ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Κοραής και Γρηγόριος Ε'



Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου
Το προηγούμενο έτος κυκλοφόρησε ένα ενδιαφέρον βιβλίο με τίτλο «Κοραής καί Γρηγόριος Ε’» και υπότιτλο «κοινωνικές συγκρούσεις και διαφωτισμός στην προεπαναστατική Σμύρνη (1788-1820)» από τον Γιώργο Καραμπελιά. Το βιβλίο που είναι πολύ αποκαλυπτικό και ενημερωτικό, διότι ξεκαθαρίζει πολλές συγκεχυμένες απόψεις που έχουν καλλιεργηθεί γύρω από το δίπολο Διαφωτισμός και Εκκλησία, πριν την Επανάσταση του 1821.
Το βιβλίο αυτό είναι σημαντικό καί πρέπει κανείς να το μελετήσει με προσοχή, γιατί παρατίθενται
πολλά επιχειρήματα πού ανατρέπουν κυριαρχούσες «μαρξίζοντος επιχρίσματος» απόψεις για την αντίθεση μεταξύ Διαφωτισμού και Εκκλησίας. Τα επιχειρήματα αυτά παρουσιάζουν τις δημιουργικές και σημαντικές απόψεις του συγγραφέα για το θέμα αυτό και αποκαθιστούν τα πράγματα στην αληθινή τους διάσταση. Το ενδιαφέρον τόσο του συγγραφέως όσο και των αναγνωστών επικεντρώνεται στα πρόσωπα του Κοραή και του Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’, ο οποίος δέχθηκε πολλές επιθέσεις από διαφόρους διαφωτιστικούς κύκλους, και αυτό είναι σημαντικό γιατί τα δύο αυτά πρόσωπα είναι «οι εμβληματικότερες μορφές του διπόλου Εκκλησία καί Διαφωτισμός της προεπαναστατικής Ελλάδας».
Ο Κοραής ήταν διαφωτιστής, έμενε την περίοδο εκείνη στο Παρίσι, αγωνίσθηκε για την έκδοση των έργων των αρχαίων Ελλήνων, είχε ενστερνιστεί τις επαναστατικές καί διαφωτιστικές ιδέες, καί ο κύκλος του στρεφόταν εναντίον των Κληρικών, ιδίως των Επισκόπων και του Πατριαρχείου, όπως φαίνεται σε διάφορα βιβλία που εξεδόθησαν ανώνυμα, μεταξύ των οποίων ο «Λίβελλος» και το βιβλίο «Ελληνική Νομαρχία». Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’, ως υπεύθυνος και διακριτικός ηγέτης, αγωνίσθηκε για να κρατήσει τις απαραίτητες κατά την εποχή εκείνη ισορροπίες, αντιμετώπισε την επίθεση πολλών διαφωτιστών και του ιδίου του Κοραή, αλλά τελικά απαγχονίσθηκε από τους Οθωμανούς, οι οποίοι αντελήφθησαν την ουσιαστική βοήθεια πού προσέφερε στην εξέγερση των Ρωμηών. Τα δύο αυτά σημαντικά πρόσωπα γνωρίζονταν μεταξύ τους προσωπικά, διότι ο Κοραής μεγάλωσε στην Σμύρνη καί ο Γρηγόριος ο Ε’ πριν γίνει Πατριάρχης ήταν Μητροπολίτης Σμύρνης, οπότε είχαν μεταξύ τους επικοινωνία. Ο Κοραής σε φίλους του έγραψε για τον Γρηγόριο, πριν γίνει Μητροπολίτης Σμύρνης: «Προσκύνησον εκ μέρους μου τον πανοσιολογιώτατον Πρωτοσύγκελλον του Αγίου Σμύρνης». Καί σε άλλη συγχαρητήρια επιστολή του, το ίδιο έτος, με την ανάρρηση τού Γρηγορίου στον Μητροπολιτικό θρόνο της Σμύρνης, τον χαρακτηρίζει «προεστώτα φιλόσοφον και την μέσην οδόν ευθυνόμενον, μακράν και από την σκύλλαν της απιστίας και από την χάρυβδιν της δεισιδαιμονίας».
