ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

 
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ
Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου

Με την σημερινή Κυριακή της Τυρινής, η οποία είναι αφιερωμένη στην εκδίωξη των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο της τρυφής, ολοκληρώνεται ο εόρτιος εκκλησιαστικός κύκλος του Τριωδίου και εισερχόμαστε στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής, η οποία περιλαμβάνει πέντε Κυριακές, που λέγονται Κυριακές των Νηστειών με αύξουσα αλφαβητική σειρά.

Η σημερινή Κυριακή ποιεί ανάμνηση της «από του Παραδείσου της τρυφής εξορία του Πρωτοπλάστου Αδάμ», η οποία επεκτάθηκε σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Η συμπεριφορά των Πρωτοπλάστων χαρακτηρίζεται ως αγνόηση και αγνωμοσύνη του ανθρώπου προς την αγάπη του Θεού, καθώς και αλαζονείας, για αυτονόμηση. Δηλαδή την τάση του ανθρώπου να ζει χωρίς την παρουσία του Θεού, η οποία του εξασφαλίζει την πληρότητα και την αγιότητα.
Ο άνθρωπος έκαμε κακή χρήση της ελεύθερης βούλησής του και προτίμησε το κακό. Ο αρχέκακος διάβολος τον παρέσυρε στην πτώση και την καταστροφή. Αυτό του στέρησε τον παράδεισο, δηλαδή την αέναη και ζωοποιό παρουσία του Θεού και την κοινωνία των ακένωτων ευλογιών Του.
Η απομάκρυνση του ανθρώπου από την όντως ζωή, που είναι ο Θεός, τον προσγείωσε στην κυριολεξία και βρίσκεται πλέον υπό τον θάνατο, εξαιτίας της αμαρτίας, η οποία, τελικά, απομακρύνει τον άνθρωπο από την εν Αυτώ ζωή, ζώντας σε μία βασανιστική, ταλαίπωρη και επώδυνη εξορία, οδυρόμενος, καθώς μας το περιγράφει ο ποιητής. «Εκάθισεν Αδάμ, απέναντι του Παραδείσου, και την ιδίαν γύμνωσιν θρηνών ωδύρετο».
Ο Αδάμ και η Εύα τότε κάθισαν απέναντι από τον κήπο της τρυφής και θρηνούσαν για το κακό που τους βρήκε. Αναλογίζονταν την πρότερη ευδαιμονία τους, την συνέκριναν με την τωρινή δυστυχία τους, προέβλεπαν το μέλλον ζοφερό και γι' αυτό έκλαιγαν γοερά. Τα καυτά τους δάκρυα πότιζαν την άνυδρη γη και οι σπαραχτικές κραυγές τους έσπαζαν την ηρεμία της έξω του παραδείσου ερήμου.
Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό «κατ’ εικόνα και καθ' ομοίωσιν» αυτού ( Γέν.1,26). Πλάστηκε να ζει αιώνια μέσα στη χάρη του Θεού, με ευδαιμονία. Όμως, ο άνθρωπος έκαμε κακή χρήση του Θεϊκού δώρου, δηλαδή, της «ελεύθερης βούλησης», συνεργούντος του αρχέκακου διαβόλου, που τελικά τον παρέσυρε στην πτώση και στην καταστροφή. Αυτό του στέρησε τον παράδεισο, δηλαδή παρουσία του Θεού και την κοινωνία μαζί Του.
«Οἴμοι! ὁ Ἀδάμ, ἐν θρήνῳ κέκραγεν, ὅτι ὄφις καὶ γυνή, θεϊκῆς παρρησίας με ἔξωσαν, καὶ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ξύλου βρῶσις ἠλλοτρίωσεν. Οἴμοι! οὐ φέρω λοιπόν τὸ ὄνειδος, ὁ ποτὲ βασιλεὺς τῶν ἐπιγείων πάντων κτισμάτων Θεοῦ, νῦν αἰχμάλωτος ὤφθην, ὑπὸ μιᾶς ἀθέσμου συμβουλῆς, καὶ ὁ ποτὲ δόξαν ἀθανασίας ἠμφιεσμένος, τῆς νεκρώσεως τὴν δοράν, ὡς θνητὸς ἐλεεινῶς περιφέρω. Οἴμοι! τίνα τῶν θρήνων συνεργάτην ποιήσομαι; Ἀλλὰ σὺ Φιλάνθρωπε, ὁ ἐκ γῆς δημιουργήσας με, εὐσπλαγχνίαν φορέσας, τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ, ἀνακάλεσαι καὶ σῷσόν με».
