ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Της Χαναναίας)


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Της Χαναναίας) 
 (Ματθ. Κεφ. ΙΕ΄, στ. 21 – 28).
Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου
Η σημερινή Κυριακή πέρα από την αριθμητική της ονομασία, δηλαδή, ως Κυριακή ΙΖ΄ Ματθαίου, έχει ονοματοδοτηθεί, ως Κυριακή της «Χαναναίας». Πρόκειται για  ταλαιπωρημένη και πονεμένη μητέρα, της οποίας το όνομά της, ήταν Ιούστα, σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας και κατοικούσε στην περιοχή της Χαναάν, εξ’ ου και ο επιθετικός  προσδιορισμός «Χαναναία».

Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας περιγράφει το μαρτύριο της Χαναναίας, το οποίο επιβεβαιώνεται,  με τα λόγια και τις πράξεις της  και παράλληλα το γεγονός αυτό μας υπενθυμίζει ότι ο καρπός της πίστεως, όταν μάλιστα  είναι τόσο δυνατός, όσο της συγκεκριμένης μάνας, επιφέρει τα επιδιωκόμενα και προσδοκόμενα  αποτελέσματα.
Τα κεντρικά πρόσωπα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής είναι δύο. Το Πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και το πρόσωπο της Χαναναίας, τα οποία τελικά συναντώνται, μέσα από τον δίαυλο της έντονης επικοινωνίας και του έντονου διαλόγου.
Ο Χριστός ήλθε εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος, «εξελθών εκείθεν». Από εκεί, δηλαδή,  που ενώ έκανε απίστευτα θαύματα, εδέχετο συκοφαντίες. Από εκεί, που ενώ θεράπευε «πάσαν νόσον και πάσαν ασθένεια», άκουγε ύβρεις. Έφυγε από εκεί, που ενώ ευεργετούσε,   εισέπραττε  την αλαζονεία και την αμφισβήτηση.    
Η Χαναναία, μια γυναίκα με αυτοπεποίθηση και γενναιότητα, δεν διστάζει να αρνηθεί, ακόμα και το γένος της. Η γυναίκα αυτή μέσα από την φιλανθρωπία και τη  μεγαλόφωνο σιωπή του Χριστού, με τη δύναμη της πίστεώς της, νίκησε την φύση και έγινε ο κατήγορος των Ιουδαίων.
Όμως παρά το γεγονός, ότι εκείνη η «γυνή εκ των ορίων εκείνων εξελθούσα εκραύγαζε λέγουσα: Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με», Ο Χριστός μένει ατάραχος. «Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον».
Η σιωπή του Κυρίου λειτουργεί, ως έπαινος,  προς την Χαναναία. Ένας έπαινος, που δεν έγινε αντιληπτός, εξ’ αρχής, ούτε από τους μαθητές, οι οποίοι δεν γνωρίζουν ακόμη τη σοφία της Θεϊκής σιωπής. Λυγίζουν από την σπαρακτική- ικετευτική φωνή της πονεμένης μάνας και παρακαλούν τον Διδάσκαλο να τη λυπηθεί και να την ελεήσει. «Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών», του λένε, ελπίζοντας ότι θα επηρεάσουν στην σιωπηρή στάση Του.
Και αντί να τους κάνει το χατίρι, τους απαντά ότι, «ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ». Δηλαδή τους λέγει ότι «Ήλθα μόνο για τους πλανεμένους Ισραηλίτες».
Παρά το γεγονός, ότι η απάντηση αυτή ήταν πολύ πιο βαριά και από την έως εκείνη τη στιγμή, «μεγαλόφωνη σιωπή Του», δεν αποθάρρυνε την πίστιν της Χαναναίας, αλλά   εκείνη με αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα «ελθούσα προσεκύνησεν αυτώ λέγουσα, Κύριε, βοήθει μοι».  
