ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ


ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄  ΛΟΥΚΑ
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου
«απεκρίθη ουν αιτώ ο Κύριος και είπεν· υποκριτ, έκαστος υμών τω σαββτ ου λει τον βουν αυτού ή τον όνον  από της φάτνης και απαγαγών ποτίζει  (Λουκ. ιγ΄15,)
Η διήγηση της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής μας περιγράφει τη θεραπεία της συγκύπτουσας, γυναίκας,  η οποία ήταν κυρτωμένη και ταλαιπωρούνταν επί δεκαοκτώ έτη. Όταν την είδε ο Χριστός, ένα Σάββατο που δίδασκε στη Συναγωγή, την σπλαχνίστηκε, μας λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς, και με ένα Του λόγο, χωρίς αυτή να το ζητήσει, τη θεράπευσε.
Ωστόσο το θαύμα αυτό, αντί να κάνει τους σκληρόκαρδους φαρισαίους να χαρούν μαζί με όλο το λαό, για τα θαυμαστά έργα του Θεού, προξένησε την αγανάκτηση του Αρχισυνάγωγου, ο οποίος απευθυνόμενος στο πλήθος τους κάλεσε να προσέρχονται τις άλλες μέρες για να θεραπεύονται και να μη «καταλύουν» την αργία του Σαββάτου.
 Όμως, ο Ιησούς, μη πτοούμενος, από το εκρηκτικό και απρεπές ύφος του Αρχισυναγώγου, του απαντά: «Υποκριτ! Ο καθένας δεν λύνει το Σάββατο το βόδι του ή το γαϊδουράκι του για να πάει να το ποτίσει; Αυτή η γυναίκα, που δεν είναι ζώο,  αλλά παιδί του Αβραάμ, δεν έπρεπε να λυθεί από τα δεσμά που επί δεκαοχτώ χρόνια την είχε δέσει ο διάβολος, επειδή σήμερα είναι Σάββατο»;
Ο Κύριος πολύ συχνά αποκαλούσε ευθέως τους Φαρισαίους, αλλά και τους Γραμματείς, υποκριτές. Ο χαρακτηρισμός «υποκριτής» ήταν τόσο επιτυχής, που συνδέθηκε ουσιαστικά με τον χαρακτηριζόμενο, ώστε στη διάρκεια των αιώνων να αποβεί, τόσο στην ελληνική γλώσσα όσο και σε άλλες γλώσσες, συνώνυμο του «Φαρισαίος».
Ο Ιησούς κατηγορεί τους Γραμματείς και Φαρισαίους, γιατί δίνουν προτεραιότητα ή και αποκλειστικότητα σε δευτερεύοντα καθήκοντα, ενώ παραμελούν τα «βαρύτερα του Νόμου», την κρίση, το έλεος, την πίστη. Η «κρίση», η απόδοση δηλαδή δικαιοσύνης, είναι συνέπεια του «ελέους», έτσι ουσιαστικά η φαρισαϊκή υποκρισία υπέκρυπτε έλλειψη και της πίστης.
 Ο Ιησούς δεν αγνοεί τις δευτερεύουσες διατάξεις του Νόμου, αλλά καταγγέλλει την θρησκευτική διαστροφή, εις την οποία τα ασήμαντα γίνονται σημαντικά και παραθεωρούνται οι σημαντικές εντολές του Νόμου, όπως π.χ. της αγάπης. Η αντιστροφή αυτή είναι υποκρισία, γιατί με την εύκολη τήρηση των δευτερευουσών διατάξεων, δημιουργείται το προσωπείο της εξωτερικής ευσέβειας. Δηλαδή, ό,τι γίνεται, είναι «προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις» και έτσι «παρουσιάζεται μια δυσαρμονία μεταξύ της ψευδούς εξωτερικής θρησκευτικής συμπεριφοράς και του αυθεντικού εσωτερικού βάθους του ανθρώπου, λέγει σύγχρονος έγκριτος διανοούμενος. (Ι. Καραβιδόπουλος).
Υποκρισία, κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας, είναι η προσποίηση του ενάρετου βίου. Είναι μίσος σκεπασμένο από δήθεν φιλία.   Υποκρισία είναι η έχθρα, που εκδηλώνεται σαν εύνοια. Υποκρισία είναι ο  φθόνος, που μιμείται τον χαρακτήρα της αγάπης Υποκρισία είναι ακόμα η προσποίηση της δικαιοσύνης, καθώς και η απάτη και το ψεύδος, που παρουσιάζεται σαν αλήθεια.
Ο Μέγας Βασίλειος διδάσκει, ότι πηγή της υποκρισίας είναι ο φθόνος. «Η υπόκρισις είναι καρπός του φθόνου», λέγει χαρακτηριστικά.  Αλλά και στην Κλίμακα του αγίου Ιωάννη Σιναΐτη, διαβάζουμε, ότι «η υποκρισία είναι η κατάσταση που το σώμα,  βρίσκεται σε αντίθεση με την ψυχή» (24.20).
 Πράγματι, στον υποκριτή άνθρωπο διαδραματίζεται συχνά ένας αδυσώπητος αγώνας, ανάμεσα στην ειλικρινή και στην ψευδή υποκριτική του στάση, με αποτέλεσμα, να αλλοτριώνεται η προσωπικότητα, διότι χάνει την αυθεντικότητά της,  ξεπέφτοντας στην υποκρισία.