Ο Γιώργος Καραμπελιάς ξεκινά το βιβλίο του με την άποψη που επικρατούσε στο παρελθόν ότι, δηλαδή, πριν την επανάσταση του 1821 στο εσωτερικό του ελληνισμού καταγράφεται δήθεν το εξής σχήμα: Από την μια πλευρά ήταν ενωμένες οι λαϊκές δυνάμεις, η εθνική αστική τάξη, οι κλεφταρματωλοί και οι διαφωτιστές λόγιοι, και από την άλλη πλευρά ήταν η Εκκλησία, οι κοτζαμπάσηδες, οι μεγαλέμποροι καί οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί διανοούμενοι. Μεταξύ αυτών των δύο ομάδων υπήρχε αντιπαλότητα.
Το σχήμα αυτό αμβλύνθηκε μετά την μεταπολίτευση στην Ελλάδα (1974) και επικεντρώθηκε στο αντιθετικό σχήμα: «Διαφωτισμός καί Εκκλησία», όπως και «πρόοδος» και «σκοταδισμός». Έτσι, παρουσιαζόταν ότι η Εκκλησία προεπαναστατικά ήταν αντίθετη με τον λαό, την διαφώτιση και την πρόοδο, και ταυτιζόταν με τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και του σκοταδισμού.
Ο συγγραφεύς ανατρέπει όλη αυτήν την ανάλυση. Μελετά την κατάσταση που επικρατούσε προεπαναστατικά στην Σμύρνη και τις αναταραχές που έγιναν κατ’ αυτήν την περίοδο, για να αποδείξει ότι τα πράγματα δεν μπορούν να ερμηνευθούν με τα δύο αυτά σχήματα που παρετέθησαν προηγουμένως, γιατί η διαστρωμάτωση στην προεπαναστατική Σμύρνη ήταν διαφορετική και η κοινωνική κατάσταση δεν ήταν όπως την παρουσιάζουν οι «στρατευμένοι» αναλυτές. Στην αστική δομή της Σμύρνης, προεπαναστατικά, υπήρχαν τρεις κοινωνικές τάξεις. Στην πρώτη συγκαταλέγονταν οι παλαιές «αρχοντικές» οικογένειες, που ήταν οι «ευπατρίδες» της πόλης. Στην δεύτερη κατηγορία ανήκε η αναπτυσσόμενη τάξη των εμπόρων που είχε στενή επαφή με την Δύση. Καί στην «τρίτη τάξη» συγκαταλέγονταν τα εσνάφια, δηλαδή αυτοί που ασχολούνταν με το εσωτερικό εμπόριο καί την βιοτεχνία καί σε αυτήν ανήκαν «όλοι οι μεροκαματιάρηδες της πόλης». Ακόμη, η Σμύρνη ήταν το δεύτερο εκκλησιαστικό κέντρο, μετά την Κωνσταντινούπολη, σημαντικό εκπαιδευτικό κέντρο, το επίκεντρο της ευρωπαϊκής πτέρυγας της Αυτοκρατορίας, και ακόμη είχε δηχθεί την επίδραση κυρίως της προτεσταντικής Δύσης.
Η μελέτη της αστικής καταστάσεως καί διαστρωματώσεως της Σμύρνης είναι σημαντική, γιατί «η Σμύρνη είναι μια πόλη που μπορεί να λειτουργήσει ως μεγεθυντικός φακός» για την κατάσταση που επικρατούσε σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Επομένως, τα δύο σχήματα που είδαμε πιο πάνω, πού παρουσιάζονται από «στρατευμένους» αναλυτές, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, γιατί τα προβλήματα στην Σμύρνη καί γενικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν πολυποίκιλα, δεν παρουσιάζονται πάντοτε ως άσπρο-μαύρο, δεν ήταν, δηλαδή, η Εκκλησία αντιμέτωπη προς την παιδεία, τον λαό καί τον Διαφωτισμό, και συνεργαζόμενη με τους προύχοντας, ούτε οι διαφωτιστές ήταν με τον λαό και εναντίον των αρχόντων. Μερικοί τέτοιοι μύθοι πρέπει να καταρρίπτωνται.
Στο βιβλίο αυτό τού Γιώργου Καραμπελιά γίνεται μια ανάλυση της αστικής δομής της Σμύρνης, την διαστρωμάτωση της κοινωνίας μέσα από τις τρεις κοινωνικές αναταραχές που έγιναν στην Σμύρνη, ήτοι το 1788, το 1809-1810 καί το 1819. Έτσι, ο συγγραφεύς μελετά τα αίτια που προκάλεσαν τις αναταραχές, τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σε αυτά τα γεγονότα, μεταξύ των οποίων ο Κοραής καί ο Γρηγόριος ο Ε' και οι αστικές ομάδες που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά και την στάση την οποία τήρησε η Εκκλησία, όπως φαίνεται στην περίπτωση τού Μητροπολίτου Σμύρνης και μετέπειτα Πατριάρχου Γρηγορίου τού Ε’.
Η αναταραχή του έτους 1788 έγινε από τον λαό πού επαναστάτησε για την δυσβάστακτη φορολογία που επέβαλε η Οθωμανική Αυτοκρατορία προκειμένου να αντιμετωπίσει τις συνέπειες του ρωσοτουρκικού πολέμου του 178  Στην περίπτωση αυτή ο Κοραής, όπως φαίνεται σε επιστολές που απέστειλε στον φίλο του και συγγενή των αρχόντων, Πρωτοψάλτη Δ. Λώτο, που βρισκόταν σε μια διαμάχη με τον Μητροπολίτη Γρηγόριο καί τελικά είχε απομακρυνθεί από την θέση του Πρωτοψάλτη, φαίνεται ότι ήταν με τους άρχοντες. Ήταν αντίθετος με τον λαό πού επαναστάτησε και αντίθετος προς τους «χαμάληδες» και «ντεβετζίδες», δηλαδή καμηλιέρηδες, «τον ανόητον όχλον» καί τούς «βαρβάρους καλογερίσκους», όπως έγραφε σε επιστολή του. Ο Κοραής συμπεριφερόταν «ως ένα μέλος της πεπαιδευμένης άρχουσας τάξης της Σμύρνης, από την οποία προερχόταν». Για τον Κοραή, όπως φαίνεται στις επιστολές του, η διαχείριση των κοινών πρέπει να ανήκει «δικαιωματικά στους "άρχοντες"» καί όχι στους «εσναφλήδες», τον «όχλον», τούς «ανθρακοπώλες» καί τούς «κουλουρτζήδες».
Αντίθετα, ο Μητροπολίτης Γρηγόριος, παρά το ότι εθίγη προσωπικά από τον όχλο, εν τούτοις «προσπάθησε να τηρήσει μια στάση σχετικής ουδετερότητας από τα δύο στρατόπεδα, μη θέλοντας να δυσαρεστήσει καί το μεγαλύτερο μέρος τού ποιμνίου του, που είχε συνταχθεί με τούς εσναφλήδες. Ή ίσως, ακόμα και να πήρε πρόσκαιρα το μέρος τους, πιεζόμενος από αυτούς». Σημασία, όμως, έχει ότι η στάση του ήταν διακριτική και όχι μονομερής, ήταν στάση υπευθύνου ηγέτου. Η διαμάχη στην κοινωνία της Σμύρνης κατά το έτος 1809-1810 έγινε για το Φιλολογικό Γυμνάσιο πού είχε εν τω μεταξύ ιδρυθεί. Μέχρι τότε λειτουργούσε η γνωστή Ευαγγελική Σχολή που ήταν ιδιωτική, υποστηριζόταν από τους άρχοντες καί τελούσε κάτω από την προστασία της Βρετανικής Κυβέρνησης και γι’ αυτό αναφερόταν καί ως «Βρετανική Σχολή», καί υποστηριζόταν από την Υψηλή Πύλη. Υπήρχε σχέδιο να απορροφηθεί η Ευαγγελική Σχολή από το Φιλολογικό Γυμνάσιο καί παρατηρήθηκε μεγάλη αντίδραση γι’ αυτό. Το Φιλολογικό Γυμνάσιο ήταν κέντρο των διαφωτιστικών ιδεών. Από «στρατευμένους» αναλυτές δόθηκε η ερμηνεία, ότι με αφορμή τα δύο Σχολεία συγκρούσθηκαν οι συντηρητικοί και οι προοδευτικοί.
