ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ


ΚΥΡΙΑΚΗ  Ε΄  ΜΑΤΘΑΙΟΥ
«Ο άνθρωπος εξορίζει από τη ζωή του τον Χριστό»
Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σούλος
Σήμερα το Ιερό Ευαγγέλιο (Ματθ. η΄28 & θ΄1) αναφέρει τη θεραπεία δύο δαιμονισμένων, που ζούσαν σε μια πόλη που λεγόταν Γέργεσα. Επειδή ήταν επικίνδυνοι, έμεναν στα μνήματα καί κανένας δεν τολμούσε να περάσει από εκεί. Οι κάτοικοι της πόλεως αυτής ήταν προσκολλημένοι στην απόκτηση υλικών αγαθών, χρησιμοποιώντας ακόμα και παράνομα μέσα. Εκεί βρέθηκε ο Χριστός με τούς μαθητές του. Μόλις αντίκρισαν τον Χριστό τα πονηρά πνεύματα, ταράχτηκαν και φώναξαν δυνατά: «Τί ημίν και σοι, Ιησού υιέ του Θεού; ήρθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς;». Οι δαίμονες, κατάλαβαν ότι ο Χριστός θα τους ξερίζωνε από τούς δύο ανθρώπους, τον παρακάλεσαν να τους επιτρέψει, να εισέλθουν στους παράνομα εκτρεφομένους παρακείμενους χοίρους.
Ο Χριστός τους επέτρεψε, όχι γιατί το ζήτησαν οι δαίμονες, αλλά γιατί ο Μωσαϊκός Νόμος απαγόρευε την εκτροφή χοίρων και την τροφή του κρέατος εξ’ αυτών. Ο Χριστός ενεργεί με παιδαγωγικό τρόπο, προκειμένου να συνετίσει τους παρανομούντες κατοίκους. Όμως, εκείνοι αντί να μετανοήσουν, τον παρακάλεσαν να φύγει από τήν περιοχή τους, δεν ήταν αρεστός στην πόλη τους. Προτιμούσαν τους χοίρους, την παρανομία, την αμαρτία και όχι την αλήθεια, τη ζωή, που τους προσέφερε ο   Χριστός. Είναι όντως παρανοϊκή και παράδοξη η συμπεριφορά των Γεργεσηνών. Ο Χριστός δεν πήγε την περιοχή τους, ως απλός επισκέπτης, αλλά ως Σωτήρας τους και φορέας της χάριτος. Τους απαλλάσσει από την παρουσία δύο δαιμονισμένων συγκατοίκων τους, τους οποίους θεραπεύει και επαναφέρει στην ζωή και την κοινωνία. Όμως οι Γεργεσηνοί δεν συμμετέχουν στα ευεργετικά δρώμενα των δύο συνανθρώπων τους, αλλά απαιτούν από τον ευεργέτη Χριστό να φύγει από κοντά τους. Ο άνθρωπος εξορίζει από τη ζωή του τον Χριστό. Οι Γεργεσηνοί ζήτησαν να φύγει από κοντά τους ο Χριστός, διότι δεν έχουν συνειδητοποιήσει τις συνέπειες, που έχει η απομάκρυνση του ανθρώπου, από τον Θεό, από τη Χάρη Του και το Θείο Του Έλεος. Ζώντες στο δράμα της μεταπτωτικής πορείας, δεν έχουν ακόμα αντιληφθεί ότι  οι συνέπειες της απομάκρυνσης του ανθρώπου από το Θεό, ήταν το γεγονός, ότι χάθηκε η όντως ζωή. Ο άνθρωπος γνώρισε τον πόνο, το φόβο, τη λύπη, το θάνατο.
Οι συνέπειες της ανθρώπινης παρακοής στο θείο θέλημα, ήταν ότι ενώ πριν την παρακοή, επικοινωνούσε άμεσα και ελεύθερα με το Θεό, μετά την παρακοή και την πτώση, φοβάται και κρύβεται. Ήταν ενδεδυμένος με την αθωότητά του και δεν ένιωθε γυμνός. Τώρα βλέπει τη γυμνότητά του, ως ντροπή και προσπαθεί να τη σκεπάσει. Ήταν ενωμένοι με την αγάπη, ως ένας άνθρωπος. Τώρα ξεχωρίζουν και ο ένας επιρρίπτει τις ευθύνες στον άλλον. Ήταν ελεύθερος, τώρα έγινε δούλος. Ήταν ελεύθερος, και η ελευθερία του άλλου του ήταν σεβαστή, τώρα προσπαθεί να υποτάξει τον άλλον άνθρωπο και να τον εξουσιάσει.