Οι Άγιοι Πατέρες και συγγραφείς της Εκκλησίας μας, μάς δείχνουν το μέγεθος της καταστροφής από την υποδούλωση του ανθρώπου στις καταστρεπτικές του επιθυμίες και συγχρόνως τονίζουν στο έπακρο το μέγεθος του κακού, που έπαθε ο Αδάμ, αλλά και το πόσο διέφθειρε την ανθρώπινη φύση και μας διδάσκουν, ότι η αντίσταση στη ροπή της αμαρτίας είναι μια από τις πλέον σημαντικές εντολές του Θεού.
Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος διδάσκει, ότι δικαίως εξεδιώχθη, εξορίστηκε, έζησε και απέθανε ο Αδάμ. Λέγει χαρακτηριστικά: «Νομίζω, ότι κανείς δεν το έχει αποκαλύψει σαφώς, αλλά έχει λεχθεί σκιωδώς. Ποίον; Άκου την Θείαν Γραφή που λέγει: «Και είπεν ο Θεός τω Αδάμ (μετά την παράβαση εννοώ). Αδάμ πού ει;». Γιατί το είπεν αυτό ο ποιητής του παντός; Οπωσδήποτε θέλοντας να τον φέρει σε συναίσθηση, και καλώντας τον σε μετάνοια, λέγει «Αδάμ πού ει»; Εκείνος δεν ομολόγησε ευθύς την αμαρτίαν, αλλά είπε «της φωνής σου ήκουσα, Κύριε και έγνων ότι γυμνός ειμί και εκρύβην», ο Θεός δεν οργίστηκε, δεν τον απεστράφη αμέσως και οριστικώς, αλλά του δίδει ευκαιρία να αποκριθεί και δευτέρα φορά, και λέγει: «τις ανήγγειλέ σοι ότι γυμνός ει; Ει μη εκ του ξύλου ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνον μη φαγείν, απ’ αυτού έφαγες;». Πρόσεξε το βάθος λόγων της σοφίας του Θεού, συνεχίζει ο άγιος Συμεών: «Τι λέγεις, ότι είσαι γυμνός, του λέγει, κρύβεις την αμαρτίαν σου. Μήπως νομίζεις ότι μόνον το σώμα σου βλέπω και δεν βλέπω την καρδίαν και τους λογισμούς σου;». Σαν να λέγει. «Πράγματι, νομίζεις ότι κρύπτεσαι από εμέ; Δεν γνωρίζω εγώ τι έπραξες; Δεν λέγεις, όμως, το «Ήμαρτον»; Δεν λέγει τούτο. Δηλαδή, δεν ταπεινώνεται. Διότι εάν έλεγε αυτό, θα έμενε στον Παράδεισο, και όλον εκείνον τον κύκλο των μυρίων κακών, θα τον είχε αποφύγει με έναν μόνον λόγο.
Επειδή όμως αρνήθηκε την αμαρτίαν του, συνεχίζει ο Άγιος Συμεών, δεν μετανόησε ούτε όταν ελέγχθηκε από τον Θεόν. «Η γυνή, ην δέδωκάς μοι, αύτη με ηπάτησεν». Δηλαδή λέγει στον Θεόν: «Συ έφταιξες. Η γυναίκα, την οποία συ μου έδωσες, αύτη με εξαπάτησε», γι’ αυτό και ο Θεός του λέγει: «Εν κόπω και ιδρώτι φαγή τον άρτον σου, και ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι η γη» και τελευταία ότι «γη ει και εις γην απελεύσει». Επειδή, λοιπόν, ο Αδάμ μετά την παράβαση δεν μετανόησε να ειπεί «Ήμαρτον», εξορίζεται και προστάζεται να ζει με κόπο και ιδρώτα. Γι’ αυτό και καταδικάσθηκε να επιστρέψει στη γη από την οποίαν ελήφθη.
Στη συνέχεια αφήνοντας αυτόν, έρχεται και στην Εύα, θέλοντας να δείξει ότι δικαίως και αυτή θα εξορισθεί, αφού και εκείνη δεν θέλει να μετανοήσει: «Τι τούτο εποίησας;» για να ειπεί τουλάχιστον αυτή το «Ήμαρτον». Ούτε αυτή το είπε. Και τι είπε; «Ο όφις εξηπάτησέ με». Και επειδή ούτε αυτή μπόρεσε να ειπεί το «Ήμαρτον», εκβάλλονται από την τρυφήν, εξορίζονται από τον Παράδεισο και από τον Θεόν. Αλλά πρόσεχε, τονίζει ο Άγιος Συμεών, το βάθος του μυστηρίου του φιλανθρώπου Θεού, και μάθε και διδάξου από αυτά: «εάν μετανοούσαν, δεν θα είχαν εκδιωχτεί, δεν θα είχαν κατακριθεί, δεν θα είχαν καταδικασθεί, να επιστρέψουν στην γην από την οποία προήλθαν».