Αν ήταν στη θέση της πονεμένης εκείνης μάνας, ένα άλλο πρόσωπο, που δεν είχε τόσο μεγάλη πίστη, όταν άκουσε τον Χριστό, να λέγει στους μαθητές Του, ότι «έχω αποσταλεί μόνο για τους πλανεμένους Ισραηλίτες», τι θα έκανε; Ασφαλώς  θα έφευγε προσβεβλημένος, θυμωμένος και θα κατηγορούσε τον Χριστό, για αδιαφορία, για αστοργία. Θα έφευγε καταγγέλοντάς Τον, ότι δεν την λυπήθηκε, δεν ελέησε μια μάνα, που σπαράσσεται με τα παθήματα της κόρης της και όχι μόνο δεν  ελέησε το δράμα της οικογένειάς της, αλλά  την προσβάλλει και την ταπεινώνει, μέσα σε τόσον κόσμο, και μάλιστα ενώ εκείνη τον προσκυνά, Εκείνος την αποκαλεί «κυνάριο».
Παρά ταύτα, η πίστη της Χαναναίας, δεν ατόνησε, η δύναμη της ψυχής της, δεν λύγισε, δεν διολίσθησε σε τέτοια συμπεριφορά, ούτε καν σκέφθηκε παρόμοιους λογισμούς.
Η πίστη, η σύνεση, η υπομονή και η επιμονή της Χαναναίας μάνας, τελικά έκαναν τον Σωτήρα, να αποκαλύψει την «μεγαλόφωνη σιωπή Του», αναφωνώντας το, «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις, γενηθήτω σοι ως θέλεις». Και βεβαίως, «ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης».
Αυτή η επαινετική φράση του Χριστού, μας βοηθά να εξάγουμε το συμπέρασμα, ότι η αγάπη του Θεού υπερβαίνει τη λογική των ανθρώπων. Αλλά και η αληθινή αγάπη του ανθρώπου, για τον Θεό είναι εκτός των «ορίων» των «δήθεν» και των «καθώς πρέπει».
Το σημερινό περιστατικό της συνάντησης του Κυρίου με τη Χαναναία γυναίκα καταγράφει μία «ανατροπή» του τρίτου αιτήματος της Κυριακής προσευχής. Αντί να γίνεται το θέλημα του Θεού στη ζωή του ανθρώπου – όπως ακριβώς μας δίδαξε ο Κύριος να ζητάμε στην προσευχή μας: «γενηθήτω το θέλημά Σου», εδώ γίνεται το θέλημα του ανθρώπου από τον Θεό: «Ω! γύναι…! γενηθήτω σοι ως θέλεις».
Επίσης αυτό το περιστατικό, καταγράφει τη μία από τις δύο περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο Κύριος επαίνεσε την πίστη των ανθρώπων – και στις δύο με πρόσωπα εκτός του Ισραήλ και με πρόβλημα που δεν ήταν άμεσα δικό τους. Επαίνεσε  τον Ρωμαίο εκατόνταρχο, που παρακαλούσε για τον δούλο του και σήμερα  την Χαναναία, που παρακαλούσε για τη δαιμονισμένη κόρη της. Και στις δύο περιπτώσεις, ανταποκρίθηκε σ’ αυτό που ζητούσαν: «Μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις».
Η περιγραφή του σημερινού  περιστατικού, μας δίνει τη δυνατότητα να εντοπίσουμε τα στοιχεία, που συνθέτουν τη μεγάλη πίστη της γυναίκας. Τι δηλαδή, μας αποκαλύπτει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα;
ΠΡΩΤΟΝ: Η Χαναναία, αναφέρει η περικοπή, «εξήλθε από των ορίων αυτής». Η Χαναναία, δηλαδή μία ειδωλολάτρισσα, μόλις ακούει ότι ο Κύριος προσεγγίζει τα όρια της περιοχής της, εξέρχεται από αυτά για να Τον συναντήσει. Κάνει αυτό που έκανε και ο Ίδιος ο Κύριος, ο Οποίος και Εκείνος «εξήλθε εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος». Δηλαδή, η συνάντηση του Θεού και του ανθρώπου προϋποθέτει την έξοδο και των δύο: ο Θεός εξέρχεται, «εκκένωσε Εαυτόν» . Σήμερα ο Κύριος βγαίνει έξω από τα όρια που επιτρεπόταν για έναν Ιουδαίο, όπως βγήκε και από τα όρια που «επιτρεπόταν» για τον Θεό, δηλαδή να έλθει στον κόσμο. Η γυναίκα βγαίνει να συναντήσει έναν Ιουδαίο, αν και ειδωλολάτρισσα. για να την ελεήσει: «Ελέησόν με Κύριε, υιέ Δαυίδ», φωνάζει.
ΔΕΥΤΕΡΟ: Η Χαναναία επιμένει. Η πίστη της είναι αποφασιστική. Αποφασιστική, γιατί την πονάει το πρόβλημα του παιδιού της. Όχι μόνο δεν κάμπτεται από την περιφρόνηση του Κυρίου και τα προσβλητικά Του λόγια, αλλά αντιθέτως γίνεται περισσότερο «αποφασιστική» και συνέχιζε να ακολουθεί τον Κύριο και κραυγάζει, και στη συνέχεια έρχεται μπροστά Του και με βαθύ σεβασμό, προσκυνώντας Τον, επιμένει στο αίτημά της. Η πίστη της λοιπόν μεγαλώνει με την επιμονή της.
ΤΡΙΤΟΝ: Ο Κύριος, πράγματι, την περιφρονεί στην αρχή – ήλθα μόνον για τα «απολωλότα οίκου Ισραήλ» και ακόμα την προσβάλλει,  «δεν είναι καλό να πάρω το ψωμί των παιδιών και να το ρίξω στα σκυλιά». Κι όμως η Χαναναία όχι μόνον δεν προσβάλλεται, αλλά επιτείνει ακόμη περισσότερο την προσβολή: όχι το ψωμί, αλλά τα ψίχουλα τουλάχιστον ας πάρω. Η πίστη της, συνυφασμένη με την επιμονή της, ταυτίζεται με την ταπείνωσή της. Κι αυτό ήταν που ήθελε ο Κύριος, την μεγάλη του ταπείνωση,  που προϋποθέτει τον όρο, για να μπορεί να έλθει στον άνθρωπο η χάρις του Θεού και να λειτουργεί ο άνθρωπος σαν τον Θεό. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν».
ΤΕΤΑΡΤΟΝ: Ένα στοιχείο της μεγάλης αυτής πίστεως της γυναίκας, που μάλλον έκανε τον Κύριο να συγκινηθεί ιδιαίτερα, ήταν ότι βίωνε το πρόβλημα του παιδιού της σαν προσωπικό της πρόβλημα. «Ισοπέδωσε» τον εαυτό της, έκανε τα πάντα, διότι πήρε πάνω της τον πόνο του παιδιού της. «Ελέησε εμένα, Κύριε» κραυγάζει. Όχι το παιδί μου, εμένα. Δηλαδή, ό,τι ακριβώς έκανε ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος πήρε επάνω Του τις δικές μας αμαρτίες και τις έκανε δικές Του, κατά τον ίδιο σχεδόν τρόπο και η Χαναναία αντιμετωπίζει το πρόβλημα της κόρης της
Η Χαναναία διδάσκει την μέθοδο και το νόημα της πίστης, διότι και εμείς πολλές φορές ενώπιον των ατομικών, οικογενειακών, κοινωνικών προβλημάτων μας, λιποψυχούμε και ολιγοπιστούμε. Τα βάζουμε, ακόμα, και με τον Θεό, Ο φόβος και η ανασφάλεια συχνά μας καταβάλλουν. Κι αυτό δείχνει ακριβώς το έλλειμμα της πίστεώς μας.
Ο Κύριος όμως περιμένει και από εμάς ό,τι περίμενε από τη Χαναναία. Δηλαδή, την ενεργοποίηση της μεγάλης πίστεως. Θέλει να δει την βαθεία και ακλόνητη και επίμονη πίστη μας ,την ταπείνωσή μας και την αγάπη μας. Τότε μας δίνει τη χάρη να γινόμαστε και εμείς παντοδύναμοι και ό,τι του ζητάμε να γίνεται, όπως έγινε και στην περίπτωση της Χαναναίας. ΓΕΝΟΙΤΟ!