Αιτία αυτής της αλλοτρίωσης της προσωπικότητας και της καταφυγής στο οχύρωμα της υποκρισίας, γίνεται διότι ο άνθρωπος δεν είναι συμφιλιωμένος με τον εαυτό του. Δεν είναι ευχαριστημένος με την προσωπικότητά του, και ως εκ τούτου προσπαθεί να της φορέσει ψεύτικα στολίδια, με ανύπαρκτες αρετές και με φανταστικές ικανότητες. Δηλαδή, ο υποκριτής δεν τίποτε άλλο, παρά μία διχασμένη προσωπικότητα με σαφή γνωρίσματα σχιζοφρένειας.
Η αποδοχή της όποιας προσωπικότητας διαθέτει κανείς, έστω και περιορισμένων δυνατοτήτων, είναι η αρχή της ομαλής κοινωνικής προσαρμογής και κυρίως της δημιουργικής προσφοράς στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Συνεπώς, η υποκρισία φθείρει τον άνθρωπο και τελικά τον οδηγεί στην απομόνωση και στην άρνηση της κοινωνικής προσαρμογής. Ο άνθρωπος δηλαδή, κινδυνεύει από τον παραχαραγμένο και αλλοτριωμένο εαυτό του, και από τα έργα των χειρών του, τα οποία αντί να αποτελούν συνέχεια του δημιουργικού έργου του Θεού, συμβάλλουν στην δαιμονική καταστροφή.
Αν με ειλικρίνεια εξετάσουμε τον εαυτόν μας, τότε θα τον βρούμε να παίζει θέατρο κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, ακόμα και μέσα στην εκκλησία. Σ’ αυτόν εδώ τον ιερό χώρο, που θέλουμε να προκαλέσουμε, την προσοχή των άλλων, για να φανούμε ότι κάτι είμαστε, και να μας πούνε μπράβο, να αυτός είναι χριστιανός.
Παίζουμε θέατρο, λέγει ο άγιος Νείλος, όταν με την σεμνοτυφία ή την κατήφεια ή με την προβολή του θλιμμένου ύφους ή της «ευλαβούς στάσεως», κρύβουμε την ενυπάρχουσα εν ημίν θρασύτητα, τα της ψυχής αίσχη, τα έλκη του εγωισμού. Πότε επιτέλους θα πάψουμε να παίζουμε θέατρο και να μην είμαστε υποκριτές; Πότε αλήθεια, θα γίνουμε σωστοί χριστιανοί, αναρωτιέται  ο άγιος Νείλος.
Ο αυθεντικός χριστιανικός τρόπος ζωής, προσφέρει δυνατότητα αναπλάσεως και ανακαινίσεως του ανθρώπου. Η δυνατότητα αυτή, προσφέρεται μεν από τον Θεό, αλλά κατακτάται δε, από τον άνθρωπο. Η κατάκτηση της νέας αυτής πραγματικότητας του ανθρώπου, δεν είναι απλή υπόθεση ενός μεμονωμένου προσώπου, αλλά είναι υπόθεση όλης της κοινωνίας.
Η αληθινή επικοινωνία με τον πλησίον μας, επιφέρει πλήγμα στον ειδωλολατρικό ανθρωποκεντρισμό της υποκρισίας, που ικανοποιεί τη φιλαυτία και τη φιλαρέσκεια.
Την υποκρισία ούτε οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι εκτιμούσαν. Ο Γοργίας έλεγε, ότι «ο άνθρωπος οφείλει να φροντίζει να είναι καλός, όχι απλώς να φαίνεται καλός» και Δημόκριτος τόνιζε, ότι «πολλοί δρώντες τα αίσχιστα, λόγους αρίστους αρέσκουσιν λένε».
Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, ο Κύριος, στηλιτεύει την υποκρισία και την τυπολατρία, όχι μόνον των φαρισαίων, αλλά και κάθε ανθρώπου, κάθε εποχής. Οι φαρισαίοι της εποχής Του είχαν μετατρέψει τις εντολές του Δεκαλόγου και του Νόμου σε ένα στείρο σύστημα υποχρεώσεων και περιορισμών, και γι αυτό συχνά αντιδρούσαν με αγανάκτηση, όταν ο Χριστός θεράπευε τα Σάββατα, σε σημείο να λένε ότι εφόσον δεν τηρεί το Σάββατο, δεν προέρχεται από τον Θεό.
Η τυπική και μηχανιστική τήρηση των εντολών του Θεού, τελικά, δεν προσφέρει τίποτα, αν δεν πρυτανεύει η αγάπη προς τον πλησίον, η ευσπλαχνία και η διάθεση της προσφοράς και της αυτοθυσίας.  Το μήνυμα επομένως της σημερινής περικοπής αγγίζει και εμάς, που ενώ προτάσσουμε τις εντολές του Θεού, παραγνωρίζουμε την αγάπη προς τον πλησίον, που είναι η πρώτη εντολή του Θεού, «αγαπήσεις τον πλησίον σου, ως εαυτόν».
Όταν ο αγωνιζόμενος πιστός επιδιώκει την κάθαρση της ψυχής του από τα πάθη, όπως αυτό της υποκρισίας, μέσα από τα ιερά Μυστήρια και μάλιστα με τη συμμετοχή του στο ιερότατο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, τότε ενοποιείται και χριστοποιείται. Τότε πετά όλες τις μάσκες και γίνεται αυθεντικό πρόσωπο, δηλαδή αληθινό παιδί Θεού.

Είθε, αγαπητοί μου, η προσμονή της εορτής της Ενσαρκώσεως του Θείου Βρέφους, να μας βοηθήσει, να καλλιεργήσουμε τον έσω της καρδίας μας άνθρωπο, «Αποθέμενοι ουν πάσαν κακίαν, πάσαν δολιότητα και πάσαν υποκρισίαν»! (Α΄ Πέτρου, β,1). ΑΜΗΝ.