Αφού λοιπόν, οι προπάτορες επέλεξαν, αυτό τον τόπο διαμονής, τον οποίο παραλάβαμε ως κληρονομιά, μαζί με τα άλλα χρέη τους, έχουμε πλέον εμείς την υποχρέωση να αποπληρώσουμε και να βγάλουμε από την υποθήκη την αρχική μας πατρική περιουσία, ώστε να έχουμε πλέον το δικαίωμα τη ιδιοκτησίας και της ιδιοχρησίας. Τούτη την ενέργεια την έχουμε σε πολλές περιπτώσεις, για να την επανακαθορίζουμε και να την ενεργοποιούμε. Εξόχως δε, τούτη την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής, που μας καλεί η Εκκλησία, να συμμετέχουμε στους πνευματικούς αγώνες, με σκοπό να μας απελευθερώσει από τα δεσμά του θανάτου και της αμαρτίας, ώστε να μας αποκαταστήσει στην πατρογονική μας, εστία.

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής της Τυρινής (Μάτθ. 6, 14-21), θέτει τους όρους για μια τέτοια συμμετοχή προς αποκατάσταση και απελευθέρωση. Πρώτος όρος είναι η νηστεία. Νηστεία, όχι «πρὸς το θεαθήναι», να μη φαινόμαστε, δηλαδή, «στoυς ανθρώπους νηστεύοντες, αλλά στον Πατέρα μας εν τω κρυπτώ». Δεύτερος όρος είναι η συγγνώμη: «Εάν αφήτε στoυς ανθρώπους τα παραπτώματά τους, θα αφήσει και τα δικά σας ο ουράνιος Πατέρας». Η συγχωρητικότητα είναι η επιστροφή στην ενότητα, στη σύμπνοια, στην αγάπη.
Εις ό, τι αφορά τη νηστεία ο Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος, μεταξύ άλλων λέγει, ότι η νηστεία είναι «νόμος Θείος και γίνεται θεραπευτής της ψυχής, καθώς απομακρύνει τη ροπή της αμαρτίας και μαλακώνει τη σκληρότητα της καρδιάς. Η νηστεία ακόμη είναι μέσον μετανοίας. Νηστεία χωρίς μετάνοια, χωρίς ταπείνωση, είναι ξηρά και εγωιστική πράξη. Η νηστεία επίσης είναι χαλινός. Ένα πνευματικό χαλινάρι που χαλιναγωγεί τις επιθυμίες της ύλης και σταυρώνει τα πάθη. Είναι άσκηση, είναι εγκράτεια, είναι υπακοή».
Συνεπώς, νηστεία δεν σημαίνει την αποχή μόνο από κάποιες τροφές ή την αλλαγή του διαιτολογίου μας, με άλλες νηστίσιμες, αλλά κάτι πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό. Είναι η απεξάρτησή μας από αυτές και η απελευθέρωσή μας από τη σκλαβιά της ύλης και του κόσμου.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: «Μη νηστεύεις όπως νηστεύουν οι πολλοί. Εσύ νήστευε τη νηστεία τη σωστή, που δεν είναι μόνον αποχή απ’ τις τροφές αλλά και από τις αμαρτίες. Γιατί νηστεία που αξίζει είναι και τα δυο. Νηστεύεις; Απόδειξε το με τα έργα σου. Ρωτάς με ποια έργα; Αν πτωχό δεις, να τον ελεήσεις. Με τον εχθρό σου να συμφιλιωθείς.
Ο αείμνηστος δάσκαλός μου π. Μιχαήλ Καρδαμάκης, γράφει: «Η νηστεία δεν είναι ο σκοπός αλλά το μέσο προς επίτευξη του σκοπού, που τον καιρό της Μ. Τεσσαρακοστής είναι η προσκύνηση του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού. Είναι απαράδεκτο η νηστεία να θεωρείται, ως το κεντρικό και μοναδικό ζήτημα της ασκητικής και όλης της Χριστιανικής ζωής, και στα όρια της θρησκειοποιημένης πίστεως ή της θρησκευτικής υποκρισίας, η μη τήρηση της, για οποιοδήποτε λόγο, να χαρακτηρίζεται ως το κύριο και μοναδικό αμάρτημα, ώστε όλα τα μεγάλα και αβυσσαλέα αμαρτήματα να παραθεωρούνται και όλες οι κρίσιμες και αποφασιστικές ασκήσεις να εγκαταλείπονται. Η αληθής νηστεία, σύμφωνα με το πνεύμα της Μ. Τεσσαρακοστής, έχει άξιο μισθό, όταν συντελεί στην καθολική καθαρότητα του ανθρώπου, ως τη βασική προϋπόθεση προσκυνήσεως του σταυρωθέντος και Αναστάντος Χριστού. Η νηστεία δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια τυπική διαδικασία επιλογής ή απορρίψεως τροφών, να αποβλέπει δηλαδή σε ένα είδος αυτοδικαιώσεως , σε μια αυτάρεσκη ή ανθρωπάρεσκη ρύθμιση ατομικών επιθυμιών ή αναγκών. Είναι η κλήση να «αφήσωμεν της σαρκός την ευπάθειαν και να αυξήσωμεν της ψυχής τα χαρίσματα» και συγκεκριμένα να απελευθερωθούμε από τα πάθη μας για να πραγματοποιήσουμε την καθολική την μία και μόνο αγάπη, χωρίς την οποία δεν υπάρχει η ζωή». (Μιχαήλ Καρδαμάκη, ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΑ, Β΄ ΤΟΜΟΣ).
Ο άγιος Συμεών τον Ν. Θεολόγο, λέγει: «Αναλογισθείτε την ωφέλεια από τη νηστεία και την αγρυπνία την προσευχή και τη ψαλμωδία, την ευλάβεια, την περισυλλογή και τη σιωπή. Έτσι επιτελείτε το έργο των αγγέλων, οι οποίοι αοράτως συμπορεύονται μαζί σας. Μη θελήσετε να χωρισθείτε από τη συναυλία μαζί τους. Και μην παραλείπετε να προτρέπετε ο ένας τον άλλον, με αγάπη, να προσέρχεται στην ψυχοτρόφο τράπεζα και να ωφελείται.»
Αλλά και η ανάμνηση της εξορίας των Πρωτοπλάστων, οι οποίοι με δάκρυα κοιτούν την κλειστή πόρτα του Παραδείσου, είναι για όλους μας μια καλή ευκαιρία να αποφασίσουμε δια της μετανοίας, της νηστείας και προσευχής την μεταρρύθμιση της ψυχή μας, ώστε μαζί με τον ποιητή να λέμε: «Της σοφίας οδηγέ, φρονήσεως χορηγέ, των αφρόνων παιδευτά, και πτωχών υπερασπιστά, στήριξον, συνέτισον την καρδίαν μου Δέσποτα. Συ δίδου μοι λόγον, ο του Πατρός Λόγος, ιδοὺ γαρ τα χείλη μου, ου μη κολλήσω εν τω κράζειν σοι· Ελεήμον, ελέησόν με τον παραπεσόντα».
Είναι γεγονός ότι η εποχή μας, εν είδη όφεως, δημιούργησε ανθρώπους υπέρ καταναλωτές. Έφτιαξε ανθρώπους οι οποίοι καταναλώνουν απερίσκεπτα, χωρίς κρίση, χωρίς απόφαση. Εξ’ αιτίας δε αυτής της πλύσης εγκεφάλου που υφίσταται ο άνθρωπος, θεωρεί πρωτογονισμό και μικροπρέπεια, να αντισταθεί και να πει όχι σε ότι του προσφέρεται, που τελικά τα περισσότερα είναι άχρηστα και ενίοτε επιβλαβή.
Δεν αναφερόμαστε μόνο στα είδη διατροφής, είναι και τα θεάματα, είναι και τα ακούσματα, είναι και η διασκέδαση και τα ρούχα και τόσα μα τόσα άλλα ακόμα. Γι’ αυτό η ανάγκη για νηστεία από όλα αυτά, ίσως να είναι πολύ πιο επιτακτική σήμερα, αφού ζούμε κάτω από τη δαμόκλεια σπάθη της οικονομικής κρίσης, είμαστε υποθηκευμένοι στις διεθνείς αγορές και στους οικονομικούς (απάνθρωπους) οίκους, καθώς δε, και επιτηρούμενοι, «υπό του διαβόλου και τοις αγγέλοις αυτού». Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να εντείνουμε τις προσπάθειες του «καλού αγώνα», όπως συστήνει ο Απ. Παύλος, προκειμένου να ξαναγίνουμε κάτοικοι του «Παραδείσου τῆς τρυφῆς».