Ο άνθρωπος στερημένος από την αίσθηση της κοινωνίας του με το Θεό, αναπτύσσει το «εγώ» του, προστατεύοντας το ατομικό του συμφέρον, έναντι των άλλων ανθρώπων, χωρίς θεϊκή επίβλεψη, προσπαθεί να κατακτήσει το περιβάλλον γύρω του. Ο ηθικός προσδιορισμός της ζωής γίνεται στη σχέση του υποκειμένου με την πραγματικότητα. Οι ορμές των παθών και της φύσης ζητούν συνεχώς την ικανοποίησή τους με αποτέλεσμα τη δημιουργία συγκρούσεων και πιέσεων για την ανάγκη δράσης ενάντια στις δυνάμεις που είναι αντίθετες προς τους σκοπούς του υποκειμένου.
Η χαρά και η ικανοποίηση που δέχεται το υποκείμενο από τον χορτασμό του πάθους είναι ανάλογη της έντασης, που έχει αυτό το πάθος. Τα πάθη της φύσεως είναι έντονα και πηγάζουν από την βιολογική λειτουργία του υποκειμένου και πάντα απαιτούν την ικανοποίησή τους, χωρίς να λογαριάζουν το όποιο κόστος γι' αυτό. Τα πάθη ως «συστατικά της φύσεως ιδιώματα» εκφράζουν τη διαστροφή της ανθρώπινης φύσεως. Η αρχική υπαρκτική πραγματικότητα των ανθρώπου δεν είχε ως αφετηρία την κτηνώδη αλογία της φύσεως.
Με την ανταρσία της φύσεως το πάθος εξελίχθηκε σε «έκπτωση» από την «αυθεντική υπαρκτική της πραγματικότητας». Η κατάπτωση του ατόμου στην μηδαμινότητα και την ασημαντότητα της καθημερινότητας, αλλοτριώνει την ύπαρξη από την υγιή αυθεντική της λειτουργία. Η εμπλοκή στις μέριμνες της καθημερινής επιβίωσης μετέτρεψαν τον άνθρωπο σε ένα ουδετεροποιημένο, απρόσωπο πλάσμα.
Η μηδενιστική στάση έναντι της ζωής είναι ουσιαστικά η λύτρωση από τη μειονεξία, που προκαλείται, όταν δεν μπορούν να ικανοποιηθούν από το άτομο οι επιταγές που προτάσσει το πνεύμα της ολότητας, ο εξορθολογισμένος κόσμος μας. Ο ατομικά και υπεροπτικά σκεπτόμενος άνθρωπος, προτάσσοντας την ικανοποίηση του «Εγώ» του, βρίσκει το νόημα της ύπαρξής του στην απόρριψη της καθολικότητας του νοήματος.  Η ζωή έχει την εμπειρία του θανάτου και μαζί με αυτόν και του μηδενός. Ο θάνατος είναι ο μόνος που φαίνεται να μηδενίζει την πραγματικότητα και το νόημα της ζωής.
Η πορεία απολυτοποίησης του σχετικού καθίσταται αναγκαία κάτω από την πίεση του επερχόμενου θανάτου. Η απογοήτευση που επιβαρύνει το άτομο είναι μεγάλη, όταν του αποκαλύπτεται η απαξίωση, των αξιών που περιέβαλε τη ζωή του, για να αντιμετωπίσει τη ματαιότητα της ζωής.
Η υπερβατικότητα είναι συνυφασμένη με το όλον, με το απόλυτο και όλοι μας αναζητούμε το ιδεώδες αυτής. Όταν αντιλαμβανόμαστε, ότι αυτό που θεωρούσαμε απόλυτο είναι σχετικό και ανήκει στο μέρος, στο παροδικό, στο πεπερασμένο, τότε εμφανίζεται ο μηδενισμός. Όλη η ζωή του ατόμου χτίζεται πάνω σε ένα «εγώ» που αποτελεί τρόπον τινά τη θωράκισή του έναντι του «άλλου ανθρώπου». Ο «άλλος» παύει να είναι ο πλησίον και γίνεται ο «ξένος».
Η αυθεντική ζωή, ως ολότητα, υπηρετείται από όποιον τη βιώνει, ως προσφορά προς τους άλλους, όχι ως ατομική ικανοποίηση των παθών ή της αρρωστημένης εγωπάθειας, του ξεπεσμού της ζωής στο ζωώδες. Οι αξίες της ζωής και οι αξιολογικές κρίσεις πρέπει να γίνονται από ένα σύστημα αξιών, που να προσδιορίζεται από το όλον και όχι από το μέρος, που εκφράζει και διαμορφώνει την έννοια του ατομισμού και τις περισσότερες φορές επιζητεί την ικανοποίησή του ατομικού συμφέροντος.
Η ατομική προσπάθεια για επιβίωση επιτείνει τον αγώνα για την επικράτηση στην κοινωνία, με αποτέλεσμα η αγριότητα, η επιθετικότητα διαρκώς να αυξάνεται.   Η κοινωνία, όμως, εξακολουθεί να θέτει τις αξίες της, απαιτεί από το άτομο να τις αποδέχεται και να τις εφαρμόζει, παραβλέποντας τις υποκειμενικές κρίσεις και την ατομική βούληση, όποιας διαφορετικότητας και αν είναι αυτή.
Ό ατομισμός ελέγχεται, άλλα δεν εξαλείφεται, διότι το άτομο δεν θέλει να συμμορφωθεί στο όλο πλαίσιο και επιδιώκει με κάθε τρόπο να εναντιωθεί σε αυτό και τότε επέρχεται η απαξίωση των αξιών.  Είναι η κύρια πηγή του μηδενισμού. Το άτομο δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στο μέρος έχασε την σχέση του με το όλον, η οντολογική διαφορά μεταξύ Όντος και Είναι φανέρωσε την αλλοτρίωση του ατόμου. Η ανύπαρκτη σχέση μεταξύ του Υποκειμένου και του Είναι, επέφερε τον μηδενισμό και την άρνηση.   Αυτό είναι κυρίαρχο σημείο αναφοράς της κοινωνίας, όχι μόνο της σημερινής, αλλά ολόκληρης της διαχρονικής μεταπτωτικής κοινωνίας, παρά το γεγονός ότι η δημιουργία του Θεού ήταν καλή από την αρχή.
Ακόμη και αυτός ο εωσφόρος ήταν αρχάγγελος, φωτεινός. Σ’ αυτόν είχε αναθέσει ο Δημιουργός τη διοίκηση του αέρος, όπως ο Απ. Παύλος μας αποκάλυψε λέγοντας: «Κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος, του πνεύματος του νυν ενεργούντος εν τοις υιοίς της απειθείας». Όμως, επιθυμώντας να υπερβεί την φύση του ο εωσφόρος, εξέπεσε της αξίας του, χάνοντας το τιμητικό αξίωμά. εξ αιτίας του υψηλού φρονήματός του και ταυτόχρονα και την στέρηση της κοινωνίας του με τον Θεό, γι’ αυτό άρχισε να ασχολείται με τους ανθρώπους, εκδηλώνοντας έτσι την αποστροφή του προς τον Δημιουργό, και προσπαθεί με διάφορα τεχνάσματα, να αμαυρώσει την εικόνα του Δημιουργού.
Επειδή δε, δεν μπορούσε να πολεμήσει τον Θεό, μεθοδεύει διαφορετικά το πολυμήχανο σχέδιό του, παρακινώντας τον άνθρωπο σε εξέγερση κατά του Δημιουργού.    Αμέσως μόλις επλάσθη ο πρώτος άνθρωπος και ο οποίος έλαβε τα χαρακτηριστικά του «κατ’ εικόνα» και του «καθ’ ομοίωσιν» του Δημιουργού, άρχισε να δελεάζει τον άνθρωπο στην αντιπαλότητα λέγοντάς του ότι μπορεί να γίνει θεός και όταν δοκιμάσει τον απαγορευμένο καρπό, τότε «διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί, και έσεσθε ως θεοί». Όμως δεν αρκέσθηκε σ’ αυτήν την αποπλάνηση των ανθρώπων ο δαίμονας, αλλά τιμωρούσε τους ανθρώπους, εισχωρώντας ακόμα και μέσα τους και τους βασάνιζε βάναυσα. Αλλά, ο Θεός δεν άφησε αβοήθητο το πλάσμα του. Του πρόσφερε τρόπους και μεθόδους θεραπείας. Η κορυφαία θεραπευτική μέθοδος, ήταν η ενεργοποίηση του σχεδίου της Θείας Οικονομίας, το οποίο ήταν η Θεία  Ενανθρώπιση  του Χριστού.
Βέβαια, καθώς γράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, παρ’ ότι ήρθε ανάμεσά μας ο δημιουργός και Σωτήρας μας, ο Κτίστης «ορατών τε πάντων και αοράτων», οι άνθρωποι δεν τον δεχθήκαν και παρά το γεγονός ότι  Εκείνος, «Εις τα ίδια ήλθεν και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον» (Ιωάν. 1,10). Και όχι μόνο «αυτόν ου παρέλαβον», αλλά, όταν  Εκείνος ήρθε αυτεπάγγελτος και απρόσκλητος, ταράχθηκαν όλοι, άρχοντες και λαός, όπως ταράχτηκαν και  οι κάτοικοι της πόλης των Γεργεσηνών, οι οποίοι αντί να δεχτούν τον Χριστό, Του ζήτησαν να εγκαταλείψει τα όρια της πόλης τους. Αντί να Του ζητήσουν να τους βοηθήσει θεραπεύοντας και άλλους ασθενείς, όπως συνέβαινε σε κάθε τόπο από τον οποίο περνούσε, Του ζήτησαν να φύγει. Παρά το γεγονός του θαύματος της θεραπείας των δύο δαιμονισμένων,  αδυνατούν να αποδεχθούν τον Σωτήρα τους. Αντί να τους συνετίσει και να τους οδηγήσει σε μετάνοια, η απομάκρυνση των δαιμόνων, από τους δύο συγκατοίκους τους, με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκαν απέδειξαν, ότι είναι συμβεβλημένοι με τα έργα του σκότους, ότι είναι συμβιβασμένοι με την αμαρτία και την ανομία, και ότι δεν επιθυμούν την πνευματική τους θεραπεία, ούτε να αλλάξουν τρόπο ζωής. Διότι, αν δέχονταν τον Χριστό στην πόλη τους, αν Τον δέχονταν στην καρδιά τους, έπρεπε να μετανοήσουν και να ακολουθήσουν την διδασκαλία του Ευαγγελίου.
Υπολογίζοντας το ατομικό τους συμφέρον, ζήτησαν από τον Χριστό να απομακρυνθεί από κοντά τους, γιατί οι χοίροι, που εξέτρεφαν παρανόμως, τους έθιγε, τόσο την ατομική τους περιουσία, όσο και τον υπέρμετρο ατομισμό τους, γι’ αυτό απαίτησαν, να φύγει ο Θεός από κοντά τους. Διότι ο ατομισμός τους, τους κάνει, να αισθάνονται αποστροφή για τη ζωή του ήθους και της αγιότητας, με αποτέλεσμα να αρνούνται ακόμη και τον ίδιο τον Θεό, την παρουσία Του, το έλεός Του και την ευλογία Του στη ζωή τους.
Όμως, θαρρείτε αδελφοί, διότι γνωρίζουμε, ότι  όσοι  δέχθηκαν τον Κύριο και Τον πίστευσαν, ως Υιό του Θεού και Σωτήρα του κόσμου αξιώθηκαν, να λάβουν τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος και να γίνουν κατά χάριν, υιοί Του Θεού.
Ας μελετήσουμε με προσοχή το παρακάτω απόσπασμα του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, που λέγει χαρακτηριστικά: «Σπουδάσωμεν ουν, αδελφοί, σπουδάσωμεν προ τέλους προσκολληθήναι τω Θεώ, τω ποιητή των πάντων, τω κατελθόντι δι᾿ ημάς επί γης τους αθλίους, τω κλίναντι τους ουρανούς και λαθόντι αγγέλους και εν γαστρί σκηνώσαντι της αγίας Παρθένου και σαρκωθέντι εξ αυτής ατρέπτως, ανεκφράστως και προελθόντι εις ημών απάντων σωτηρίαν… Σωτήρ και γαρ δια τούτο καλείται,  ότι πάσιν, οις ενωθεί, σωτηρίαν παρέχει, η σωτηρία δε εστιν κακών μεν πάντων λύσις, καλών δε πάντων εν ταυτώ εύρεσις αιωνία, από θανάτου μεν ζωήν, από δε σκότους φάος, από δουλείας των παθών και πράξεων αισχίστων ελευθερίαν παντελή πάσι χαριζομένη τοις ενωθείσι τω Χριστώ και Σωτήρι των όλων».  Ας σπουδάσουμε κι εμείς, ίνα σωτηρία και ζωήν αιώνιον κληρονομήσουμε. ΑΜΗΝ!