημένου εν τη πόλει, ονομαζομένου Σωσσίου. Ούτος εδέχθη να φιλοξενήση τον απόστολον τοσούτω μάλλον φιλοφρόνως και ευγνωμόνως, όσω πάσχων υπό νόσου ανιάτου και θανατηφόρου, εθεραπεύθη υπ' αυτού παραχρήμα τη επικλήσει του Κυρίου»29. Ως δε ήτο επόμενον, η φήμη του επιτελεσθέντος θαύματος ταχέως διήλθεν καθ' άπασαν την πόλιν, φθάσασα και μέχρις αυτού του ανθυπάτου. Ήτο δε τότε ανθύπατος ανήρ ονομαζόμενος Λέσβιος, προσκεκολλημένος εις την ειδωλολατρικήν πλάνην, δι' αυτό δε τούτο και διεταράχθη «ου μικρώς και εχαρακτήρισε τον επ' ονόματι του Ιησού τοιαύτας θεραπείας επιτελούντα ως «μάγον τινά και απατεώνα». Δεν πρέπει, έλεγε ο Λέσβιος, να δίδωμεν προσοχήν εις αυτόν, αλλ'οφείλομεν μάλλον από τους ιδικούς μας θεούς να ζητώμεν πάσαν ευεργεσίαν30. Έλαβε δε και την απόφασιν να συλλάβη τον απόστολον και να θανατώση αυτόν.

Αλλ' ενώ κατά την νύκτα κατέστρωνε το σχέδιον της συλλήψεως και εξοντώσεως του αποστόλου, καταλαμβάνεται αιφνιδίως υπό βαρείας νόσου, εκ της οποίας επί πολλάς ώρας παρέμεινεν άφωνος..Όταν δε ανένηψέ πως, προσεκάλεσε τους υπό τας διαταγάς αυτού στρατιώτας και κλαίων παρήγγειλεν εις αυτούς, ίνα αναζητήσουν τον απόστολον και παρακαλέσουν αυτόν, όπως σπεύση εις επίσκεψίν του. Ελθόντος δε μετ' ολίγου του αποστόλου, «σύνδακρυς» γενόμενος ο ανθύπατος, παρεκάλει αυτόν λέγων: «Άνθρωπε ξένε και γνώστα ξένου Θεού, ελέησον άνθρωπον πεπλανημένον και ταις των αμαρτημάτων κηλίσι κατεστιγμένον»31. Καρδία εύσπλαχνος και συμπαθής ο Ανδρέας συνεκινήθη βαθύτατα εκ των δακρύων του Λεσβίου και καμφθείς προ της οικτράς καταστάσεως τούτου, επέθεσε μεν «την δεξιάν αυτού χείρα τω σώματι του πάσχοντος», «άρας δε τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν προσήυχετο λέγων: Ο μόνος Θεός Ιησούς», ο οποίος πρότερον μεν ήσο άγνωστος εις τον κόσμον, τώρα δε γίνεσαι φανερός εις αυτόν δι' ημών και του κηρύγματός μας, έγγισε τον δούλον σου τούτον με την αόρατον σωτήριά σου χείρα και ιάτρευσον τον εσωτερικόν και εξωτερικόν του άνθρωπον. Κατάστησον αυτόν σκεύος εκλογής σου, ίνα συγκαταριθμηθή μετά των προβάτων σου και υγιής γενόμενος διακηρύττη την δραστήριον και πάντα κατορθούσαν δύναμίν σου32. Αφου δε είπε ταύτα ο απόστολος, εκράτησεν από της χειρός αυτού τον Λέσβιον και ανήγειρεν αυτόν εξ ολοκλήρου υγιά.
Το νέον τούτο θαύμα του αποστόλου συνήγειρε πάσαν την πόλιν των Πατρών, πλήθη δε «συνήρχοντο επιφερόμενοι τους αρρώστους αυτών παντοίαις συνεχομένους νόσοις», τους οποίους «επιθείς τας χείρας εφ' εκάστω αυτών παρευθύ πάντας ιάσατο»33. Η τοιαύτη θαυματουργική δράσις του αποστόλου, η επιβεβαιούσα το κήρυγμα αυτού και επαυξάνουσα την υπό της αγιότητος αυτού προκαλουμένην εντύπωσιν, προσείλκυσε πολλούς εις τον Χριστόν, αυτού τούτου του Λεσβίου διακρινομένου ήδη μεταξύ των ολονέν πληθυνόντων μελών της εν Πάτραις εκκλησίας. Εν μεγάλη δε συρροή οι νέοι ούτοι χριστιανοί προσήλυτοι «επί τους ειδωλικούς ναούς ορμήσαντες», παρέδωκαν αυτούς εις το πυρ, και τα εν αυτοίς είδωλα «συντρίψαντες ελέπτυναν και εξουθενήσαντες κατεπάτησαν».

Ο νέος ανθύπατος Αιγεάτης και τα κατά την σύζυγον αυτού Μαξιμίλλαν

Η σημειωθείσα εν Πάτραις μεταβολή και τα επακολουθήσαντα εις αυτήν δεν εβράδυναν να περιέλθουν εις γνώσιν του εν Ρώμη αυτοκράτορος, όστις παραπειθόμενος και υπό ιδιοτελών εισηγήσεων παύει μεν ως ανίκανον και ευήθη τον Λέσβιον από της ανθυπατείας, πέμπει δε αντικαταστάτην αυτού τον Αιγεάτην. Η από της αρχής απομάκρυνσις του Λεσβίου ου μόνον δεν δυσηρέστησεν, αλλά και ευχαρίστησεν αυτόν, διότι του παρέσχε την ευκαιρίαν να παρακολουθή ήδη τον απόστολον εις τας περιοδείας αυτού.Ούτως ο Λέσβιος «καταλιπών τας εν τω πραιτωρίω διατριβάς», διήρχετο τας ημέρας αυτού μετά του αποστόλου και παρηκολούθει αυτόν «εν πάση τη της Αχαΐας περιχώρω το θείον κήρυγμα» καταγγέλοντα. Περί της νέας όμως θρησκείας φαίνεται ότι είχεν ιδέαν τινά η σύζυγος του νέου ανθυπάτου Μαξιμίλλα. Διότι εξεδήλωσεν αύτη ενδιαφέρον να πληροφορηθή περί του προσώπου του Ανδρέου και προς τούτο απέστειλεν εις τον οίκον του ξενίζοντος τον απόστολον Σωσσίου την έμπιστον αυτής συγγενή Ιφιδάμαν ή Φαιδάμιαν, ήτις και μετέδωκεν εις αυτήν τας πρώτας περί του αποστόλου ειδήσεις. Και τότε μεν δεν ηδηνήθη η Μαξιμίλλα να έλθη εις άμεσον επαφή και γνωριμίαν προς τον απόστολον. Μετά τινα όμως χρόνον εις δεινήν ασθένειαν εμπεσούσα και υπό πάντων των εν τη πόλει ιατρων απελπισθείσα, εκάλεσε παρ' εαυτή τον απόστολον, όστις προθύμως προσελθών εύρε τον Αιγεάτην εν εσχάτη απογνώσει, κρατούντα μάχαιραν εις την χείρα και έτοιμον να καταφέρη ταύτην καθ' εαυτού, εκ της επιθυμίας του να συναποθάνη μετά της πνεούσης τα λοίσθια συζύγου του. Πρός αυτόν δε πρώτον απευθυνθείς ο απόστολος, είπε πραεία τη φωνή: «Απόστρεψόν σου την μάχαιραν εις τον τόπον αυτής. Επικάλεσαι δε Κύριον τον Θεόν του ουρανού και της γης και πιστεύσας αυτω σώθητι»34. Μετά τούτο δε επιθέσας την χείρα αυτού επί της ασθενούς, εθεράπευσεν αυτήν.

Και εχάρη μεν ο Αιγεάτης μεγάλως επι τη διασώσει της συζύγου του, αδιάφορος όμως εξ ολοκλήρου προς την αλήθειαν και με όμμα υλοφροσύνης τα πάντα μετρών, εξέλαβε τον απόστολον ως επαγγελματία ιατρόν, ένεκα του οποίου και διέταξεν ίνα δοθώσιν είς αυτόν χίλια χρυσά νομίσματα. Αλλ' ο απόστολος ηρνήθη να λάβη ταύτα παρατηρήσας: «ούτος ο μισθός ας μένη εις χείρας σου, διότι αυτός αξίζει εις σε, ο ιδικός μου δε μισθός θα έλθη πολύ γρήγορα». Υπενόει δε δι' αυτού την προσεχή επιστροφήν εις Χριστόν της Μαξιμίλλης35.


Ταξείδιον του Αιγεάτου εις Ρώμην και επιστροφή εις Χριστόν του Στρατοκλέους και της Μαξιμίλλης
.

Η θεραπεία της Μαξιμίλλης εν συνδυασμώ και προς άλλας τινάς θαυματουργικάς ιάσεις, τας οποίας ο Πρωτόκλητος συνετέλεσεν, εξερχόμενος εκ της οικίας του ανθυπάτου,προκάλεσαν νέον ενθουσιασμόν εις Πάτρας και νέας αθρόας επιστροφάς εις την νέαν πίστιν. Και θα ανέμενε μεν τις, ότι ο Αιγεάτης προσκεκολλημένος τυφλώς εις τα είδωλα, δεν θα ηνείχετο την δημιουργηθείσαν κίνησιν. Αλλ' είτε διότι διετηρείτο βαθεία ακόμη παρ' εαυτώ η εκ της θαυμασίας θεραπείας της συζύγου του εντύπωσις, είτε διότι σπεύδων και ετοιμαζόμενος να αναχωρήση εις Ρώμην, εύρε φρονιμώτερον μετά την εκείθεν επάνοδόν του να λάβη τα ενδεικνυόμενα μέτρα, δεν προέβη κατά τον χρόνον εκείνον εις ουδεμίαν ενέργειαν.

Ότε δε ανεχώρησε προς την πρωτεύουσαν, ίνα εμφανισθή εις τον αυτοκράτορα, ήλθεν εις Πάτρας ο αδελφός αυτού Στρατοκλής, συνοδευόμενος υπό του Αλκμάνος ή Αλκμανά νεαρού υπηρέτου, τον οποίον ο Στρατοκλής συνεπάθει πολύ. Η συμπάθεια δ' αύτη του Στρατοκλέους προς τον Αλκμάνα εχρησιμοποιήθη υπό της αγαθής και πανσόφου του Θεού Προνοίας, ίνα αμφότεροι ούτοι συνάψωσιν γνωριμίαν μετά του πρωτοκλήτου και οδηγηθώσι δι' αυτής εις τον Χριστόν. Διότι, ολίγον μετά την εις Πάτρας άφιξιν αυτών, προσβληθέντος του Αλκμάνος υπό αιφνιδίας και θορυβώδους νευρικής νόσου, περιήλθεν ο Στρατοκλής εις λίαν στενόχωρον θέσιν, μη δυνάμενος ουδέν να πράξη προς θεραπείαν και διάσωσιν του πιστού του υπηρέτου. Οδηγηθείς όμως υπό της νύμφης του Μαξιμίλλης και της συγγενούς αυτής Ιφιμάδας, ανεζήτησε τον απόστολον Ανδρέαν. Όταν δε ούτος, ανταποκρινόμενος εις την πρόσκλησιν του Στρατοκλέους, προσήλθεν εις το πραιτώριον, ένθα διέμενεν ο Στρατοκλής μετά της συνοδείας αυτού, παρημποδίζετο υπό των δούλων τούτου να εισέλθη. Τούτο δε, διότι ηγνόουν ούτοι τις ήτο ο Ανδρέας, «ιδόντες δε αυτόν ευτελή και λιτόν άνθρωπον» και υπολαβόντες ότι επρόκειτο περί επαίτου ή και ασήμου τινός, εν τη σπουδή των, όπως απομακρύνουν αυτόν εκείθεν, απεπειράθησαν και να κτυπήσουν ακόμη τον απόστολον36. Αρθείσης όμως, τη παρεμβάσει άλλων, της παρεξηγήσεως, εισήλθεν ο απόστολος εις το πραιτώριον και προχωρήσας ελευθέρως προς το μέρος του ασθενούς, ευρέθη εκεί προ μάγων και φαρμακών και περιέργων, οίτινες ίσταντο περί αυτών απηλπισμένοι, μη δυνάμενοι κατ' ουδέν να ανακουφίσουν τον πάσχοντα δια των επωδών και γοητειών αυτών.

Ο Ανδρέας τότε προσέφυγεν ανευ αναβολής εις το μοναδικόν του όπλον, την προσευχήν. Και ανατείνας οφθαλμούς και χείρας και καρδίαν προς τον ουρανόν, επεκαλέσθη θερμώς τον Θεόν ειπών: «Ο Θεός, ο οποίος πάντοτε υπακούεις εις τους ανήκοντας εις σε, ο παρέχων πάντοτε τας δωρεάς σου και τα αγαθά σου, ευδόκησον να παράσχης και τώρα αυτό, δια το οποίον σε παρακαλώ, και υπό τους οφθαλμούς όλων αυτών, οι οποίοι παρίστανται ενταύθα, θεράπευσον τον υπηρέτην του Στρατοκλέους, φυγαδεύων τον δαίμονα, τον οποίον οι συγγενείς αυτού δεν ημπόρεσαν να εκδιώξουν». Εκτείνας δε μετά τούτο την χείρα αυτού προς τον επί του εδάφους κατακείμενον ασθενή, ανήγειρεν αυτόν υγιά «και συνεβάδιζε» μετά του αποστόλου ο Αλκμάν, «σωφρόνως και ευσταθώς και ευτάκτως ομιλών και ήδιστα ορών τον απόστολον»37.

Της εντός του πραιτωρίου δευτέρας ταύτης, μετά την θεραπείαν της Μαξιμίλλης, ιάσεως τας συνεπείας ευκόλως θα ηδύνατό τις να εικάση. Η Μαξιμίλλα και η συγγενής αυτής Ιφιδάμα ενισχυθείσαι επί μάλλον εις την πίστην προς τον Θεόν τον κηρυττόμενον υπό του Ανδρέου, εδέχθησαν πρώται το βάπτισμα, μετ' ολίγον δε εμιμήθησαν αυτάς και ο Στρατοκλής και ο Αλκμάν αλλά και πολλοί άλλοι εκ της συνοδείας αυτών. Ημέρας και εβδομάδας, ίσως και μήνας, πνευματικής αγαλλιάσεως και ουρανίας ειρήνης διήλθον οι νεοφώτιστοι ούτοι, οι περί τον Στρατοκλή και την Μαξιμίλλαν. Έχοντες εν μέσω αυτών τον Πρωτόκλητον, μυούμενοι υπ' αυτού εις τα μυστήρια της χριστιανικής σοφίας, ενωτιζόμενοι της θεοπνεύστου διδασκαλίας του και των πατρικών νουθεσιών του, «αδιαλείπτως τω Θεώ ευχαριστούντες» και προσευχόμενοι, εδοκίμαζαν τα άρρητα θέλγητρα της μετά του Χριστού κοινωνίας και ενώσεως και της μετ' αλλήλων συμπνοίας και αδιαρρήκτου ενότητος.

Επάνοδος του Αιγεάτου και φυλάκισις του αποστόλου

Ο αίθριος και γαλήνιος ουρανός, υπό τον οποίον απελάμβανον τας παρακλήσεις του Πνεύματος ο Πρωτόκλητος μετά των μαθητών του, συνωφρυώθη αίφνης και συνεταράχθη, όταν επέστρεψεν ο Αιγεάτης. Πληροφορηθείς ούτος, ότι η σύζυγος και οι άλλοι οικείοι αυτού εγένοντο χριστιανοί, ηξίωσε κατ' αρχάς, ίνα η Μαξιμίλλα επιστραφή προς τα είδωλα και συνεχίση μετ' αυτού συζώσα τον αχαλίνωτον της ειδωλολατρικής ζωής βίον. Επειδή δε η Μαξιμίλλα ου μόνον δεν συγκατατέθη εις τούτο, αλλά και αντιπροέβαλλεν ως όρον, ίνα και αυτός επιστραφή εις Χριστόν, διότι άλλως θα προετίμα να διαζευχθή τούτον, ο ανθύπατος εξεμάνη. Και θεωρήσας τον θείον απόστολον ως μόνον υπεύθυνον της τοιαύτης μεταστροφής της συζύγου του, διέταξεν ευθύς «ως Ηρώδης ποτέ τον βαπτιστήν Ιωάννην», ούτω και τώρα να εγκλείσουν τον Ανδρέαν «εν ασφαλεστάτη φρουρά»38, «επαπειλούμενος αυτώ πλείστας επαγαγείν βασάνων ιδέας»39, εάν δεν μετέπειθεν ούτος την Μαξιμίλλαν να επανέλθη και πάλιν εις την ειδωλολατρείαν και να ανανεώση τον μετ' αυτού διασπασθέντα συζυγικόν δεσμόν.

Αλλά και προς αυτήν την Μαξιμίλλαν ο Αιγεάτης συγκαταμιγνύων προς την κολακείαν και εκφοβιστικάς απειλάς, είπεν: Εάν μεν πεισθής να παραμένης πλησίον μου ως σύζυγος, ως και πρότερον, θα σε καταστήσω κυρίαν όλων όσων υπάρχουν εν τω οίκω μου. Εάν όμως μου αρνηθής τούτο, θα παραδώσω εις τον επί σταυρού θάνατον «τον ούτως αναπείσαντά σε γέροντα»40. Μετά τινας δε πάλιν ημέρας πιεζόμενος υπό της θλίψεως, την οποίαν του προεκάλει ο απ' αυτού χωρισμός της Μαξιμίλλης, είπε προς αυτήν: Ώ Μαξιμίλλα. διατί παραλόγως αθετείς των γονέων σου την θέλησιν, οι οποίοι διά γάμου σε συνέδεσαν και σε ενεπιστεύθησαν προς εμέ; Οι γονείς σου δεν παρεκινήθησαν να σε δώσουν σύζυγο εις εμέ ούτε από τα πλούτη μου, ούτε από την δόξαν μου, ούτε από την καταγωγήν μου, αλλ' από τας καλάς διαθέσεις της ψυχής μου και τα γενναία αισθήματα της καρδίας μου. Ποίον παράπονον έχεις κατ' εμού; Δεν σε κατέστησα κυρίαν και δέσποιναν εις όλα τα πλούτη μου και δεν εφέρθην πος σε με πολλην πάντοτε ευμένειαν και αγάπην; Διατί τώρα προσεκολλήθης εις τον ξένον αυτόν αλήτην και εχωρίσθης από εμέ τον στοργικόν σύζυγόν σου; «Δεύρο επιστράφηθι προς με. γενού μετ' εμού καθά το πρότερον». Ελθέ και τότε εγώ προς χάριν σου θα απολύσω τον ξένον αυτόν, τον οποίον κρατώ εις την φυλακήν δέσμιον και υπόδικον. Εάν όμως δεν με ακούσης, εις σε μεν δεν θα πράξω κανέν κακόν, ενθυμούμενος τον πρότερον δεσμόν μας και την κατά το παρελθόν αγάπην μας. Τον ξένον όμως, τον οποίον «και πλέον εμού ποθούσα στέργεις, τούτον ποικίλαις μετ' ατιμίας αναλώσω βασάνοις»41.

Ο απόστολος ενθαρρύνει την Μαξιμίλλαν και τον Στρατοκλήν

Η τελευταία απειλή συνεκίνησε βαθύτατα και κατεπτόησε μεγάλως την μετ' απεριορίστου σεβασμού αφωσιωμένην προς τον απόστολον Μαξιμίλλαν, ήτις εθεώρει ως ανυπόφορον δοκιμασίαν να παραστή θεατής του επώδυνου και ατιμωτικού θανάτου του διδασκάλου της. Σπεύδει λοιπόν μετά της πιστής εις αυτήν Φαιδαμίας προς το δεσμωτήριον και γνωστοποιεί τα πάντα προς τον απόστολον. Αλλ' ούτος «μάλλον επεστήριζεν αυτήν εμμένειν τω φόβω του Κυρίου». Οσονδήποτε και αν θλιβής, έλεγεν προς αυτήν, βραχείαι είναι του παρόντος βίου αι λύπαι και εντός ολίγου συμπαρέρχονται μετ' αυτού. «Υπόμεινον τας θλίψεις, όπως αιωνίως χαρής». Μην ανησυχείς δε δι' εμέ. Βεβαιωθήτι ότι μου προξενεί μεγάλην χαράν να υποστώ καθ' ομοίωσιν του Κυρίου μας θάνατον σταυρικόν και να απέλθω το ταχύτερον προς αυτόν δια να είμαι μετ' αυτού διαπαντός42.

Παρηγορηθείσα και ενισχυθείσα υπό των λόγων τούτων και των άλλων νουθεσιών του αποστόλου, η Μαξιμίλλα και «θαρσαλεώτερον διατεθείσα», όταν συνήντησεν εκ νέου τον Αιγεάτην, εδήλωσεν εις αυτόν ανδροπρεπώς, ότι «τον θάνατον μάλλον» θεωρώ προτιμότερον από την πρόσκαιρον ζωήν και θα δεχθώ να αποθάνω παρά να συνδεθώ και πάλιν μεθ' ενός ειδωλολάτρου, όπως είσαι σύ. Η γλώσσα αύτη της Μαξιμίλλης ηρέθισεν εις βαθμόν ασυγκράτητον τον Αιγεάτην και εν παραφορά εφώναξε προς αυτήν: «Εάν ο γέρων εκείνος δεν σε μεταπείση το ταχύτερον, ίνα επανέλθης προς εμέ, και σε και εκείνον θα σας παραδώσω εις θάνατον»43.

Αλλ' εάν ο Αιγεάτης εξωργίζετο και ηπείλει και διά παντός μέσου εζήτει να καταπτοήσει την Μαξιμίλλαν, ο Πρωτόκλητος εξ άλλου ενεθάρρυνεν αυτήν και μετέδιδεν εις αυτήν ευψυχίαν και θάρρος, το οποίον καθίστα αυτήν άκαμπτον έναντι των εκφοβισμών του ειδωλολάτρου συζύγου της. «Μη ηττηθής ταις κατ' εμού απειλαίς», έλεγε προς αυτήν ο απόστολος. «Μη σαλευθής υπό των αυτού φαύλων ομιλιών και μη χαυνωθής ταις αυτού ρυπαραίς συμβουλίαις. Υπόμεινον πάσαν αυτού απειλουμένην ή και επαγομένην θλίψιν. Φύλαξον σεαυτήν αγνήν και καθαράν εκ της ακαθάρτου αυτού συνδιαγωγής». Όσον δε αφορά εις εμέ, προσέθετεν ο απόστολος, ας κάμνη όχι μόνον με λόγους και με απειλάς, αλλά και με έργα και βασανιστήρια ό,τι δήποτε ειμπορέση. Είτε πρόκειται να με παραδώση εις τα θηρία να με κατασπαράξουν, είτε να με κατακαύση εις το πυρ, είτε να με καταπνίξη εις τον βυθόν της θαλάσσης, είτε με ξίφος να με κατακόψη, είτε εις τον σταυρόν να με καρφώση, θα μάθη «οποίος ημίν ο διά Χριστόν έρως», του οποίου ουδέν των εν τω κόσμω τούτω θεωρούμεν προτιμότερον. «Προς αυτόν γαρ, τον Κύριον ημών ορώμεν και αυτόν ποθούμεν, τον ημάς υπεραγαπήσαντα και προς αυτόν επειγόμεθα» διά να συμμετάσχωμεν της βασιλείας του «κατά την αψευδή αυτού προς ημάς επαγγελίαν»44.

Ακούων ταύτα ο εκεί παριστάμενος κατ' εκείνην την στιγμήν Στρατοκλής, συνεκινήθη βαθύτατα και «ήρξατο δακρύειν και στενάζειν ανενδότως». Τούτον «θεασάμενος ο πρωτόκλητος και λαβόμενος της χειρός αυτού», ήρχισε να τον παρηγορή και να τον ερωτά «τι ούτως στενάζων ουκ εφησυχάζεις;» Εγώ, προσέθεσεν ο απόστολος, χαίρω διότι ουχί ματαίως ελάλησα προς σε τον λόγον του Κυρίου, «αλλ' ως εν γη καρποφόρω» εγκατέσπειρα τούτον εις την καρδίαν σου «γεωργούντα εκατονταπλασίονα καρπόν». Μη στενοχωρήσαι λοιπόν και «μη ούτως ανιώμενος σύνθρυπτέ σου την καρδίαν»45.

Βεβαίως, απεκρίθη ο Στρατοκλής, κλαίω και εποδύρομαι διά σε, ω απόστολε και πρωτόκλητε. Διότι επαπειλείται κατά σου θάνατος και δεν θα ακούωμεν πλέον τους λόγους, οι οποίοι εξήρχοντο από το στόμα σου και «ως πυρ ακοντίζοντες κατέφλεξάν μου την καρδίαν και προς την πίστιν είλκυσαν του υπό σου καταγγελομένου Χριστού». Οι θεόπνευστοι αυτοί λόγοι εκαλλιέργησαν «την εμήν ακανθώδη και κεχερσωμένην ψυχήν και τα σπέρματα» της σωτηρίας εναπέθεσαν εις αυτήν46.

Ακριβώς δι' αυτό ευφραίνομαι, απήντησεν ο απόστολος, διότι «η προς υμάς διδασκαλία» δεν εγένετο «εις κενόν» «και διά τούτο τον Κύριόν μου και Θεόν δοξάζω» δι' όλους σας. «Γνωρίζω καλώς ότι πολύ γρήγορα ο Αιγεάτης θα με υποβάλη εις δίκην, μετά την οποίαν θα επακολουθήση ο θάνατός μου. Το ότι όμως θα αποθάνω διά τον Κύριόν μου και το Ευαγγέλιόν Του, πρέπει όχι μόνον εμέ, αλλά και σας όλους να χαροποιή.»




ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄

ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ

Ο απόστολος ενώπιον του Αιγεάτου

Απολέσας ο Αιγεάτης πάσαν ελπίδα περί του ότι η Μαξιμίλλα θα μετεπείθετο, κατ' αυτής μεν δεν ετόλμα να ενεργήση τι, φοβηθείς «τους γονείς αυτής, δυνατούς όντας» να υπερασπισθώσι την θυγατέρα αυτών κατά της οργής του47. Ολόκληρος διά τούτο η λύσσα εξέσπασε κατά του αποστόλου Ανδρέου, τον οποίον εθεώρει υπαίτιον της οικογενειακής δυστυχίας αυτού. Διέταξε λοιπόν να προσαχθή ο απόστολος ενώπιόν του και χωρίς να θίξη την κυρίαν αιτίαν, δια την οποίαν είχε φυλακίσει και επρόκειτο ήδη να δικάση αυτόν, διετύπωσε κατ' αυτού την κατηγορίαν ότι διέδιδε θρησκείαν, την οποίαν «οι Ρωμαίοι βασιλείς εξαφανίσαι εκέλευσαν». Ο Ιησούς, τον οποίον συ τολμάς να κηρύττης, είπεν στον απόστολον ο Αιγεάτης, απεδοκιμάσθη και απο αυτούς τους συμπατριώτας αυτού και όταν εδίδασκεν αυτά, τα οποία και συ τώρα επαναλαμβάνεις, «τω ξύλω του σταυρού προσήλωσαν» αυτόν οι Ιουδαίοι48.

Ω, εάν ήξευρες, ποίον μυστήριον εγκρύπτεται εις τον σταυρικόν θάνατον του Κυρίου μου και από ποίαν αγάπην δι' όλον το ανθρώπινον γένος εδέχθη με όλην την θέλησίν Του, εκουσίως και όχι ακουσίως να παραδώση τον εαυτόν Του εις τον σταυρικόν θάνατον! Απεκρίθη ο Ανδρέας49.

Τι λέγεις! απήντησεν ο Αιγεάτης. Όταν «παρά του εαυτού μαθητού προδοθείς και υπό των Ιουδαίων συλληφθείς Πιλάτω τω ηγεμόνι προσήχθη» και σύμφωνα με την αίτησιν των Ιουδαίων «υπό των του ηγεμόνος στρατιωτών προσηλώθη επί του σταυρού», πώς συ διϊσχυρίζεσαι ότι «εκουσίως του σταυρού το ξύλον» απεδέχθη και μόνος του παρέδωκε τον εαυτόν του να σταυρωθή;50.

Αλλ' εγώ ήμην μαζί Του εξ αρχής, απήντησεν ο απόστολος. Και δύναμαι να βεβαιώσω εξ αμέσου αντιλήψεως, ότι εκουσίως παρεδόθη εις τον θάνατον. Διότι πολύ προτού να συλληφθή, μας προανήγγειλεν ότι θα εσταυρώνετο διά την σωτηρίαν των ανθρώπων, εγνώριζε δε ποίος από τους μαθητάς Του θα επρόδιδεν αυτόν και επί πλέον είχε καιρόν και ηδύνατο να αποδράση και μη συλληφθή από τους Ιουδαίους. Μολονότι δε ήξευρε καλά, ότι ο προδότης μαθητής επρόκειτο μετ' ολίγον να οδηγήση τους Ιουδαίους διά να τον συλλάβουν, όχι μόνον δεν απεκρύβη, αλλά μετέβη εις τον τόπον, εις τον οποίον συνήθιζε να πηγαίνη και τον οποίον εγνώριζε καλά και ο Ιούδας51.

Επί τέλους, ανέκραξεν ο Αιγεάτης. είτε εκουσίως είτε ακουσίως, ομολογείς και συ ο ίδιος ότι εσταυρώθη και εθανατώθη ως κακούργος με θάνατον ατιμωτικόν. Αλλ' είπον, αντιπαρετήρησεν ο απόστολος, ότι «μέγα εστί το μυστήριον του σταυρού» και αν έχης την διάθεσιν να ακούσης, λίαν ευχαρίστως θα σου ωμίλουν περί τούτου.

Ο σταυρικός θάνατος, απήντησεν ο Αιγεάτης, δεν δύναται να αποκληθή μυστήριον. Είναι κόλασις και τιμωρία σκληρά. Εν τούτοις εγώ με υπομονήν πολλήν θα σε ακούσω. Εάν όμως δεν με πείσης, τότε οφείλεις να υπακούσης και να πειθαρχήσης εις εμέ, διότι άλλως «αυτό το του σταυρού μυστήριον εν σεαυτώ αναδέξει»52 και ωρισμένως θα σταυρωθής και συ, όπως ο διδάσκαλός σου.

Εάν εφοβούμην το ξύλον του σταυρού, απεκρίθη ο Πρωτόκλητος, δεν θα εκήρυττα «την δόξαν του σταυρού». Λόγω δε της πίστεώς μου εις τον επί του ξύλου του σταυρού αποθανόντα Κύριόν μου, δεν φοβούμαι «του θανάτου την τιμωρίαν. Ο γαρ των αμαρτωλών θάνατος πονηρός»53.

Ακριβώς δε δι'αυτό θέλω να ακούσης «το του σταυρού μυστήριον», μήπως πιστεύσης και σύ και δεν απολέσης την ψυχήν σου. Προχωρών δε ο απόστολος ήρχισε να ομιλή προς τον Αιγεάτην περί παραβάσεως του Αδάμ και του επακολουθήσαντος εις ολόκληρον το ανθρώπινον γένος θανάτου, προς απελευθέρωσιν από του οποίου «αναγκαίον υπήρχεν, ίνα εκ της αμωμήτου παρθένου ο του Θεού νέος τέλειος άνθρωπος γεννηθή και διά ξύλου του σταυρού το ξύλον της επιθυμίας αποκλείση»54.

Μη δυνάμενος ο Αιγεάτης να παρακολουθήση, λόγω της παχυλότητας της διανοίας αυτού, τας αληθείας ταύτας, διέκοψεν αποτόμως τον απόστολον και μετά φωνής τραχείας είπε προς αυτόν: Τους λόγους αυτούς φύλαξέ τους να τους είπης εις εκείνους, οι οποίοι σε πιστεύουν. Εγώ εν απαιτώ από σε: «όπως τοις παντοδυνάμοις θεοίς τας θυσίας προσενέγκης». Διότι αν δεν προσφέρης θυσίας εις τους θεούς μου, «εν αυτώ τω σταυρώ όνπερ επαινείς ραβδισθέντα σε προσπαγήναι προστάξω»55. Θα σε σταυρώσω όπως εσταυρώθη και ο διδάσκαλός σου.

Και διέταξε να οδηγηθή και πάλιν ο Πρωτόκλητος εις την φυλακήν παρέχων εις αυτόν προθεσμίαν μέχρι της επομένης, ίνα ωριμώτερον σκεφθή56. Ούτως ενεργών ο Αιγεάτης, ετήρει μεν τα προσχήματα φαινομενικής τινός αμεροληψίας και ψυχραίμου κρίσεως, εξήντλει δε και την τελευταίαν ελπίδα μεταστροφής του Πρωτοκλήτου και της Μαξιμίλλης.



Η εν φυλακή τελευταία νύξ του αποστόλου

Εν τω μεταξύ, καθ'ον χρόνον ο Πρωτόκλητος ευρίσκετο εγκάθειρκτος, λαός πολύς εκ των καθ' όλην την επαρχίαν πιστών αλλά και άλλων τινών θαυμαστών απλώς του αποστόλου συρρεύσας προ του δεσμωτηρίου, εξεδήλωσε την διάθεσιν να βιαιοπραγήση μεν κατά του Αιγεάτου, να απελευθερώση δε τον απόστολον διαρρηγνύων τας θύρας της φυλακής. Πλην «ο μακάριος Ανδρέας τοιούτοις ρήμασιν ενουθέτησε λέγων»: Μη θελήσετε να διαταράξητε την ειρήνην της πόλεως και «στασιώδη και διαβολικήν ταραχήν» να εξεγείρετε. Διότι και «ο Κύριός μου, όταν παρεδόθη, μετά πάσης μακροθυμίας» συμπεριεφέρθη. «Ουκ εφιλονίκησεν, ουκ εκραύγασεν, ουδέν εν ταις πλατείαις ήκουσέ τις αυτού κραυγάζοντος. Έχετε ουν και υμείς ησυχίαν και ειρήνην και μη το εμόν μαρτύριον εμποδίσητε». Τουναντίον, όσοι από σας είσθε πιστοί, ετοιμασθήτε ίνα αναδειχθήτε αθληταί του Κυρίου και κατανικήσητε με ανδρειότητα ψυχής τας απειλάς των ειδωλολατρών, εις τας τυχόν δε κακοποιήσεις επιδείξητε ακατάβλητον υπομονήν. Οτιδήποτε και αν πάθωμεν εις τον παρόντα βίον, είναι πρόσκαιρον και παροδικόν και δεν πρέπει να φοβούμεθα αυτό. Την τιμωρίαν εκείνην πρέπει να φοβούμεθα, η οποία είναι ατελείωτος και αιωνία. Των ανθρώπων ο φόβος ομοιάζει προς καπνόν, ο οποίος όσον γρήγορα διεγείρεται, τόσον γρήγορα και εξαφανίζεται. Ωσαύτως και οι σωματικοί πόνοι, τους οποίους ενδέχεται να υποφέρωμεν από τους βασανιστάς μας. Άλλοι από αυτούς είναι ελαφροί και εύκολα κανείς δύναται να τους υποφέρη. Άλλοι είναι βέβαια βαρύτεροι, αλλά πολύ γρήγορα επιφέρουν τον θάνατον και συμπαρέρχονται μετ' αυτού. Εκείνοι οι πόνοι και εκείναι αι οδύναι είναι αιώνιοι και ατελεύτητοι. Και εκεί υπάρχουν οι συνεχείς «κλαυθμοί και οιμωγαί και ατελεύτητος βάσανος», τας οποίας ο Αιγεάτης δεν φοβείται, διότι δεν τας γνωρίζει ούτε τας φαντάζεται. «Γίνεσθε λοιπόν μάλλον έτοιμοι προς τούτο, όπως διά των προσκαίρων θλίψεων προς τας αιωνίους αναπαύσεις καταντήσητε και Χριστώ συμβασιλεύσητε»57.

Διά τούτων και άλλων τοιούτων λόγων ο θείος Απόστολος επέβαλε την τάξιν και αποκαταστήσας την ειρήνην, εξηκολούθησεν είτα ηρέμως και μετά πολλής γαλήνης να απευθύνη εις τους πλημμυρούντας το δεσμωτήριον και τους περί αυτού χώρους πιστούς τας τελευταίας του υποθήκας. Η σκοτεινή εκείνη φυλακή με τα συνεχόμενα προς αυτήν διαμερίσματα, μετεβλήθη τότε εις ναόν και εις κλίμακα μετάρσιον, αναβιβάζουσα τους πάντας εις αυτόν τον ουρανόν. Μετά των νουθεσιών του αποστόλου συνεδέθησαν και ύμνοι ιεροί, επηκολούθησε δε καθ' ώρας νυκτερινάς και η τέλεσις θείας Ευχαριστίας, κατά την οποίαν ο απόστολος ιδίαις χερσί καθαγιάσας τον άγιον άρτον και το καινόν ποτήριον, «μετέδωκεν εις τους παρόντας των αχράντων και αθανάτων του Χριστού Μυστηρίων». Και το σημαντικώτερον διά την εκκλησίν των Πατρών, «τον Στρατοκλή τη των χειρών επιθέσει της αρχιερωσύνης ηξίωσε, χειροτονήσας υπ' αυτόν ιερείς και λευΐτας»58. Συγκροτήσας ούτω και συμπληρώσας τον οργανισμόν της εν Πάτραις εκκλησίας ο θείος απόστολος «και ασπασάμενος άπαντας εν αγίω φιλημάτι, απέλυσεν αυτούς εν ειρήνη».

Καταδίκη του αποστόλου εις τον διά σταυρού θάνατον

Εν τω μεταξύ ο Αιγεάτης, πληροφορηθείς τα συμβάντα της νυκτός, ηρεθίσθη περισσότερον και λίαν πρωΐ διέταξε να αχθή ο θείος απόστολος ενώπιόν του. Και «καθίσας επί του βήματος είπεν»: Ενόμιζα, ότι κατά την νύκτα θα εκυριάρχουν παρά σοι ωριμώτεραι και φρονιμώτεραι σκέψεις, ώστε να αποβάλης την μωρίαν του κηρύγματος περί του εσταυρωμένου Θεού σου και να μη στερηθής της ζωής. Σύ όμως εξακολουθείς να επιμένης ανοήτως και βλακωδώς. Διότι πράγματι βλακεία και ανοησία είναι να θεωρής ως Θεόν έναν άνθρωπον, ο οποίος εδείχθη τόσον ασθενής εις τους εχθρούς του, ώστε δεν ημπόρεσεν ουδ' επ' ελάχιστον να αντισταθή εις αυτούς και να προτιμάς χάριν αυτού να έλθης και συ «προς το του σταυρού πάθημα» και να παραπέμψης «εαυτόν ποιναίς και πυραίς αισχίσταις». Διά τελευταίαν λοιπόν φοράν σε καλώ να προσφέρης σπονδήν εις τους θεούς, «όπως ούτοι οι υπό σου απατηθέντες λαοί εγκαταλείψωσι την ματαιότητα της σης διδασκαλίας και προσκομίσωσι και αυτοί σπονδάς τοις θεοίς59. Διότι «ουδεμία πόλις απέμεινεν εν τη Αχαΐα», εις την οποίαν να μη εγκατελείφθησαν και να μη ηρημώθησαν τα ιερά των θεών. Πρέπει λοιπόν τώρα «διά σου και πάλιν» να ανανεωθή το προς τους θεούς σέβας. Εάν όμως δεν συμμορφωθής προς εκείνο, το οποίον αξιώ παρά σου, θα υποστής «διάφορα κολαστήρια και μετά ταύτα», αφού αναρτηθής επί του ξύλου του σταυρού, το οποίον τόσο επαινείς, θα εκλείψης διαπαντός60.

Σου ωμίλησα έως τώρα μειλιχίως, απήντησεν ο απόστολος Ανδρέας, ελπίζων ότι θα ήτο δυνατόν να μεταπεισθής και να ελκυσθής εις την αλήθειαν. Βλέπων όμως ήδη, ότι επιμένεις εις την πλάνην και ότι εξακολουθείς να νομίζης, ότι θα με εκφοβίσης δια των απειλών σου, σου λέγω καθαρά. παν ό,τι θεωρείς ως χειρότερον από τα κολαστήρια και βασανιστήριά σου, είσαι ελεύθερος να το μεταχειριθής κατ' εμού. Θα υπομείνω τούτο καρτερικώς, διότι έχω την πεποίθησιν, ότι όσον χειρότερα υποστώ υπέρ της ομολογίας του ονόματος του Κυρίου μου και του Βασιλέως μου, τόσον περισσότερον θα ευαρεστήσω αυτόν.

Τότε οργισθείς ο ανθύπατος Αιγεάτης, διέταξε να κακοποιηθή ο απόστολος του Χριστού διά βασανιστηρίων και να δαρή σκληρώς. Τούτου γενομένου, προσήχθη και πάλιν προ του Αιγεάτου, όστις και πάλιν προέτρεψεν αυτόν, ίνα θυσιάση εις τα είδωλα. Άκουσόν μου Ανδρέα, είπεν ο ανθύπατος. και μεταπείσθητι από την τρελλήν απόφασίν σου, η οποία σε ωθεί εις την έκχυσιν του αίματός σου. Σου επαναλαμβάνω διά τελευταίαν φοράν, εάν δεν θελήσης να με υπακούσης, θα σε κρεμάσω εις το ξύλον του σταυρού και θα αποθάνης εκεί οικτρώς.

Ο άγιος Ανδρέας τότε απήντησεν ως εξής: «Εγώ δούλος του Χριστού τυγχάνω και συνεπώς όχι μόνον δεν δειλιώ, αλλά και επιθυμώ το τρόπαιον του σταυρού. Πρόσεξε όμως συ, μήπως εμπέσης εις την αιώνιαν βάσανον και τιμωρίαν, την οποίαν μόνον εάν πιστεύσης εις τον Χριστόν, θα δυνηθής να διαφύγης. «Εγώ περί της σης απωλείας θλίβομαι και περί της εμής παθήσεως ου συνταράσσομαι». Διότι το πάθημα και βασανιστήριον, το οποίον μου ετοιμάζεις, «μιας ημέρας διάστημα καταλαμβάνει ή δύο το πολύ. Ο δε σος βασανισμός εις ατελευτήτους αιώνας» θέλει διαρκέσει61.

Τότε ο Αιγεάτης διέταξε να αναρτηθή ο απόστολος επι του σταυρού. Προς τον σκοπόν δε του να παραταθή το μαρτύριόν του, παρήγγειλεν ίνα μη καρφωθή, αλλά να τεντωθή πολύ το σώμα του και να προσδεθούν σφιγκτά αι χείρες και οι πόδες του επί του σταυρού, ώστε να παραμείνη κρεμάμενος επ' αυτού όσον το δυνατόν περισσοτέρας ημέρας.

Επί την οδόν την άγουσαν εις τον τόπον του μαρτυρίου

Επί τω ακούσματι της αποφάσεως και των παραγγελιών τούτων του Αιγεάτου, ανεσκίρτησεν ο απόστολος και χαίρων ήρχισε να βαδίζη κατεσπευσμένως, υπό συνοδείαν στρατιωτών, προς τον τόπον του μαρτυρίου. Καθ' οδόν όμως αρκετοί εκ των εις Χριστόν επιστραφέντων και άλλων συμπαθούντων τον απόστολον, έχοντες μεθ' εαυτών και τον Στρατοκλή, εσταμάτησαν το στρατιωτικόν απόσπασμα και οι ζωηρότεροι εξ αυτών απεπειράθησαν να μετέλθωσι βίαν και να απελευθερώσωσι τον απόστολον. Αλλ' ο εν πάσι μιμητής του Κυρίου του Πρωτόκλητος απευθυνόμενος προς τούτους και ιδιαιτέρως προς τον Στρατοκλή, είπε. «Μη τέκνον μου Στρατοκλή. Ου βούλομαί σε τοιούτον είναι πώποτε, αλλ' επιεική, πράον, ταπεινόφρονα, μη αποδίδοντα κακόν αντί κακού, ενθυμούμενον τον λόγον του Κυρίου του ειπόντος. Εάν τις σε ραπίση εις την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την αριστεράν. Και ημείς, αδελφοί, επακολουθήσωμεν»62 άνευ αντιστάσεώς τινος εις αυτούς, οι οποίοι μας σύρουν εις το μαρτύριον διά τον Κύριον. Ας νεκρώσωμεν τον εξωτερικόν μας άνθρωπον και ας σπουδάσωμεν να ανανεώσωμεν τον εσωτερικόν μας άνθρωπον και να αναπτερώσωμεν αυτόν προς τον Θεόν, προς τον οποίον υπάρχει. ολόκληρος η αγάπη μας. Ταύτα και άλλα περισσότερα τούτων έλεγε προς τον Στρατοκλή και τους μετ' αυτού προχωρών και σπεύδων προς τον τόπον του μαρτυρίου του.


Ο Πρωτόκλητος προ του σταυρού

Όταν ο απόστολος έφθασεν εις τον τόπον, όπου ήτο εμπεπηγμένος «ο σταυρός προς το χείλος της θαλάσσιας ψάμμου», αφήσας οπίσω του όλους, επλησίασε προς τον σταυρόν και λέγει αυτώ ως εμψύχω μετά φωνής ισχυράς: «Χαίροις, ω σταυρέ, ότι συ χαράς και αγαλλιάσεως παντί τω γένει των ανθρώπων εγένου πρόξενος διά του εν σοι σαρκικώς παγέντος Θεού Λόγου»63. «Χαίροις, ω σταυρέ, ο εκ των μελών του Χριστού ωσεί μαργαρίταις κοσμηθείς»64.«Χαίροις, ω σταυρέ, το ζωηφόρον και τρισόλβιον όπλον του επί του τανυθέντος Χριστού και σώσαντος εμέ τον άνθρωπον. Χαίροις, σταυρέ, δι' ου ο ληστής παράδεισον ώκησεν και τα χερουβείμ» τα φυλάττοντα την είσοδον αυτού, υπεχώρησαν απ' αυτής και αφήκαν ταύτην ελευθέραν. «Χαίροις, σταυρέ, δι ού το γένος των ανθρώπων το πρώτον απολαμβάνει και αρχαίον αξίωμα»65. «Ω αγαθέ σταυρέ, ο ευπρέπειαν και ωραιότητα εκ των μελών του Κυρίου δεξάμενος, επί πολύ επιπόθητε και σπουδαίως επιθυμητέ και εκτενώς επιζητούμενε, λάβε με από των ανθρώπων και απόδος με τω διδασκάλω μου»66. Αν και είμαι «ανάξιος του Δεσπότου δούλος, υψούμαι» επί σου διά να γίνω κοινωνός εις το πάθος αυτού και διά να συμμετέχω «της αυτού αϊδιότητος»67.

«Και ταύτα ειπών ο μακάριος Ανδρέας εστώς επί της γης» και με το βλέμμα προσηλωμένον επί του σταυρού «εξέδυσεν εαυτόν» και παρέδωκε «τα ιμάτια αυτού» εις τους δημίους. Προτρέψας δε και πάλιν τα παριστάμενα πλήθη να μη αντιτάξουν αντίστασίν τινά, εκάλεσε τους δημίους να συμμορφωθούν προς τας διαταγάς του Αιγεάτου.

Ο Πρωτόκλητος προσδεδεμένος επί του ξύλου

Όταν ο Πρωτόκλητος προσεκάλεσε τους δημίους, προσήλθον ούτοι και περιωρίσθησαν εις το να προσδέσουν σφιγκτά επί του σταυρού τας μασχάλας και τούς πόδας του, χωρίς να διατρυπήσουν αυτούς, ούτε και τας χείρας, αλλ' ούτε και να κατακόψουν τας κλειδώσεις των αγκώνων και των γονάτων. Διά της τοιαύτης προσδέσεως ο Αιγεάτης ήθελεν, ως είπομεν, περισσότερον να βασανίση τον απόστολον, ανέμενε δε, ότι κατά την διάρκειαν της νυκτός θα κατετρώγετο ζωντανός από τους κύνας68.

Όταν δε το παριστάμενον πλήθος είδεν, ότι δεν εκαρφώθη, άλλά μόνον προσεδέθη επί του σταυρού, ευθύς ως απεμακρύνθησαν οι δήμιοι, επλησίασαν προς τον σταυρόν περιμένοντες, ότι θα ήκουον παρά του αποστόλου ωφέλιμόν τι. Πράγματι δε ούτος, όταν είδε τα πλήθη να πλησιάζουν, εσήκωσε προς αυτά την κεφαλήν μετά μειδιάματος εις τα χείλη. Οπότε ο Στρατοκλής αποτεινόμενος προς αυτόν, είπε: «Τι μειδιάς, δούλε του Θεού Ανδρέα; Ο γέλως σου» προκαλεί εις ημάς δάκρυα και κλαυθμούς, «ότι σου στερούμεθα»69.

«Και ο μακάριος Ανδρέας αυτώ απεκρίνατο: Να μη γελάσω, «τέκνον μου Στρατοκλή» διά την κενήν και ματαίαν «ενέδραν του Αιγεάτου», με την οποίαν εφαντάσθη προσδένων με εις τον σταυρόν και επιβραδύνων τον θάνατόν μου, ότι θα με βασανίση περισσότερον; Δεν ημπορεί ο ταλαίπωρος να εννοήση, ότι η αγάπη μου προς τον Χριστόν μου καθιστά ευπρόσδεκτον οποιανδήποτε τιμωρίαν και μεταβάλλει οιανδήποτε βάσανον εις τρυφήν και αγαλλίασιν.

Και απευθυνόμενος εν συνεχεία προς τον λαόν είπε:

«Άνδρες οι ενταύθα παρεστώτες, γυναίκες και παίδες, πρεσβύται και νέοι, δούλοι και ελεύθεροι, ακούσατέ μου»70. Μη παρασύρεσθε από την απάτην του παρόντος βίου, αλλά παρακινούμενοι από το παράδειγμα εμού, ο οποίος πρόκειται μετ' ολίγον να χωρισθώ από το σώμα τούτο, όπερ κρέμαται ήδη διά τον Χριστόν, καταφρονήσατε τα βδελυκτά είδωλα, «προσδράμετε τη αληθεί λατρεία του αψευδούς Θεού ημών και ποιήσατε εαυτούς ναόν άγιον», όπως κατοικήση εις τας καρδίας σας ο Χριστός «συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι και μονήν παρ' υμίν ποιήση».

«Αποτάξασθε πάσας τας κοσμικάς επιθυμίας, αποτινάξασθε την ραθυμίαν και τον ζόφον από των καρδιών υμών και γίνεσθε καθαροί και τέλειοι, άμεμπτοι και ανεπίληπτοι τω καθαρώ Θεώ ημών. Αγνίσατε εαυτούς» ίνα κληρονομήσητε τα ουράνια αγαθά, των οποίων το κάλλος και την δόξαν ουδεμία φαντασία δύναται να συλλάβη71. «Και προετρέπετο πάντας διδάσκων ότι ουκ άξια τα παθήματα της προσκαίρου ταύτης ζωής προς την μέλλουσαν ανταμοιβήν της αιωνίου ζωής»72.

Εξέγερσις του πλήθους και θάνατος του αποστόλου

Επί τρία ολόκληρα ημερονύκτια παρέμεινεν ο θείος απόστολος κρεμάμενος επί του Σταυρού, χωρίς να μεταβληθή και χωρίς να παύση νουθετών και προτρέπων τα συρρέοντα προς αυτόν πλήθη. Όταν δε είδον, ότι και κατά την τέταρτην ημέραν εξηκολούθει να ζή ο απόστολος και την αυτήν να δεικνύει αντοχήν, ώρμησαν πάντες από συμφώνου προς τον Αιγεάτην και ευρόντες αυτόν καθήμενον επί του βήματος, ήρχισαν να φωνάζουν κατ' αυτού λέγοντες: «Κακή η κρίσις σου, ανθύπατε κακώς εδίκασας. Παράνομα τα δικαστήριά σου. αδίκως διοικείς την πάσαν Αχαΐαν. Τι ηδίκησεν ο ανήρ; Τι κακόν εποίησεν; Πάσα η πόλις θορυβείται. Πας ο δήμος ταράττεται. Πάντας ημάς λυπείς. Χάρισαι ημίν άνδρα θεοσεβή και ένθεον. Τέσσαρας ημέρας κρεμάμενος ζη». Χωρίς αυτός να φάγη τίποτε, με τους λόγους του μας εχόρτασεν όλους. Λύσε τον άνδρα από του σταυρού «και όλαι αι Πάτραι ειρηνεύομεν.Απόλυσον τον απόστολον και πάσα η Αχαΐα ελεηθήσεται»73.


Και κατ' αρχάς μεν ο Αιγεάτης μετ' αγερωχίας πολλής προσέβλεψε προς τον συρρεύσαντα λαόν και ένευσε εις αυτόν περιφρονητικώς να απομακρυνθή. Αλλ' όταν το πλήθος ήρχισε να εξανίσταται και να δεικνύει απειλητικάς διαθέσεις, εξηναγκάσθη υπό το κράτος του φόβου του να σηκωθή από το βήμα του και να συναπέλθη μετ' αυτού εις τον τόπον του μαρτυρίου, υποσχόμενος, ότι θα απέλυε τον μακάριον απόστολον. Εν τω μεταξύ προέτρεξαν τινές περιχαρείς φέροντες την χαρμόσυνον είδησιν άλλοι μεν προς την Μαξιμίλλαν και τον Στρατοκλή, οίτινες και έσπευσαν εκεί μετά της Ιφιδάμας, άλλοι δε προς τον απόστολον. Ενώ δε οι συρρεύσαντες χριστιανοί εξεδήλουν θορυβωδώς την χαράν των διά την επικειμένην απελευθέρωσιν του Πρωτοκλήτου, ούτος κατηφής ήρχισε να διαμαρτύρεται διά τας τοιαύτας εκδηλώσεις, παραπονούμενος, ότι οι υπ' αυτού μαθητευθέντες παρά τα τόσα, άτινα ήκουσαν παρ' αυτού, δεν είχον κατορθώσει ακόμη να αποσπασθούν από τα γήϊνα, αλλ' ήσαν προσδεδεμένοι εις αυτά. «Έως τίνος, έλεγε, τοις κοσμικοίς και προσκαίροις προσανέχετε; Έως πότε ου κατανοείτε τα υπέρ ημάς; Άφετέ με» να αποθάνω επί του σταυρού και ας μη με λύσει κανείς, διότι μου έχει δοθή ήδη ως κλήρος να εκδημήσω από του σώματος και να ενδημήσω προς τον Κύριον, μετά του οποίου έχω συσταυρωθή74.

Όταν δε κατέφθασεν ο Αιγεάτης απευθυνθείς και προς αυτόν ο Ανδρέας, είπεν: Ω ανθύπατε, διατί ήλθες εδώ και τι σκοπεύεις δι' εμέ να κάμης; Ήλθες διά να με λύσης από τα δεσμά ταύτα περιμένων ίσως να με παρασύρης εις την πλάνην σου; Αλλ' όχι. δεν θα με καταβιβάσης απ' εδώ. Διότι και αν μου υποσχεθής όλα όσα έχεις, εγώ δεν θα πεισθώ εις σε. Διότι πάντα ταύτα είναι πρόσκαιρα και συντόμως μαζύ με σε θα εξαφανισθούν. Αλλ' ούτε και αι απειλαί σου θα με μεταπείσουν. Εγώ απέρχομαι προς τον Κύριόν μου, μετά του οποίου θα συζήσω εις αιώνας ατελευτήτους. Προς εκείνον πηγαίνω. προς αυτόν επείγομαι. «Ήδη γαρ τον Βασιλέα μου ορώ και προσκυνώ. Και λοιπόν ενώπιον αυτού παρίσταμαι, ένθα εισίν αι των αγγέλων ομόνοιαι, ένθα αυτός ο μόνος αυτοκράτωρ βασιλεύει, ένθα το φως άνευ νυκτός υπάρχει, ένθα τα άνθη ουδέποτε μαραίνονται, ένθα οδύνη ουδέποτε γινώσκεται ουδέ ηκούσθη όνομα λύπης, ένθα ευφροσύνη και αγαλλίασις τέλος ουκ έχουσα»75.

Εν τω μεταξύ ο ανθύπατος ίστατο «εννεός και τρόπον τινά εξεστηκώς». Επειδή όμως ολόκληρον το συρρεύσαν πλήθος εθορύβει και εκραύγαζεν αξιούν την αποδέσμευσιν και απελευθέρωσιν του αποστόλου, επροχώρησεν ούτος προς τον σταυρόν με την πρόθεσιν να λύση τον επ' αυτού κρεμάμενον. Αλλ' ο απόστολος «μετά φωνής μεγάλης ατενίσας εις τον ουρανόν, είπε: Μη επιτρέψης, Δέσποτα, εμέ τον επί ξύλου αναρτηθέντα πάλιν λυθήναι76. «Μη παραχωρήσης, Κύριε, τον σον θεράποντα από σου χωρισθήναι. καιρός γάρ εστιν, ίνα αποδοθή τη γη το σώμα μου» και ίνα προστάξης, όπως έλθω εις σε. «Συ ο ζωήν αιώνιον διδούς, ο διδάσκαλός μου ον αγάπησα, ον εν τούτω τω σταυρώ καθομολογώ, δέξαι με, Δέσποτα. και καθώς εγώ ομολογών υπήκουσά σοι, ούτως άρτι επάκουσόν μου και πριν ή το σώμα μου από του σταυρού καταβή, προσλαβού με προς σε»77. «Ιησού Χριστέ, ον είδον, ον φιλώ, εν τω οποίω ειμί και έσομαι, δέξαι με εν ειρήνη εις τας αιωνίους σου σκηνάς. Και ταύτα ειπών και πλείον δοξάσας παρέδωκε το πνεύμα»78.

Τα μετά τον θάνατον του αποστόλου και τα κατά την οικτράν αυτοκτονίαν του Αιγεάτου.

«Μετά την έξοδον του μακαριωτάτου Ανδρέου του αποστόλου η Μαξιμίλλα», αδιαφορήσασα όλως προς τους τυχόν δυσμενώς έχοντας και προς τον Αιγεάτην επιδιώκοντας να αρέσωσι κόλακας, συνοδευομένη και υπό του Στρατοκλέους «έλυσε το λείψανον και μετ' ευλαβείας καθείλεν από του σταυρού το σώμα του μακαρίου πρωτοκλήτου». Περί την εσπέραν δε, αφού προηγουμένως ηυτρέπισε και μετά αρωμάτων πολυτίμων ήλειψεν αυτό, έθαψε τούτο «εν τω ιδίω αυτής μνημείω»79 «πλησίον του αιγιαλού»80.

Και ήλπισε μεν ο Αιγεάτης, ότι η προσφιλής του Μαξιμίλλα θα εκάμπτετο από την συμπάθειαν, την οποίαν ο ίδιος εξεδήλωσε προς τον απόστολον κατά τας τελευταίας του στιγμάς και από την διάθεσιν, την οποίαν επέδειξε να καταβιβάση αυτόν από τον σταυρόν. Αλλ' η Μαξιμίλλα, αφού επετέλεσε το ύστατον προς το σεπτόν λείψανον του αποστόλου καθήκον, παρέμεινε «κατάκλειστος»81 εν οικίσκω τινί εγγύτατα του τόπου, όπου ο τάφος του πανενδόξου Πρωτοκλήτου και εις ουδεμίαν εδέχθη να έλθη προς τον Αιγεάτην επικοινωνίαν. «Ως δε ουκ ίσχυσεν αυτήν ο ανθύπατος πειθήνιον αυτώ καταστήσαι82, καταληφθείς υπό μανίας και εις «απόγνωσιν παντελή περιπεσών»83, καθ' ον χρόνον βαθείαν και ήσυχος εφηπλούτο η νύξ, αναστάς και διαφυγών την προσοχήν πάντων των εν τω πραιτωρίω «έρριψεν εαυτόν αφ' ύψους μεγάλου»84 και «εν μέση αγορά της πόλεως κυλιόμενος εξέπνευσε»85. Τοιούτον επεφυλάσσετο τέλος εις τον οικτρόν ανθύπατον, όστις μη αποκτήσας απόγονον εκ της Μαξιμίλλης, αφήκε μόνον κληρονόμον της μεγάλης περιουσίας αυτού τον αδελφόν του Στρατοκλή, επίσκοπον Πατρών υπό του ενδόξου αποστόλου κατασταθέντα. Και έλαβε μεν πρόνοιαν ο Στρατοκλής, ίνα ταφή το πτώμα του οικτρώς τελευτήσαντος τον βίον αδελφού του, αποστείλας «τους παίδας αυτού και ειρηκώς αυτοίς όπως μεταξύ των βιαίως αποθανόντων θάψωσιν αυτόν»86. Αλλ' εκ της καταληφθείσης αυτώ κληρονομίας «ουδέν εζήτησε, λέγων: Ο Κύριός μου Ιησούς Χριστός ω πεπίστευκα», ας μη παραχωρήση να λάβω από τα αγαθά του αδελφού μου, «ίνα μη μολύνη με το κατάκριμα αυτού, όστις τον απόστολον του Κυρίου ετόλμησε»87 να φονεύση. Εις εμέ δε είθε να είναι «εις μόνος φίλος και μερίς και κλήρος αναφαίρετος», «ο Χριστός και Σωτήρ, εις ον και πεπίστευκα και εύχομαι συμμέτοχος αυτού αναδειχθήναι εν τη αγήρω και ατελευτήτω βασιλεία»88.

Χρονολογικοί καθορισμοί και εικασίαι

Πάσαι αι πηγαί ημών89, καθώς και πάντα τα Μαρτυρολόγια της τε Ανατολικής και Δυτικής εκκλησίας ομοφώνως ορίζουν ημέραν του θανάτου του αποστόλου και εορτασμόν της μνήμης του την τριακοστήν Νοεμβρίου. Παραμένει όμως άγνωστον το έτος, κατά το οποίον έλαβε χώραν το μαρτύριον. Και αναγράφεται μεν εις τας Περιόδους90, ότι αυτοκράτωρ, προς τον οποίον επρόκειτο να εμφανισθή ο Αιγεάτης κατά την μετάβασίν του εις Ρώμην, ήτο ο Νέρων, εφ' όσον όμως εις τας αυτάς Περιόδους παρέχεται η είδησις, ότι ο απόστολος Ανδρέας διελθών εξ Εφέσου, συνήντησεν εκεί τον Ιωάννην, το έτος του μαρτυρίου του Πρωτοκλήτου δέον να τοποθετηθή βραδύτερον. Διότι ο Ιωάννης εγκατεστάθη εις την Έφεσον πιθανώτατα επί Δομετιανού. Πάντως εάν δεχθώμεν, ότι επί Νέρωνος συνέβη το μαρτύριον του Πρωτοκλήτου, πρέπει να τοποθετήσωμεν αυτό μετά το μαρτύριον των δύο κορυφαίων αποστόλων, Πέτρου και Παύλου, και κατά τους τελευταίους μήνας της αυτοκρατορίας του Νέρωνος.

Εξ άλλου η παράδοσις περί χρησιμοποιήσεως χιαστού σταυρού (Χ). Κατά την εκτέλεσιν της επιβληθείσης εις τον Πρωτόκλητον ποινής, είναι πολύ μεταγενεστέρα, προερχομένη εκ της Δύσεως και μόλις αναγομένη εις τον ΙΒ' ή ΙΓ' αιώνα91. Εις παλαιοτέρας εικόνας ο απόστολος παρίσταται, όπως και οι λοιποί απόστολοι, άνευ σταυρού, μετά επιβλητικής φυσιογνωμίας, ενίοτε φέρων στέφανον, όπως εις το αναγόμενον εις τον Ε' αιώνα μωσαϊκόν το εν τω Ναώ του Αγίου Ιωάννου της Ραβέννης, και άλλοτε κρατών ελιτάριον, ως εν μωσαϊκώ από του Θ' αιώνος χρονολογουμένω, όπου συγκαταλέγεται εις τον όμιλον των τριών ηγαπημένων μαθητών, του Πέτρου, του Ιακώβου και του Ιωάννου92.





ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'

ΤΑ ΚΑΤΑ ΤΑΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ

Το ιερόν λείψανον του αγίου Ανδρέου εις Κωνσταντινούπολιν

Κατά τας εκ των Πράξεων93 ειδήσεις, η Μαξιμίλλα μετά της πιστοτάτης και αφοσιωμένης εις αυτήν Φαιδαμίας ή Ιφιδάμας πλησίον του τάφου του Πρωτοκλήτου εγκατασταθείσαι, δεν απεμακρύνθησαν εκείθεν «μέχρι τέλους ζωής αυτών». Πλουτούσαι εις έργα ευποιΐας και κοινής ωφελείας, διέθεσαν μετά του Στρατοκλέους ολόκληρον την περιουσίαν των υπέρ των πτωχών και υπέρ ανεγέρσεως εκκλησιαστικών κτισμάτων και «ευαγών κτιρίων ανδρών τε και γυναικών». Εις βαθύ δε γήρας και αυταί και ο Στρατοκλής καταφθάσαντες «και ανεπιλήπτως τον βίον αυτών πολιτευσάμενοι μακαρίως ετελεύτησαν».

Μετά τον θάνατον των ευλαβών τούτων φυλάκων και επιμελητών του τάφου του ενδόξου Πρωτοκλήτου, μολονότι δεν είχον εισέτι καταπαύσει οι χρόνοι των διωγμών, παρέμεινε το ιερόν μνημείον του αποστόλου ανέπαφον και κατησφαλισμένον, «πολλών ιάσεων χάριτος επομβρίζον πάσι τοις νοσημάτων και παθημάτων φλογμώ κεκακωμένοις»94. Αλλ' ότε έλαβε τέλος «ο κατά των χριστιανών βαρύτατος και φρικωδέστατος διωγμός», απέθανε δε και ο μέγας της Εκκλησίας προστάτης «ο ευλαβέστατος και ισαπόστολος βασιλεύς Κωνσταντίνος». «Κωνστάντιος ο υιός αυτού, ος και της βασιλείας εγεγόνει διάδοχος, επιθυμίαν έσχε θεοφιλή» να συντελέση την «ανακομιδήν και συλλογήν αποστολικών λειψάνων» και να μεταφέρη ταύτα εις «την βασιλίδα των πόλεων, την πανευδαίμονα μεγαλόπολιν Νέαν Ρώμην, εις φυλακτήριον ταύτης ασφαλές και αρραγέστατον εδραίωμα»95. Ότε λοιπόν ο Κωνστάντιος περιοδεύων ευρίσκετο εν Οδυσσοίς, επληροφορήθη εκεί παρά τινος των επισκόπων, ότι το μεν σώμα του αποστόλου Ανδρέου ευρίσκετο τεθαμμένον εν Πάτραις, το δε του Ευαγγελιστού Λουκά εν Θήβαις της Βοιωτίας. Τούτο ακούσας ο Κωνστάντιος ηυχαριστήθη βαθύτατα και ευθύς, απευθυνθείς προς τους περί αυτόν μετά φωνής ζωηράς και περιχαρούς, είπε: «Καλέσατέ μοι τον Αρτέμιον»96. Ήτο δε ο Αρτέμιος στρατιωτικός «περιβόητος, μετέπειτα το του μαρτυρίου στέφος αναδησάμενος επί της βασιλείας Ιουλιανού του αποστάτου, ανήρ περίδοξος πάνυ, ευγενής τε και σοφός, πάσης συνέσεως και λογιότητος έμπλεος»97.

Προσελθών κατεσπευσμένως ο Αρτέμιος ενώπιον του βασιλέως, έλαβε παρ' αυτού την εντολήν ταύτην: Άπιδε ανδρών άριστε και το τάχος εν Κων/πόλει την των ιερών λειψάνων άνοδον ποίησον»96. Πράγματι δε ο Αρτέμιος «επορεύετο την επί τους αποστόλους οδόν ανακομίσων τα τούτων πανάγια λείψανα επί την Κωνσταντινούπολιν».

Και ότι μεν οι ευσεβείς κάτοικοι των Πατρών αρνηθέντες το κατ' αρχάς να παραδώσουν τον πολύτιμον θησαυρόν, συγκατετέθησαν έπειτα, ο δε Κωνστάντιος εκδηλών την επι τη συγκαταθέσει ταύτη ευαρέσκειαν, προέβη αυθορμήτως και γενναιοδώρως εις την κατασκευήν υδραγωγείου προς ύδρευσιν της πόλεως των Πατρών, μόνον υπό παραδόσεως πολύ μεταγενεστέρας διαθρυλείται. Ότι δε τα ιερά λείψανα του τε Πρωτοκλήτου Ανδρέου και του Ευαγγελιστού Λουκά διεκομίσθησαν εις Κων/πολιν υπό του Αρτεμίου και κατετέθησαν «ένδον της αγίας Τραπέζης του ναού των αγίων αποστόλων», τον οποίον είχε ήδη ανεγείρει Κωνστάντιος ο μέγας, μαρτυρείται υπό τε του Φιλοστοργίου και υπό του παλαιού Βυζαντινού Συναξαρίου πολλαχού98 αλλά και υπ' άλλων παλαιών τε και νεωτέρων συγγραφέων. Η κατάθεσις αύτη, γενομένη μετά μεγίστης πομπής, έλαβε χώραν την 3ην Μαρτίου του έτους 357, καθά συνάγεται εκ ρητής μαρτυρίας του Πασχαλίου Χρονικού99.

Ότε δε βραδύτερον ανωκοδομήθη υπό του αυτοκράτορος Ιουστινιανού λαμπρότερος ο ναός των Αγίων Αποστόλων, τα ιερά λείψανα του αποστόλου Ανδρέου και του Ευαγγελιστού Λουκά, καθώς και του συνεκδήμου του Παύλου Τιμοθέου, ανακομισθέντα κατά τον χρόνον της ανοικοδομήσεως του ναού, ανακατετέθησαν κατά το έτος 550 εν τη «εξ αργυρού καθαρωτάτου» κατασκευασθείση αγία τραπέζη100 μετά εξαιρετικής μεγαλοπρεπείας, του πανηγυρισμού της καταθέσεως διαρκέσαντος, ως φαίνεται επί ολόκληρον εβδομάδα. Ούτω κατά μεν το παλαιόν βυζαντινόν Συναξάριον101 εορτάζεται τη «Κ΄Ιουνίου η εύρεσις και κατάθεσις χιτώνων και περιβολαίων των αγίων αποστόλων και Ευαγγελιστών Ιωάννου και Λουκά, Ανδρέου… άτινα κατετέθησαν εν τω ναώ των αγίων αποστόλων των μεγάλων». Κατά δε τον χρονογράφον Μαλαλάν102 «μηνί Ιουνίω κη' εγένετο τα εγκαίνια των αγίων αποστόλων και η κατάθεσις των τιμίων λειψάνων Ανδρέου, Λουκά και Τιμοθέου και διήλθεν ο επίσκοπος Μηνάς μετά των αυτών αγίων λειψάνων». Και κατά τον Νικηφόρον Κάλλιστον103 «οπηνίκα και τα εγκαίνια του νεώ των αγίων αποστόλων εγένετο τη εικοστή ενάτη Ιουνίου μηνός, εν οχήματι χρυσώ, Μηνά (του Πατριάρχου) τα θεία των αποστόλων λείψανα περιαγαγόντος». Γνωστού όντος ότι κατά την παλαιοτέραν διάταξιν η τελετή των εγκαινίων κατατέμνετο συνεχιζομένη επί δύο ημέρας, ο εορτασμός δε των εγκαινίων της αγίας Σοφίας παρετάθη επί του αυτού Ιουστινιανού επί ολόκληρον δεκαπενθήμερον104, δεν θα κατηντώμεν εις υπερβολήν, εάν ελέγομεν, ότι ολόκληρον το τελευταίον δεκαήμερον του Ιουνίου διετέθη διά την μεγαλοπρεπή ταύτην κατάθεσιν.

Ολόκληρον το ιερόν λείψανον διεκομίσθη εις Κων/πολιν;

Δύναται εν τούτοις να τεθή ζήτημα περί του αν ολόκληρον το ιερόν λείψανον του Αγίου Ανδρέου μετεκομίσθη εις Κων/πολιν ή μέρος μόνον αυτού. Υπάρχουν λόγοι αρκούντως ισχυροί συνηγορούντες υπέρ του ότι τμήματα μόνον του ιερού λειψάνου διεκομίσθησαν και κατετέθησαν εις το εν Κων/πόλει ναόν των Αγίων Αποστόλων. Και πρωτίστως η εκδοχή αύτη εξηγεί πληρέστατα τα όσα ο θείος Χρυσόστομος εν τη κστ' ομιλία αυτού εις την προς Εβραίους επιστολήν παρατηρεί λέγων: «Τι δε, ειπέ μοι, του Μωϋσέως αυτού τα οστά ουκ εν ξένη κείται; Τα δε Ααρών, τα δε του Δανιήλ, τα δε του Ιερεμίου, τα δε των αποστόλων ουδέ ίσμεν των πολλών όπου κείται. Πέτρου μεν γαρ και Παύλου και Ιωάννου και Θωμά δήλοι οι τάφοι. Των δε άλλων τοσούτων όντων, ουδαμού γνώριμοι γεγόνασιν»105. Εάν ολόκληρον το σώμα του Πρωτοκλήτου ήτο κατατεθειμένον εν τω εν Κων/πόλει ναώ των Αγίων Αποστόλων, ο Χρυσόστομος ως Αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως, μόλις εξήκοντα έτη μετά την κατάθεσιν ταύτην, θα εκήρυττεν αγνοούμενον τον τόπον, όπου παν το σώμα του αγίου Ανδρέου είχε αποθησαυρισθή;

Ετέρα ένδειξις παρέχεται εξ αυτής ταύτης της δευτέρας καταθέσεως των τριών τιμίων λειψάνων των αγίων Ανδρέου, Λουκά και Τιμοθέου κατά τα δεύτερα εγκαίνια του ανοικοδομηθέντος εις μέγαν ναού των Αγίων Αποστόλων. Κατά την μεγαλοπρεπή πομπήν και λιτανείαν, την επί τη μεταφορά των τριών ιερών λειψάνων εις τον εκ δευτέρου εγκαινιαζόμενον ναόν, όπως κατατεθώσι και πάλιν εις αυτόν, μόνος ο Πατριάρχης Μηνάς, επί χρυσού φορείου καθήμενος, κρατεί τα λείψανα ταύτα. Εάν ταύτα ήσαν ολόκληρα, ασφαλώς δεν θα επήρκει μόνος ο Μηνάς προς μεταφοράν αυτών.

Τρίτην ένδειξιν έχομεν εξ αυτού του παλαιού της Κων/πόλεως συναξαρίου, το οποίον, ενώ εξ ενός μαρτυρεί επανειλημμένως περί της κατά τον Δ' αιώνα μεταφοράς του τιμίου λειψάνου του αγίου Ανδρέου εις Κων/πολιν και της καταθέσεως αυτού εις τον ναόν των Αγίων Αποστόλων, εξ άλλου αναφέρει, ότι ο κατά τον Θ' αιώνα ακμάσας Ιωάννης ο Υμνογράφος «εν τοις ορίοις της Θεσσαλονίκης γενόμενος, λείψανον ευρών του αγίου αποστόλου Ανδρέου έλαβε και ναόν επ' ονόματι αυτού εδομήσατο»106.

Εξ άλλου κατά τους χρόνους τους προ της αλώσεως της Κων/πόλεως υπό των Τούρκων, ίσως δε και προ της υπό των Σταυροφόρων καταλήψεως αυτής, η τιμία κάρα του Πρωτοκλήτου φέρεται υπάρχουσα εν Πάτραις. Κατά δε το μνημονευθέν συναξάριον, ο όσιος Φαντίνος, ελθών εις Κόρινθον «τας Αθήνας καταλαμβάνει το ιερόν και άγιον τέμενος της Θεοτόκου προσκυνήσων και του τιμίου Ανδρέου το λείψανον ασπασόμενος»107, τουθ' όπερ υποδηλοί, ότι εγγύς της Κορίνθου και των Αθηνών υπήρχε λείψανον του αγίου Ανδρέου.

Εις ταύτα δέον να προστεθή και το ότι και εν τω αγίω Όρει και αλλαχού της Ελλάδος μοναί εκ Κων/πόλεως προικοδοτηθείσαι παρουσιάζουσι μεταξύ των ιερών κειμηλίων αυτών και λείψανα του αγίου Ανδρέου108.

Τέλος υπάρχουν, καθώς θα ίδωμεν, και εκ της Δύσεως παραδόσεις αρκούντως ενωρίς κυκλοφορήσασαι, κατά τας οποίας ιερά λείψανα του Πρωτοκλήτου διεκομίσθησαν και μέχρι των βορειοτέρων εσχατιών αυτής. Ταύτα πάντα πείθουσιν, ότι ουχί ολόκληρον το λείψανον του Πρωτοκλήτου μετεφέρθη εις την Κων/πολιν, αλλά μόνον τμήματα αυτού.


Παράδοσις της μεταφοράς ιερών λειψάνων του Πρωτοκλήτου εις Σκωτίαν

Παλαιά παράδοσις, εκ Δύσεως προερχομένη, ποιείται λόγον περί μεταφοράς ιερών λειψάνων του αγίου Ανδρέου εις Σκωτίαν. Εκδόσεις της παραδόσεως ταύτης υπάρχουν διάφοροι. Διότι άλλοι μεν τοποθετούν την μεταφοράν ταύτην εις Σκωτίαν επί των χρόνων Θεοδοσίου του Μικρού μεταξύ των ετών 408 και 450. Άλλοι καταβιβάζουν αυτήν μέχρι του ενάτου αιώνος, επί των ημερών του Ούγγου, βασιλέως των Πικτών. Και άλλοι αναβιβάζουν ταύτην εις αυτήν την εποχήν, κατά την οποίαν εγένετο και εκ Πατρών η μετακομιδή του αγίου λειψάνου εις την Κων/πολιν109. Κατά την εν τω Σκωτικώ Χρονικώ αφήγησιν του Σκώτου χρονογράφου Ιωάννου Fordum, όταν επρόκειτο να παραληφθή κατά διαταγήν του Κωνσταντίου το λείψανον του Πρωτοκλήτου εκ Πατρών, άγγελος Κυρίου επιφανείς καθ' ύπνους εις τον μοναχόν ή κατ' άλλην παράδοσιν επίσκοπον Ρέγουλον, παρήγγειλεν εις αυτόν να αφαιρέση εκ των ιερών λειψάνων τρεις δακτύλους εκ της δεξιάς χειρός, μίαν ωμοπλάτην, ένα οδόντα και την μίαν επιγονατίδα. Κατά νέαν δε εντολήν του αγγέλου, επιβιβασθείς ο Ρέγουλος επί πλοίου προς άγνωστον κατεύθυνσιν εναυάγησε, διασωθείς μετά των ιερών λειψάνων εις λιμένα της Σκωτίας εν πόλει καλουμένη τότε Mucros, μετέπειτα δε, περί το έτος 518, αναχθείση εις πρωτεύουσαν των Σκώτων και μητέρα πασών των εν Σκωτία εκκλησιών, ήτις μετωνομάσθη εις Ανδρεόπολιν110.

Ότι όμως μετακομιδή λειψάνων του Αγίου Ανδρέου εις Σκωτίαν παρουσιάζεται σφόδρα απίθανος, δύναταί τις να συναγάγη τόσον εκ της συγχύσεως των χρονολογιών (τω 395 κατά τους μεν, 518 κατά τους δε, κατά τον Θ' αιώνα κατ' άλλους) και του τόπου (Πάτραι ή Κων/πολις) εκ του οποίου φημολογείται η μετακομιδή, όσον και εκ του ξενικού ονόματος του Ρεγούλου. Γεννάται όμως το ερώτημα: Εκ ποίας λοιπόν αιτίας ο προστάτης της πόλεως των Πατρών εγένετο και προστάτης της Σκωτίας; Τινές ανεζήτησαν την αιτίαν της τοιαύτης ευλαβείας των Σκώτων εις την καταγωγήν των Πικτών, θεωρήσαντες τούτους ως φύλον συγγενές προς τους Σκύθας, εις τους οποίους, ως είδομεν, εκήρυξεν ο άγιος Ανδρέας κατά παλαιοτάτην παράδοσιν και υπό του Ωριγένους υιοθετηθείσαν. Αλλ' η εκδοχή αύτη εθεωρήθη απίθανος και απαράδεκτος. Ετέρα υπόθεσις, την οποίαν εισηγείται ο αείμνηστος Στεφ. Θωμόπουλος111, παρουσιάζεται περισσότερη πιθανή. Κατ' αυτήν, αποικία εκ Πατρών περί τον Δ' αιώνα αναχωρούσα μετέδωκε τοις εν Σκωτία εγχωρίους παραδόσεις και έθιμα ελληνικά και ενδυμασίαν μεταποιηθείσαν λόγω του κλίματος. Η γνώμη αύτη παρουσιάζεται μετ' ουχί ασθενών ερεισμάτων, εάν είναι ακριβές, ότι μετά του Ούγγου συνεβασίλευσεν επί των Πικτών και έτερός τις καλούμενος Αχαιός.

Πρέπει εν τούτοις να έχωμεν υπ' όψιν ότι η προς τον απόστολον Ανδρέα τιμή εις τας Αγγλικάς νήσους προήλθε και εξ επιδράσεως της Ρώμης. Ήδη ο πάπας Σιμπλίκιος (περί το 470) αναφέρεται, ότι ετέλεσεν εγκαίνια βασιλικής εν Ρώμη εις τιμήν του αγίου Ανδρέου, ολίγον δε βραδύτερον (περί το 500) ο πάπας Σύμμαχος μετέτρεψε το Vestiarium του Νέρωνος εις ναόν, φέροντα την ονομασίαν «Αγίου Ανδρέου επι του Σταυρού»112. Ο Αυγουστίνος δε, ο αποσταλείς κατά τον Ζ' αιώνα εις Αγγλίαν υπό του Πάπα ως αρχιεπίσκοπος Καντερβουργίας, προήρχετο εκ του εν τω λόφω Καιλίω της Ρώμης μοναστηρίου του Αγίου Ανδρέου και ενέπνευσε εις τον βασιλέα Edilbert να ανεγείρη ναόν εις Rochester προς τιμήν του Πρωτοκλήτου. Εις τον Αυγουστίνον δε τούτον πολλοί εκ των νεωτέρων αποδίδουν την μεγάλην παρά τοις Άγγλοις δημοτικότητα του αποστόλου Ανδρέου, της οποίας την έκτασιν δύναταί τις να υπολογίση, εάν λάβη υπ' όψιν ότι, κατά τον ΙΑ' αιώνα είχον κτισθή εις Αγγλίαν εις τιμήν του Πρωτοκλήτου περί τους 800 ναούς113.

Η εις Αμάλφην μετακομιδή

Εξ ολοκλήρου λατινικής προελεύσεως, μη έχουσα ουδέν έρεισμα επί συγχρόνων βυζαντινών πηγών και μαρτυριών, τυγχάνει και άλλη τις παράδοσις αναφερομένη εις μετακομιδήν των ιερών λειψάνων του αγίου Ανδρέου εις Ιταλίαν. Κατά την παράδοσιν δηλαδή ταύτην, μεταξύ των λειψάνων, άτινα μετά την υπό των Λατίνων άλωσιν της Κων/πόλεως ήρπασαν ούτοι εν έτει 1204, ήτο και το ιερόν λείψανον του αποστόλου Ανδρέου, το οποίον ο καρδινάλιος του αγίου Μαρκέλλου Πέτρος ο από Καπύης, αφαιρέσας από το εν Κων/πόλει ναόν των Αγίων Ασποστόλων απέστειλεν εις την Ιταλικήν Αμάλφην, όπου και κατετέθη το 1208 εις τον εκεί ναόν του αγίου Ανδρέου, ως ιστορεί ο εξ Αμάλφης αρχιδιάκονος Ματθαίος114.

Καταχωρηθέν δε το λείψανον υπό των υποδεχθέντων αυτό εις βαθύ μέρος της Εκκλησίας ταύτης, εν τέλει ηγνοήθη, διότι τον ασφαλή τόπον, εν τω οποίω απεκρύβη, ετήρησαν διά τον φόβον της κλοπής μυστικόν οι παραλαβόντες αυτό και απέθανον πριν ή γνωστοποιήσωσι τούτο εις τους επιζώντας. Το ότι όμως ηγνοήθη ο τόπος της καταθέσεως του ιερού λειψάνου, επί πλέον δε και το ότι νεώτεροι εν Ρώμη λόγιοι οι Ιωσήφ Θωμαζέτος και Ιωάννης Σιμέρια επληροφόρησαν τον αοίδιμον Στεφ. Θωμόπουλον115, ότι ουχί το σώμα ολόκληρον του Πρωτοκλήτου, αλλ' απλά λείψανα ευρίσκονται εν Αμάλφη, παρουσιάζουν ύποπτον και ουχί επί αδιασείστων τεκμηρίων βασιζομένην την περί της μεταφοράς ταύτης παράδοσιν.

Η εις Ρώμην μεταφορά της τιμίας κάρας του Πρωτοκλήτου

Περισσότερον ενδιαφέρουσα, επιβεβαιουμένη δε και υπό ελληνικών πηγών, παρουσιάζεται η είδησις της μεταφοράς της τιμίας κάρας του Πρωτοκλήτου εκ Πατρών εις Αγκώνα και εκείθεν εις Ρώμην. Πώς ευρέθη πάλιν εις Πάτρας η τιμία αύτη κάρα, παραμένει άγνωστον. Πιθανολογείται μόνον, ότι απεστάλη εκ Κων/πόλεως υπό Βασιλείου του Μακεδόνος (867-884) τη μεσιτεία και παρακλήσει της πλουσιωτάτης ευνοουμένης αυτού και αριστοκράτιδος των Πατρών δεσποίνης Δανιηλίδος, ως δώρον εις τον ναόν του Πρωτοκλήτου, εις τον οποίον ο Βασίλειος, ότε συνώδευσεν εις Πάτρας τον αυτοκράτορα Θεόφιλον, ως απλούς στρατιώτης και ιπποκόμος, είχε προσέλθει, ίνα προσκυνήση τον τάφον του αποστόλου και όπου ήκουσε παρά μοναχού τινος πρόρρησιν αναφερομένην εις την μέλλουσαν άνοδον αυτού επί του αυτοκρατορικού θρόνου116. Όπως όμως είδομεν, εν τη δευτέρα καταθέσει των τιμίων λειψάνων των αγίων Ανδρέου, Λουκά και Τιμοθέου, τη γενομένη κατά την υπό του Ιουστινιανού ανοικοδόμησιν του ναού των αγίων Αποστόλων, τα ιερά λείψανα και των τριών τούτων αγίων εφέροντο υπό μόνου του Πατριάρχου Μηνά και πιθανώς δεν ήσαν ολόκληρα. Πιθανώτερον λοιπόν είναι, ότι ήδη επί του Ιουστινιανού η τιμία κάρα του Πρωτοκλήτου δεν υπήρχε εις Κων/πόλιν.

Οπωσδήποτε αύτη κατά τους χρόνους της αλώσεως της Κων/πόλεως υπό των Τούρκων, εφυλάσσετο εις τον εν Πάτραις ναόν αυτού. Ότε δε επρόκειτο να περιέλθουν και αι Πάτραι εις χείρας των Τούρκων, ότε δε επρόκειτο να περιέλθουν και αι Πάτραι εις χείρας των Τούρκων, συναπεκόμισε ταύτην μεθ' εαυτού ο Θωμάς Παλαιολόγος τη 16 Νοεμβρίου 1460 φεύγων εκ Πατρών εις τον Αγκώνα και εκείθεν εις την Ρώμην, όπου κατά το δεύτερον έτος της αρχιερωσύνης του πάπα Πίου του δευτέρου έδωκεν εις αυτόν «την κεφαλήν του λειψάνου του αγίου και Πρωτοκλήτου Ανδρέου, κακείνος αυτώ προς το μόλις ζην μετά των αυτού εδωρήσατο την μόνην και αναγκαίαν τροφήν»117. Ταύτα κατά τον Φραντζήν. Κατ' άλλας δε λατινικάς πληροφορίας, ο Πίος παρεχώρησεν εις τον Θωμάν κατοικίαν εν τη μονή του αγίου Πνεύματος (In Sassia), παρέσχε δε εις αυτόν χορηγίαν κατ' έτος τριακοσίων σκούδων, εις τα οποία οι καρδινάλιοι προσέθεσαν και έτερα διακόσια, έτι δε και η Βενετία ώρισεν υπέρ αυτού επίδομα πεντακόσια δουκάτα. Επί πλέον ο Πάπας θέλων να τιμήση τον Θωμάν ως ηγεμόνα, απένειμεν εις αυτόν πανηγυρικώς τη 15 Μαρτίου 1461 το παράσημον του χρυσού ρόδου, όπερ εφέρετο υπ' αυτού του Πάπα άπαξ του έτους εν πανηγυρική πομπή την Δ' Κυριακήν των Νηστειών κατά την θείαν λειτουργίαν, απενέμετο δε κυρίως εις ηγεμόνας118. Και ταύτα μεν ως προς τον Θωμάν.

Ως προς δε την κάραν του αγίου Ανδρέου, παρελήφθη αύτη άμα τη αποβιβάσει του Θωμά εις Αγκώνα υπό του καρδιναλίου της αγίας Σωσάννης Αλεξάνδρου Ολίβα, επίτηδες σταλέντος εκεί υπό του Πάπα και ήχθη εις την φύσει οχυράν πόλιν Ναρνίαν, κατασφαλισθείσα εν ευκτηρίω οίκω εκτισμένω εντός του φρουρίου της πόλεως. Εν τω ευκτηρίω τούτω οίκω εφυλάχθη η κάρα του αποστόλου από των αρχών του 1461 επί ολόκληρον έτος και μήνάς τινας, έως ότου αποκατασταθείσης της τάξεως και της ασφαλείας των περιχώρων της Ρώμης, τρομοκρατουμένων υπό δεινών επιδρομών, εγένετο η ανακομιδή εις Ρώμην κατ' Απρίλιον του 1462. Από της πόλεως Ναρνίας παρέλαβον την κάραν τρεις καρδινάλιοι, εις των οποίων ήτο και ο Βησσαρίων, και την Κυριακήν των Βαΐων, 12 Απριλίου, έφθασαν ούτοι εις απόστασιν δύο χιλιομέτρων από της Ρώμης, παρά την Μουλβίαν γέφυραν,όπου ήτο εκτισμένος πύργος, εντός του οποίου κατετέθη η ιερά κάρα, προκειμένου εν ιερά πομπή και λιτανεία να μεταφερθή αύτη την επομένην εις την Ρώμην. Και εφάνη μεν κατά την νύκτα λόγω ενσκηψάσης καταιγίδος ότι θα ανεβάλλετο η λιτανευτική και πομπώδης μεταφορά. Αλλά την πρωΐαν, ως εκ θαύματος, αποδοθέντος εις τον άγιον Ανδρέαν, παρουσιάσθη αίθριος ο ουρανός και επέλαμψε λαμπρός ο ήλιος. Ούτω δεν ημποδίσθη η πανυγηρική μεταφορά. Έφιππος πομπή, της οποίας προηγούντο οι τρείς καρδινάλιοι, ηκολούθουν δε ο Πάπας μετ' άλλων δεκατεσσάρων καρδιναλίων και σύμπαντος του κλήρου, και συμμετείχον οι αντιπρόσωποι των ηγεμόνων και οι προύχοντες της Ρώμης, εξεκίνησεν εκ της πόλεως και διελθούσα διά της Φλαμινίας οδού, έφθασε προ του παρά την Μουλβίαν γέφυραν πύργου. Αφιππεύσαντες δε πάντες κατά παραγγελίαν του Πάπα και περιβληθέντες οι καρδινάλιοι και οι ιερείς λευκάς στολάς, επροχώρησαν προς την επί τούτω εστημένην εξέδραν, όπου ο Πάπας παρέλαβε κλαίων από τας χείρας του Βησσαρίωνος, κλαίοντος και τούτου, το ιερόν λείψανον119. Η πομπή ήδη ετράπη πεζή προς την Ρώμην. Η κάρα του αποστόλου εβαστάζετο υπό του Πάπα, υπό του Πάπα, περιστοιχιζομένου υπό πλήθους λαμπάδων και ακολουθουμένου υπό των καρδιναλίων, των επισκόπων και του ιερατείου, φερόντων πάντων μετά του συρρέοντος πλήθους βαΐα εις τας χείρας. Όταν δε έφθασαν προ της πύλης της πόλεως, απετέθη το ιερόν λείψανον εν τη εκκλησία της Παναγίας του Λαού, προκειμένου να συνεχισθή η εκτέλεσις του προγράμματος της λιτανευτικής μεταφοράς την επομένην ημέραν. Και ηπειλήθη μεν πάλιν κατά την νύκτα λόγω νέας καταιγίδος η αναβολή της λιτανείας, αλλά και πάλιν την πρωΐαν εγένετο αίθριος ο ουρανός. Ούτω περί την πρώτην μεταμεσημβρινήν ώραν εκκινήσασα η πομπή, έχουσα επί κεφαλής τον Πάπαν επί χρυσού επιβαίνοντα φορείου, κατέληξεν εις την πλατείαν του αγίου Πέτρου, ήτις ήτο κατάμεστος λαού. Προχωρήσας δε ο Πάπας εις τον ναόν, εντός του οποίου συνωθείτο πυκνόν πλήθος, κατέθηκε την ιεράν κάραν επί του βωμού, υπό τον οποίον έκειντο, κατά την παράδοσιν, τα ιερά λείψανα των αποστόλων Πέτρου και Παύλου120. Μετά την τελετήν ταύτην η ιερά κάρα παρελήφθη υπό του Πάπα εις την ιδίαν του κατοικίαν, όπως φυλαχθή εν τω φρουρίω του Αρχαγγέλου, μέχρι της παρασκευής χώρου καταλλήλου εν τω αγίω Πέτρω. Του χώρου τούτου κατασκευασθέντος τη 17 Ιουνίου 164, ετελέσθη επισήμως εν τω ευκτηρίω του πάπα Πίου η τοποθέτησις της τιμίας κάρας εντός επίτηδες κατασκευασθείσης αργυράς λειψανοθήκης και η κατάθεσις αυτής εν τω εις τον ναόν του Αγ.Πέτρου ετοιμασθέντι τόπω. Έκτοτε δε η κατάθεσις αύτη επανηγυρίζετο επισήμως εν τω αγίω Πέτρω εκάστην Κυριακήν του Ιουνίου121.

Αι Πάτραι δεν εχωρίσθησαν του προστάτου των

Ούτω η πρωτεύουσα της Πελοποννήσου άμα τη εφαπλώσει του σκοτεινού πέπλου της δουλείας και επ' αυτήν, εστερήθη και του τελευταίου πολυτίμου τμήματος του ιερού λειψάνου του Πρωτοκλήτου και προστάτου της. Δεν έπαυσαν όμως οι κάτοικοι αυτής να τιμώσι τον διά του αίματος αυτού καθαγιάσαντα το χώμα της πατρίδας των απόστολον. Της ευλαβούς ταύτης τιμής εκδήλωσις υπήρξε το ότι ευθύς άμα τη απελευθερώσει του πρώτου τμήματος της Ελληνικής Πατρίδος και αρχομένου του έτους 1835, συνεκρότησαν επιτροπήν προς συλλογήν εράνων, ίνα ανεγερθή «οικοδομή λαμπροτάτη και ανάλογος του σεβασμού και της οφειλομένης ευλαβείας προς τον Πρωτόκλητον απόστολον», «τον οποίον η πόλις αύτη (των Πατρών) τιμά ως προστάτην και έφορόν της». Πράγματι δε η οικοδομή του σημερινού ναού, αρξαμένη από του έτους 1836, απεπερατώθη κατά το έτος 1845(122).



Αλλά και ο Πρωτόκλητος απόστολος οιονεί αναγνωρίζων ως δευτέραν πατρίδα αυτού τας Πάτρας και αναζητών να επανέλθη και αισθητότερόν πως εις αυτήν, επιβραβεύων δε και τον εις αυτόν εκδηλούμενον σεβασμόν των Πατρέων, ενέπνευσε την ευλαβή διάθεσιν εις τον κατά Νοέμβριον του 1847 επισκεφθέντα εις προσκύνησιν του τάφου του Πρωτοκλήτου τας Πάτρας Ρώσσου αυλικού Ανδρέου Μουράβιεφ, ίνα δωρήσηται εις τον ναόν του αποστόλου τεμάχιόν τι εκ του δακτύλου του Πρωτοκλήτου, όπερ είχε παραλάβει εκ του εν αγίω Όρει εφησυχάζοντος επισκόπου πρώην Μοσχονησίων Καλλινίκου123.

Διά της προσκτήσεως του ιερού τούτου λειψάνου, η ήδη διά του από της 26 Νοεμβρίου του έτους 1836 ψηφίσματος του δημοτικού συμβουλίου αποφασισθείσα «λιτανεία επακολουθουμένη από την δημοτικήν αρχήν και από τον λαόν»124, προσέλαβεν ιδιαιτέραν λαμπρότητα. Και κατηργήθη μεν από του έτους 1868 υπό του τότε Αρχιεπισκόπου Πατρών και Ηλείας Κυρίλλου Χαιρωνίδου, ένεκα εκτρόπων λαμβανόντων χώραν μεταξύ σωματείων φιλονικούντων τίνος εξ αυτών τα μέλη θα υπεβάσταζαν την εικόνα κατά την περιαγωγήν αυτής εν τη λιτανεία, επανασυνέστη όμως από του 1930, διεξαγομένη μετά πάσης λαμπρότητος. Ευκταίον μόνον θα ήτο λόγω των ανωμαλιών, τας οποίας τη 30η Νοεμβρίου εμφανίζει συνήθως ο καιρός, επαπειλών ουχί σπανίως την ματαίωσιν της λιτανείας, να μετετίθετο αύτη εις μίαν των ημερών, είτε του πρώτου δεκαημέρου του Μαρτίου, είτε του τελευταίου δεκαημέρου του Ιουνίου, εις ανάμνησιν και των εν Κων/πολει μεγαλοπρεπών κατά τας ημερομηνίας ταύτας καταθέσεων των ιερών λειψάνων εις τον εκεί ιερόν ναόν των αγίων Αποστόλων.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.   Παρ' Ευσεβίω Εκκλησ. Ιστορία ΙΙΙ 1.Migne 27, 689.

2.   Παρά Lipsius Apocryph. Apostelgesch, τομ. Ι σελ. 543.

3.   Παρά Lipsius ένθ. Ανωτ. Και Cureton Ancient Syr. Doctr. σελ. 34.

4.   Synaxarium, Constantinopolitanum, Propylaeum ad Sancta Sanctorum (Bruxellis 1902) σελ.266. Πρβλ. και Μαρτύριον § 4 και εξής σελ. 356.

5.   Εκκλ. Ιστορία τόμος Β' κεφ. Λθ,Migne 145, 860.

6.   § 12 σελ. 320

7.   Περίοδοι, § 7 σελ. 317.

8.   Αυτόθι,§ 9 σελ. 319.

9.   Πράξεις, § 13 σελ. 321.

10. Αυτόθι, § 13, 14, σελ. 322.

11. Περίοδοι. § 15 σελ. 323.

12. Αυτόθι, § 21 σελ. 328.

13. § 22 σελ. 328-9

14. Περίοδοι, § 25 σελ. 330-1

15. Πράξεις Α. και Μ., § 25, σελ. 157-8.

16. Πράξεις Α. και Μ., § 25, σελ. 158.

17. Πράξεις Α. και Μ., § 25, σελ.158.

18. Αυτόθι, § 26 σελ. 158-9

19. Αυτόθι, § 28, σελ. 161.

20. Πράξεις Α. και Μ., § 29, σελ. 162.

21. Αυτόθι, § 30, σελ. 163.

22. Αυτόθι, § 32-3, σελ. 165.

23. Περίοδοι, § 27, σελ. 331.

24. Αυτόθι, § 29, 30, σελ. 333 και 334.

25. Περί της χειροτονίας του Φιλολόγου πρβλ. και Synax. Sel 194 και 786.

26. Περίοδοι, § 31, σελ. 334.

27. Synaxar. σελ. 177 και 785 και Περίοδοι § 32 σελ. 335.

28. Περίοδοι, § 32, σελ. 335.

29. Περίοδοι § 33 σελ., 335.

30. Αυτόθι § 34.

31. Αυτόθι § 34 σελ. 336.

32. Αυτόθι.

33. Αυτόθι § 35 σελ. 337.

34. Αυτόθι § 38 σελ. 338.

35. Αυτόθι σελ. 339.

36. Αυτόθι § 43 σελ. 342.

37. Αυτόθι σελ. 343.

38. Αυτόθι § 44 σελ. 344.

39. Μαρτύριον § 11 σελ. 359.

40. Περίοδοι § 44 σελ. 344

41. Μαρτύριον § 15 σελ. 361.

42. Περίοδοι § 44 σελ. 345.

43. Περίοδοι § 44 345.

44. Μαρτύριον § 17 σελ. 363.

45. Μαρτύριον § 18 σελ 363.

46. Αυτόθι §19 σελ. 363.

47. Περίοδοι § 46 σελ. 346.

48. Πράξεις § 2 σελ. 106-107.

49. Αυτόθι § 3 σελ. 107.

50. Πράξεις § 3 σελ. 108.

51. Αυτόθι σελ. 108-109

52. Αυτόθι § 4 σελ. 109-110.

53. Αυτόθι σελ. 111.

54. Αυτόθι § 5 σελ. 111-112.

55. Αυτόθι § 6 σελ. 112

56. Αυτόθι § 7 σελ. 114.

57. Πράξεις § 7 σελ. 115-116.

58. Περίοδοι § 45 σελ. 346.

59. Πράξεις § 8 σελ. 116-117.

60. Αυτόθι σελ. 117-118.

61. Πράξεις § 9 σελ. 119-120.

62. Μαρτύριον § 25 σελ. 366.

63. Μαρτύριον § 26, 27, σελ. 367.

64. Πράξεις §10 σελ. 121.

65. Μαρτύριον § 27.

66. Πράξεις § 10, σελ. 121.

67. Μαρτύριον § 27, σελ. 367.

68. Πράξεις § 10, σελ. 121, 122 και Μαρτύριον § 28, σελ 367.

69. Πράξεις § 11 σελ. 122. Πρβλ. και Μαρτύριον § 29 σελ. 368.

70. Μαρτύριον §30 σελ. 368.

71. Μαρτύριον αυτόθι.

72. Πράξεις § 11 σελ. 123.

73. Μαρτύριον § 31 σελ. 369, Πράξεις § 12 σελ 124

74. Μαρτύριον §33 σελ. 370.

75. Πράξεις § 13 σελ 126, πρβλ. και Μαρτύριον § 34 σελ 370.

76. Μαρτύριον § 35, σελ. 371

77. Πράξεις § 14, σελ 127-128.

78. Μαρτύριον § 35, σελ. 371.

79. Πράξεις §15, σελ. 129.

80. Μαρτύριον § 36, σελ. 372.

81. Μαρτύριον § 36, σελ. 372.

82. Αυτόθι.

83. Περίοδοι § 49 σελ. 349.

84. Αυτόθι.

85. Πράξεις § 15, σελ. 130.

86. Πράξεις §15 σελ. 130

87. Αυτόθι.

88. Περίοδοι § 49, σελ. 349, Μαρτύριον § 37, σελ. 372.

89. Πρβλ. Πράξεις § 15, σελ. 130, Περίοδοι § 30, σελ.349, Μαρτύριον § 38, σελ. 372, Passio Andreae 8, Bonnet ενθ' αν. Σελ.378.

90. § 43, σελ. 342.

91. Πρβλ. Στεφ. Θωμοπούλου "ο Απόστολος Ανδρέας", σελ. 59.

92. W. Smith and S. Cheetam "Dictionary of Christian. Antiquities" σελ.82

93. § 49, σελ. 349.

94. Περίοδοι, § 50, σελ. 349.

95. Περίοδοι § 51, σελ. 350.

96. Acta Sanctorum Octobris, τομ. 8, σελ. 859.

97. Περίοδοι § 52, σελ. 350.

98. Ενθ' ανωτ. Σελ. 266, 412, 590.

99. Πατρολογία Migne, 92, 733. Η μαρτυρία αύτη έχει ως έπεται: "Σπδ' Ολυμπιάς. Μηνί Δύστρω γ' ηνέχθη εν Κων/πόλει τα λείψανα των αγίων Λουκά και Ανδρέου των αποστόλων, σπουδή Κωνσταντίου του Αυγούστου μετά σπουδής και θεοσεβείας, ψαλμωδίας τε και υμνολογίας και απετέθη εις τους αγίους αποστόλους. " Ότι δε ο Δύστρος μην είναι ο καθ' ημάς Μάρτιος, φαίνεται εξ άλλης χρονολογίας του αυτού Χρονικού, καθ' ην εγένετο και τα εγκαίνια (της μεγάλης εκκλησίας) προς καλανδών Μαρτίου, ήτις εστί μηνός Περιτίου ιδ΄" (Ολυμπιάς Σπε Migne, 92, 737). Ο Περίτιος προηγείτο εν τω Μηνολογίω του Δύστρου, πράγματι δε η 14 Περιτίου ταυτίζεται προς την 16 ημέραν προ των καλανδών ήτοι της πρώτης Μαρτίου, διότι συμφώνως προς την κατά τους παλαιούς καταμέτρησιν των ημερομηνιών περιελαμβάνετο εις τας 16 ημέρας και η 14 του Περιτίου και η πρώτη του Μαρτίου.

100.           Synax. Const. στηλ. 412.

101.           Αυτόθι στηλ. 759-760.

102.           Βιβλ. XVIII Migne 97, 701.

103.           Εκκλ. Ιστορία, βιβλ. ΙΖ' 26, Migne 147, 283.

104.           Ανωνύμου περιγραφή της ανοικοδομήσεως και των εγκαινίων της του Θεού Σοφίας, εν Migne 122, 1309 και εξής.

105.           Ομιλία εις την προς Εβραίους κς', § 2, Έκδοσις Montfaucon, τόμος XII, σελ. 338.

106.           Ενθ. Ανωτ. Στηλ. 582.

107.           Ενθ. Ανωτ. Στηλ. 224.

108.           Ίδε περί τούτων λεπτομερείας εν τω μνημ. Εργω του αοιδήμου Στεφάνου Θωμοπούλου, σελ. 50 και εξής

109.           Τας διαφόρους παραδόσεις ταύτας ίδε εν πλάτει εκτεθειμένας εν Acta Sanctorum Octobris, τομ. 8ος σελ. 169 και εξής.

110.           Κατά τον αοίδιμον Θωμόπουλον (ενθ, ανωτ. Σελ. 45 και εξής), η πόλις Αγ. Ανδρέας εν Σκωτία κείται εν τη κομητεία Φάϊφ, έχουσα Πανεπιστήμιον, ιδρυθέν τω 1411, σώζεται δε εις το παραθαλάσιον αυτής ο πανάρχαιος πύργος του αγίου Ρεγούλου και η αρχαία Εκκλησία. Η μητροπολιτική δε Εκκλησία Άγιος Ανδρέας ήρξατο κτιζομένη τον ΙΒ' αιώνα, κατατεθέντος του θεμελίου λίθου εν έτει 1160 υπό του επισκόπου Αρνόλδου. Υπάρχει και ιπποτικόν Σκωτικόν τάγμα του Αγίου Ανδρέου, ιδρυθέν παρά Ούγγου και Αχαιού, βασιλέως των Πικτών κατά το έτος 787 μ.Χ. εις τιμήν του αποστόλου Ανδρέου, εις την προστασίαν του οποίου απέδωκαν ούτοι την κατά το μνημονευθέν έτος περιφανή νίκην των κατά των Σαξώνων, δι' ην και αφιέρωσαν εις τον απόστολον την σημαίαν αυτών. Η σημαία δηλαδή των Πικτών και Σκώτων έφερε τον χιαστόν Σταυρόν, όστις μετά την ένωσιν της Σκωτίας μετά της Αγγλίας συμπεριελήφθη εις την Αγγλικήν σημαίαν, διατηρούμενος εν αυτή και μέχρι σήμερον.

111.           Μνημ. Εργον, σελ. 44, υποσημ.1.

112.           Smith and Cheetam, ενθ. Ανωτ. Σελ. 82.

113.           Analecta Bollandiana, τομ. 48, σελ. 36.

114.           Νέος Ελληνομνήμων, τόμος 10 σελ. 33, και Στεφ. Θωμοπούλου ένθ' ανωτ. Σελ.48. Ίδε και τας εν τη υποσημ. Της αυτής σελίδος λεπτομερείας και Σ. Γκολφινοπούλου. Ο Πρωτόκλητος άγιος Ανδρέας και ο Ναός του, Πάτραι 1945, σελ 7.

115.           Ενθ' ανωτ., υποσημ. εν σελίδι 49.

116.           Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου, Ιστορική διήγησις… Βασιλείου (Theophanes Continuatus) Έκδοσις Βόννης, σελ. 226, 13 και εξής. Πρβλ. και Στεφ. Θωμοπούλου, Ιστορία της πόλεως Πατρών, έκδοσις Β' 1950 σελ. 271-5.

117.           Χρονικόν Γεωργίου Φραντζή, βιβλ. Δ΄κεφ. ΙΘ' (έκδοσις Βιέννης) 1796, σελ. 91.

118.           Νέος Ελληνομνήμων, σελ. 37-38.

119.           Την κατά την παραλαβήν της ιεράς κάρας γενομένην προσφώνησιν υπό του Πίου, ίδε εν Ελλην. Σελ. 51-3.

120.           Τον επί τη ευκαιρία ταύτη λόγον του καρδιναλίου Βησσαρίωνος και την αντιφώνησιν του Πάπα, ίδε εν Ν.Ελληνομν. ενθ' ανωτ. Σελ 59-64.

121.           Λεπτομερείας πλείονας περί των κατά την μεταφοράν της κάρας του αγίου Ανδρέου εις την Ρώμην και καταθέσεως αυτής εις τον ναόν του αγίου Πέτρου, καθώς και περί μεταγενεστέρας τινός μεταθέσεως αυτής εκ του αγίου Πέτρου και επαναφοράς ταύτης εις αυτόν, ίδε εν Ν. Ελληνομν., τόμ. 10 σελ. 33-79, καθώς και εν τη εν συνεχεία δημοσιευομένη λατινιστί: "Αλεξίου επισκόπου Κλουσίου Ανδρεΐς" σελ. 80-112 και εν Στ. Θωμοπούλου, ο Απόστολος Ανδρέας, σελ. 52-55 και Ιστορία της πόλεως Πατρών, σε. 371.

122.           Στ. Θωμοπούλου, ο Απόστολος Ανδρέας, σελ. 73 και εξής.

123.           Στ. Θωμοπούλου, ενθ' ανωτ. Σελ 51, Σ. Γκολφινοπούλου, ενθ' ανωτ. Σελ. 12.

124.           Στ. Θωμοπούλου, ενθ' ανωτ. Σελ 77

ΠΗΓΗ: ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: