ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ


Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σούλος
Όταν ο Χριστός ξεκίνησε την πορεία του, για να διδάξει τον κόσμο, ολοκληρώνοντας την αποστολή του, ως αυθεντικός διδάσκαλος αποφάσισε να έχει κοντά του μαθητές, τους οποίους θα εκπαίδευε, προκειμένου να τους αφήσει, δια να συνεχίσουν το έργο της διδασκαλίας Του, «εις πάντα τα έθνη». Για τον λόγο αυτόν επέλεξε για μαθητές του απλούς ανθρώπους της ζωής και του μόχθου, οι οποίοι με τα λόγια και τις πράξεις τους, θα βοηθούσαν  τους ανθρώπους να αισθάνονταν την παρουσία του Χριστού δίπλα τους.
Προετοίμασε λοιπόν τους μαθητές του για να γίνουν «αλιείς ανθρώπων», όπως είπε στον Πέτρο και στον αδερφό του Ανδρέα, που ήταν ψαράδες, όταν τους κάλεσε κοντά του. Τα ίδια λόγια είπε και στους άλλους αδελφούς, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, εννοώντας ότι θα τους μάθει να κερδίζουν τις καρδιές των ανθρώπων. Όταν, πάλι, ένας άλλος μαθητής, ο Φίλιππος, έφερε έναν καλό φίλο του, το Ναθαναήλ, για να γνωρίσει τον Ιησού, κέρδισε την εμπιστοσύνη του Κυρίου, καθώς του είπε: «Να ένας καλός Ισραηλίτης που στην καρδιά του δεν έχει πονηρία».
Το έργο των μαθητών του Χριστού, θα ήταν πολύ δύσκολο, καθώς ο Ίδιος ο Χριστός τους προειδοποίησε, ότι τους στέλνει σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους και τους προετοίμασε να δεχτούν την οργή και το φθόνο των ανθρώπων, οι οποίοι θα τους οδηγούσαν σε δικαστήρια και σχεδόν  όλοι
τους, θα έδιναν τη ζωή τους για το όνομα του αγαπημένου τους Δασκάλου.
Παράλληλα ο Χριστός,  πρόσφερε στους μαθητές το ανεκτίμητο δώρο, ώστε να μπορούν να θεραπεύουν ασθενείς, να παρηγορούν τους πονεμένους και να φέρνουν ειρήνη στις καρδιές των ανθρώπων. Βέβαια θα έπρεπε,  να έχουν μεγάλη υπομονή, γιατί όσοι τους μισούσαν θα τους κατεδίωκαν, ενώ αυτοί θα έπρεπε να βρουν τη δύναμη, να συνεχίσουν την αποστολή τους, προς τον πλησίον τους.
Στο νόημα και στην φύση της χριστιανικής ζωής περιλαμβάνεται επομένως και η διδασκαλία και η ιεραποστολή. Δηλαδή, όποτε μας δίνεται η ευκαιρία και όποτε το επιτρέπουν οι συνθήκες, να μιλάμε στους άλλους για τον Χριστό, τη σωτηρία του κόσμου, τον παράδεισο και την αιωνιότητα.
Πράγματι, η αλήθεια, το νόημα και η ομορφιά της ζωής είναι ο Ιησούς Χριστός, ως η μόνη ελπίδα του κόσμου, ο οποίος πρώτος τα χαμένα πλάσματά του κάλεσε και θέλησε να συναντηθεί μαζί τους, για να τους λυτρώσει. Ζώντας κάθε μέρα με τη διδασκαλία Του, τη θύμησή Του, μιλώντας μαζί Του, με την προσευχή και ακολουθώντας τις εντολές Του, είμαστε «εν τω Θεώ». Κοινωνώντας ακόμη με την Χάρη Του, μέσω των ιερών μυστηρίων, αντλούμε από την άκτιστη δόξα Του, τόσο σ’ αυτή τη ζωή όσο και εις την επέκεινα, την ανέσπερη και αιώνια βασιλεία Του.
          Ο αγώνας των μαθητών αρχικά φαινόταν, ως καταδικασμένος σε αποτυχία. Τον ξεκίνησαν, όμως με θάρρος, γιατί πίστεψαν στην αναγκαιότητά του. Μέσα στην καρδιά τους είχε εδραιωθεί βαθιά η πίστη και η ελπίδα, ότι ο Δάσκαλός τους, θα τους οδηγούσε μαζί με όλους τους ανθρώπους στον καινούργιο κόσμο της αγάπης του Θεού, η οποία είναι η μαγαλυτέρα των αρετών, καθώς λέγει ο Απ. Παύλος, ότι ο λόγος του Θεού είναι «πίστις, ελπίς, αγάπη», αλλά μεταξύ αυτών, η πιο μεγάλη είναι η αγάπη.  Ούτε οι γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, ούτε το χάρισμα της
προφητείας, ούτε όλη η γνώση, ούτε η πίστη που επιτελεί θαύματα, ούτε οι θυσίες έχουν κάποια αξία,  χωρίς την αγάπη του Θεού.
Ο Απ. Παύλος σημειώνει χαρακτηριστικά: «τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνῃ, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνῃ τα ισχυρά» (Α΄ Κορ. 1,27). Επέλεξε για Μαθητές και Αποστόλους Εκείνους, διότι η διάδοση του Ευαγγελίου, δεν ήταν αποτέλεσμα δυνάμεως και σοφίας ανθρώπινης, αλλ’ ήταν αποτέλεσμα της δυνάμεως και της χάριτος του Θεού, «όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού» (Α΄ Κορ. 29).
Η ανταπόκριση των μαθητών ήταν αυθόρμητη και άμεση. Άφησαν τα δίχτυα, τα πλοία «και τον πατέρα αυτών» (Ματθ. 4,22) και ακολούθησαν τον Χριστό, παρά το γεγονός, ότι δεν είχαν δει, έως εκείνη την ώρα από τον Χριστό θαύματα, ούτε είχαν ακούσει λόγους Του, αλλά εμπιστευόμενοι την προσωπική Του υπόσχεση, εγκατέλειψαν τα υπάρχοντά τους, για Εκείνον.
Με το ίδιο σκεπτικό κάθε μέλος της Εκκλησίας καλείται να γίνει μαθητής του Χριστού και απόστολος της διδασκαλίας και του έργου Του, όπως το διέδωσαν «εις πάντα τα Έθνη», οι μαθητές του Χριστού, οι οποίοι «καταγαγόντες τα πλοία επί την γην, αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ», όπως ρητά αναφέρει η σημερινή ευαγγελική περικοπή.