Στην διαμάχη αυτή αναμείχθηκε ο Κοραής με τους φίλους του, υπέρ του Φιλολογικού Σχολείου και εναντίον της Εκκλησίας. Κατηγορήθηκε η Εκκλησία καί ο τότε Μητροπολίτης Σμύρνης Άνθιμος, διάδοχος τού Γρηγορίου, που εν τω μεταξύ εκλέχθηκε Πατριάρχης, για την αντίδραση εναντίον τού Φιλολογικού Σχολείου, καί κυκλοφόρησε ανώνυμος λίβελλος με έντονο αντικληρικαλικό περιεχόμενο. Αλλά αυτό αναιρείται τόσο από άλλες μαρτυρίες, σύμφωνα με τις οποίες η Εκκλησία έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην παιδεία των υποδούλων Ελλήνων, στην χρηματοδότηση τού Φιλολογικού Γυμνασίου, όσο καί από επιστολή τού Διευθυντή τού Φιλολογικού Σχολείου Κωνσταντίνου Κούμα, προσκείμενου στον Αδαμάντιο Κοραή, καί δημοσιεύθηκε στον «Λόγιο Ερμή», καί ο οποίος υπερασπίσθηκε τούς Ιεράρχες. Στην επιστολή αυτή, μεταξύ των άλλων, έγραφε ο Κούμας: «Τοιούτους έχομεν αρχιερείς σήμερον, τοιούτους οδηγούς εις τα καλά, προστάτας της παιδείας, ζηλωτάς της προκοπής τού γένους, ώστε πρέπει καί εξ αυτών να συμπεράνωμεν ότι έργον της θείας προνοίας είναι ο φωτισμός τού γένους».
Αγνοείται από τούς αντικληρικαλιστές ότι την περίοδο εκείνη παρενέβαιναν στα πράγματα της Σμύρνης, ιδίως υπέρ της Ευαγγελικής Σχολής, οι Άγγλοι, καθώς επίσης ότι τόσο ο συντάκτης τού Ανωνύμου Λιβέλλου όσο καί οι διαφωτιστές διαπνέονταν από προτεσταντικές απόψεις και τον αναπτυσσόμενο καπιταλισμό. Επίσης, αγνοείται ότι για την διατήρηση της ταυτότητος του ελληνισμού καί της παράδοσής του έπαιξαν σημαντικό ρόλο οι νεομάρτυρες, ιδίως ο νεομάρτυς Αγαθάγγελος, που μαρτύρησε αυτήν περίπου την περίοδο, δηλαδή τον Μάϊο τού 1819 στην Σμύρνη. Όμως, το Φιλολογικό Γυμνάσιο κατ’ αρχάς λειτούργησε ως ίδρυμα ιδιωτικού δικαίου καί στην συνέχεια λειτούργησε ως κοινοτικό Σχολείο που στεγάσθηκε «σε εκκλησιαστικό κτήριο της Αγίας Φωτεινής καί θα έχει ως μόνιμες πηγές χρηματοδότησης, με τέσσερις χιλιάδες γρόσια ετησίως, τις δύο ενορίες της Σμύρνης, εκείνες της Αγίας Φωτεινής καί του Αγίου Γεωργίου». Η αντίθεση μεταξύ των δύο Σχολών δεν ήταν ιδεολογική, αλλά μάλλον αντίθεση συμφερόντων. Πάντως, ο Γρηγόριος Ε’, πού την εποχή εκείνη ήταν Οικουμενικός Πατριάρχης, αν καί είχε ισχυρές πιέσεις από την αγγλική Πρεσβεία καί την Υψηλή Πύλη, αλλά είχε καί εσωτερικές πιέσεις, υπέρ της Ευαγγελικής Σχολής, ανεγνώρισε μεν τα προνόμια της Ευαγγελικής Σχολής, αλλά συγχρόνως επήνεσσε καί το Φιλολογικό Γυμνάσιο.
Η αναταραχή τού έτους 1819, πού σχετίζεται καί πάλιν με το Φιλολογικό Γυμνάσιο καί το κλείσιμό του, ερμηνεύεται από τούς συγγραφείς «διαφωτιστικής» καί μαρξιστικής ιδεολογίας, ως διαμάχη των συντηρητικών καί «της συντηρητικής στροφής», πού εγκαινίασε ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ εναντίον των διαφωτιστών, τούς οποίους εξέφρασε η διεύθυνση (Κωνσταντίνος Οικονόμου) καί το πρόγραμμα τού Φιλολογικού Γυμνασίου. Η ανάλυση, όμως, των πηγών καταλήγει σε διαφορετικά συμπεράσματα, ότι δηλαδή δεν επρόκειτο για αγώνες των συντηρητικών εναντίον των προοδευτικών-διαφωτιστών, αλλά για κοινωνικούς αγώνες μεταξύ «δημοκρατικών» καί «ολιγαρχικών», ήταν, δηλαδή, αντίθεση μεταξύ εμπόρων καί αρχόντων, οι οποίοι άρχοντες στο μεγαλύτερο μέρος τάσσονταν υπέρ των Διαφωτιστών. Επίσης, φαίνεται ότι η αντίδραση εναντίον του Κωνσταντίνου Οικονόμου, που τότε ήταν κοραϊστής, μαζί με τον Κούμα, δεν οφειλόταν στις φιλοσοφικές του ιδέες, αλλά στο ότι ήταν μυστικοσύμβουλος των εμπόρων, «τοκογλύφος» καί «υπεύθυνος για τις δαπάνες που βάραιναν την πόλη».
Από την ανάλυση των πηγών φαίνεται ότι ο Πατριάρχης Γρηγόριος όχι μόνο δεν συμμετείχε στην προσπάθεια να κλείσει το Φιλολογικό Γυμνάσιο, αλλά με εγκύκλιό του κατεδίκασε τις κινητοποιήσεις εναντίον του Κωνσταντίνου Οικονόμου, καθώς επίσης συντάχθηκε με τους διαφωτιστές-οπαδούς του Κοραή, οι οποίοι εκινούντο στον περίγυρο τού Πατριαρχείου, όπως τον Κωνσταντίνο Κούμα, τον Κωνσταντίνο Οικονόμου, τον Νεόφυτο Βάμβα, τον Θεόφιλο Καΐρη, τον Βενιαμίν Λέσβιο. Συγχρόνως, ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ «προσπάθησε να αποσπάσει το (Φιλολογικό) Σχολείο από την κοινοτική αρχή της πόλης, μεταβάλλοντάς το σε σταυροπηγιακό, έτσι ώστε να διασώσει τούς προστατευομένους του, απόπειρα πού στέφθηκε από αποτυχία». Μάλιστα δε τα "αντιδιαφωτιστικά" επεισόδια της Σμύρνης δεν ευνοήθηκαν από τον Πατριάρχη Γρηγόριο, αλλά αντίθετα στράφησαν ευθέως εναντίον του». Ο λαός της Σμύρνης πού εξαγριώθηκε εναντίον των μεγαλεμπόρων καί των Διαφωτιστών αψήφησε τον Πατριάρχη καί έσχισε τα σιγγίλια στην Εκκλησία. Επομένως, τα γεγονότα της Σμύρνης την περίοδο αυτήν, λίγο πριν την επανάσταση, δεν αφορούσαν τα εκπαιδευτικά θέματα της πόλης και τον Διαφωτισμό, αλλά «τον χαρακτήρα της κοινοτικής διοίκησης καί το εύρος των κοινωνικών ομάδων που συμμετείχαν σε αυτή». Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε', αλλά και γενικά το Πατριαρχείο προσπαθούσε να ηρεμήσει τα πράγματα, παρέμεινε μεταξύ των αντιμαχομένων, αλλά περισσότερο προστάτευε τους «διαφωτιστές».
Ο Γιώργος Καραμπελιάς, στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο «η ανολοκλήρωτη σύνθεση», αναλύει ότι στη Σμύρνη την εποχή που μελετά δεν γίνεται χωρισμός μεταξύ συντηρητικών και διαφωτιστών, αφού λειτουργούν διαφορετικά τα πράγματα. Οι διαφωτιστές λόγιοι «συντάσσονται με τα πιο εξωστρεφή, μορφωμένα και εύπορα στρώματα της αστικής τάξης, τους φαναριώτες, και με την εκκλησιαστική ιεραρχία, οι Ψαλίδας καί Βηλαράς, ακόμα και με τούς Οθωμανούς». Οι κοραϊστές λόγιοι είναι στραμμένοι προς την Δύση και οι υποστηρικτές τους ήταν «οι μεγαλέμποροι της Σμύρνης». «Οι κορυφές του διαφωτισμού αποτελούν ή μεταβάλλονται σε οργανικό μέρος των ανωτέρων ελίτ του ελληνισμού», συνδέονται με τη δύση, ενώ στο «λαϊκό στρατόπεδο» βρίσκονται τα φτωχότερα στρώματα των δασκάλων, του κλήρου, της αγροτιάς, των συντεχνιών και εμπνέονται από την ατμόσφαιρα της Εκκλησίας και είναι αντιδυτικοί. Δεν ισχύει, δηλαδή, αυτό που δημιούργησε η αριστερή ιδεολογία ότι οι λόγιοι, οι δημοτικιστές, οι κοραϊστές είναι συνδεδεμένοι με τα λαϊκά στρώματα, τους κλέφτες και αρματωλούς «εναντίον των κοτζαμπάσηδων, των φαναριωτών, της Εκκλησίας». Η αλήθεια είναι ότι «τα λαϊκά στρώματα ήταν πιο κοντά στους "καλογέρους", τα θρησκευτικά αναγνώσματα, πού αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία των εκδιδομένων κειμένων, τις λαϊκές θρησκευτικές τελετουργίες καί τις προφητείες, εμπνέονται από τους νεομάρτυρες και την κλεφτουριά και παλεύουν "για του Χριστού την πίστη την αγία καί της πατρίδος την ελευθερία". Συχνά, αναγνωρίζουν και σέβονται τους λογίους, τους "φιλοσόφους", αλλά δεν τους θεωρούν δικούς τους».
Προεπαναστατικά υπήρχε έντονη η αίσθηση της Ρωμηοσύνης, όλοι αγωνίζονταν για την παιδεία και ζούσαν μέσα στην ορθόδοξη παράδοση, οπότε το αποτέλεσμα ήταν «μια σύνθεση μεταξύ της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, δυτικού διαφωτισμού καί ορθόδοξης-βυζαντινής παράδοσης». Όμως, κατά τον 18ο καί 19ο αιώνα αυτή η σύνθεση «πραγματοποιείται μάλλον ως εκλεκτισμός, κι ως ταυτόχρονη επιλογή διαφορετικών στοιχείων, από τις τρείς αυτές παραδόσεις, και όχι ως δημιουργία ενός νέου συνθετικού προτάγματος». Αυτό σημαίνει ότι από τους ανθρώπους γινόταν επιλογές και προτιμήσεις των διαφόρων τάσεων και ρευμάτων. Η Εκκλησία την δύσκολη εκείνη περίοδο, όπου και όταν βέβαια υπήρχε δυνατότητα, έπαιζε έναν εξισορροπητικό ρόλο μεταξύ των διαφόρων ρευμάτων-τάσεων. Αυτήν την σύνθεση την συναντούμε στον Ρήγα Φεραίο και τον δάσκαλό του Δημητράκη Καταρτζή, σύμφωνα με τον οποίο ο «νέος χριστιανός Ρωμηός» δεν πρέπει να ξεχνά ότι είναι «ρωμηός χριστιανός», ότι κατάγεται από τους αρχαίους Έλληνες, προέρχεται από τους Βυζαντινούς και από τους αγίους, θα πρέπει να σπουδάζει και να αποκτά την ανθρώπινη γνώση, αλλά σαν μέλισσα να κρατά τις ιδέες εκείνες που τον ωφελούν καί να παραβλέπει εκείνες που τον βλάπτουν.
Τελικά, οι ιστορικοί που κρίνουν τα γεγονότα της Σμύρνης, και γενικά την κατάσταση προ της επαναστάσεως τού 1821, μέσα από μια μαρξιστική ιδεολογία, εκφράζουν τον εκλεκτισμό και διασπούν την σύνθεση του Γένους μας από την οποία διαπνεόταν ο Γρηγόριος Ε’, και πολλοί φωτισμένοι Ιεράρχες, χωρίς να βλέπουν το όλο κλίμα μέσα στο οποίο εκινούντο και τις συνέπειες. Άλλωστε, στην απελευθέρωση τού Γένους μας, συνήργησαν η Εκκλησία με τους Κληρικούς και τον λαό, οι λόγιοι-διαφωτιστές και οι αρματωλοί. Γι’ αυτό είναι ανάγκη σήμερα να αγωνιζόμαστε γι’ αυτήν την ολοκληρωμένη «σύνθεση», δηλαδή να βιώνουμε την ησυχαστική παράδοση των αγίων και των νεομαρτύρων, να γνωρίζουμε την παράδοσή μας, όπως εκφράσθηκε και από τους αρχαίους φιλοσόφους, και να γονιμοποιούμε τη σύγχρονη δυτική σκέψη, αφού την γνωρίσουμε προηγουμένως, η οποία αναζητά κάποιο νόημα και προοπτική. Δηλαδή, η ορθόδοξη θεολογική-ησυχαστική παράδοση πρέπει να απαντήσει στις παλαιές, αλλά και τις σύγχρονες αναζητήσεις των ανθρώπων και τα σύγχρονα υπαρξιακά, φιλοσοφικά, ψυχολογικά και κοινωνικά ερωτήματά τους. Μέσα στο πλαίσιο αυτό μπορεί να ολοκληρωθεί το όραμα του προεπαναστατικού ελληνισμού, της Ρωμηοσύνης, όπως την ύμνησε ο Ρήγας Φεραίος, ο Δημητράκης Καταρτζής καί πολλοί άλλοι.
Πρέπει να διαβάσει κανείς το βιβλίο αυτό τού Γιώργου Καραμπελιά, ο οποίος διακρίνεται για την ερευνητική δουλειά και την κριτική σκέψη, γνωστή και από άλλα κείμενά του, για το οποίο τον ευχαριστούμε και τον επαινούμε, για να διαπιστώσει αφ' ενός μεν τον τρόπο με τον οποίο γράφεται η «στρατευμένη» ιδεολογικά ιστορία, που παρερμηνεύει τα γεγονότα, αφ' ετέρου δε για να παρατηρήσει την προσπάθεια που έκανε η Εκκλησία την κρίσιμη εκείνη περίοδο για να διασώσει το Γένος καί την παράδοσή του, και να διατηρήσει αυτήν την ενότητα, που είναι απαραίτητη σήμερα για όλους μας.
(Πηγή: "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" Μάρτιος 2010)

Δεν υπάρχουν σχόλια: