ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΛΑΤΡΕΙΑ
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου
Γύναι, πίστευσόν μοι!
Έρχεται ώρα και νυν εστίν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί
προσκηνύσουσι τω Πατρί εν πνεύματι και αληθεία»

Στην Ευαγγελική περικοπή της σημερινής Κυριακής ο Χριστός, δεν συναντάται,  εν πνεύματι και αληθεία μόνο με τη Σαμαρείτιδα, αλλά στο πρόσωπο αυτής της γυναίκας συναντάται με ολόκληρη την αλλοτριωμένη ανθρωπότητα.  Γιατί, ο Χριστός, δεν είναι κάποιος  Ιουδαίος, που συναντάται και διαλέγεται με μια Σαμαρείτιδα.  Είναι ο Υιός του Θεού, που κοινωνεί και επικοινωνεί με τους ανθρώπους προσφέροντας την άδολη και αυθεντική, οντολογική Του αγάπη.
 Ο Χριστός στη συνάντηση Του με τη Σαμαρείτιδα κατευθύνει την πορεία της διδασκαλίας Του, έτσι ώστε, να της δώσει την δυνατότητα να ελέγξει τον εγωκεντρισμό της, ο οποίος της έχει διαφθείρει την ανθρώπινη εικόνα της,  και της ζητάει να του δώσει κάτι, εν προκειμένω να πιει νερό, από το φρέαρ του Ιακώβ. Δηλαδή η γυναίκα αυτή, πρέπει να φύγει από το «Εγώ» της και να αποδεχθεί το «Εσύ». Η απάντησή της στο αίτημα του Χριστού εμπεριέχει μίσος (εθνικό) και πολύ  εγωκεντρισμό, γι’ αυτό και αρνείται να προσφέρει το οτιδήποτε, ακόμα και λίγο το νερό, το οποίο δεν της ανήκει, διότι και εκείνη το αντλεί, από το φρέαρ του Ιακώβ και όχι από το δικό της φρέαρ. «Λέγει αυτή ο Ιησούς: Δος μοι πιείν. Λέγει ουν αυτώ η γυνή η Σαμαρείτις: πώς συ Ιουδαίος ων παρ’ εμού πιείν αιτείς, ούσης γυναικός Σαμαρείτιδος; Ου γαρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις».
Η συνέχεια του διαλόγου με τη Σαμαρείτιδα επικεντρώνεται στην πραγματική λατρεία του Θεού.  Η έκβαση αυτή του διαλόγου του Ιησού Χριστού με τη Σαμαρείτιδα γυναίκα στάθηκε η αιτία της αλλαγής της ζωής της και των συγχωριανών της.  Από εκείνη τη στιγμή έπαψε να είναι η γυναίκα των πέντε ανδρών και έγινε κήρυξ και απόστολος του Ιησού Χριστού.  Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να κατανοεί τα λόγια και τις αποκαλύψεις του Κυρίου, για την προσωπική της ζωή, αφού στη συνέχεια ομολογεί στους συμπατριώτες της: «δεύτε ίδετε άνθρωπον ος είπε μοι πάντα όσα εποίησα• μήτι ούτος εστίν ο Χριστός;». Αφ’ ότου άρχισε να κατανοεί το νόημα των λόγων του Χριστού, ο οποίος της μίλησε για το «ζων ύδωρ»,  προχώρησε σε επόμενη ερώτηση, που αφορούσε τις σχέσεις Θεού και ανθρώπων και ειδικότερα στο θέμα της λατρείας του Θεού: «οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν και υμείς λέγετε ότι εν Ιεροσολύμοις εστίν ο τόπος όπου δει προσκυνείν».
 Η απάντηση του Ιησού Χριστού είναι άμεση και θέτει την ουσία του θέματος στην πραγματική του διάσταση: «έρχεται ώρα, και νυν εστίν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία• και γαρ ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν».
Ο Ιησούς Χριστός μεταθέτει το θέμα της αληθινής λατρείας του Θεού από τον τόπο στον τρόπο. Ο Θεός Πατέρας πρέπει να λατρεύεται «εν πνεύματι και αληθεία».  Αυτή η αληθινή λατρεία του Θεού είναι μεν κάτι το προσδοκώμενο και το αναμενόμενο, ως προς την πληρότητά του, αλλά ταυτόχρονα εφαρμόζεται από την παρούσα ζωή, καθώς είπε, ότι «έρχεται ώρα και νυν εστίν». 
Η λατρεία του Θεού είναι εξόχως σημαντική στη ζωή της Εκκλησίας.  Ο κάθε πιστός άνθρωπος, αισθάνεται πηγαία την ανάγκη να λατρεύει τον Θεό.  Ο Ιησούς Χριστός στο διάλογό του με τη Σαμαρείτιδα αποσυνδέει τη λατρεία του Θεού από τον τόπο και δεν δίνει κάποια ιδιαίτερη σημασία σε αυτόν. Ο τόπος της λατρείας του Θεού είναι πλέον το ίδιο το σώμα του Αναστάντος Κυρίου και αυτό φαίνεται καθαρά και στο διάλογο του Ιησού Χριστού με το μαθητή του Ναθαναήλ: «απ’ άρτι όψεσθε τον ουρανόν ανεωγότα, και τους αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επί τον υιόν του ανθρώπου» (Ιω.1,52). Αυτό δηλαδή που είναι εσχατολογικά αναμενόμενο είναι ήδη και απτή πραγματικότητα. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο τόπος της λατρείας.
Η λατρεία προσδιορίζει τις σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό. Ο άνθρωπος που πιστεύει, αισθάνεται πηγαία την ανάγκη να λατρεύει το Θεό και να προσεύχεται σ’ Αυτόν. Όσο, μάλιστα, πιο δυνατή είναι η πίστη, τόσο πιο μεγάλη είναι και η ανάγκη για προσευχή. Εξάλλου η πίστη ενός ανθρώπου υποστηρίζεται και ενισχύεται από την πίστη των άλλων. Σ’ αυτό έγκειται η σημασία της λειτουργίας και της κοινής λατρείας του Θεού.
 Ο Χριστός αποκαλύπτει στη Σαμαρείτιδα και αργότερα σε όλη τη Σαμάρεια, την αληθινή λατρεία του Θεού, η οποία πρέπει να γίνεται «εν πνεύματι και αληθεία» και ότι είναι ήδη παρούσα, αφού: «έρχεται ώρα, και νυν εστίν».  Ο Χριστός είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας, ο Σωτήρας του κόσμου και με την παρουσία του ξεκινά η πραγματική λατρεία του Θεού.
 Μία λατρεία που σύμφωνα με τη βιβλική και αγιοπατερική  αντίληψη, έχει έντονο κοινοτικό χαρακτήρα και διαμορφώνει την στάση και την προσφορά του πιστεύοντος λαού, προς τον ζώντα και αληθινό Θεό, που αποκαλύπτεται μέσα στο χρόνο και την ιστορία.
 Ο  Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, ερμηνεύει το «εν πνεύματι και αληθεία», ως τη λατρεία του Τριαδικού Θεού, του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.  Το «εν πνεύματι», είναι το Άγιο Πνεύμα, που εισέρχεται, κατοικεί και ζωοποιεί τον άνθρωπο. Το «εν αληθεία» είναι ο Υιός, ο Ιησούς Χριστός, που ενανθρώπησε και με τη σταυρική του Θυσία και την Ανάσταση οδήγησε το ανθρώπινο γένος στον Θεό Πατέρα. Ο Χριστός κατάργησε την εθνική αντίληψη της λατρείας και τον συγκεκριμένο τόπο και κατέστησε τη λατρεία του Θεού καθολική και οικουμενική. 
Ο αληθινός Θεός δεν λατρεύεται, ούτε προσκυνείται μέσα σε στενά εθνικά και τοπικά όρια.  Η λατρεία του Τριαδικού Θεού πραγματοποιείται «εν πνεύματι και αληθεία» σε όλη την οικουμένη.
 Σήμερα ο Κύριος διδάσκει την λατρεία, την προσκύνηση και την κοινή προσευχή που αναπέμπουμε προς τον Θεό, μέσα από τον διάλογό του με την Σαμαρείτιδα γυναίκα, την μετέπειτα αγία και ισαπόστολο Φωτεινή.
 Η Σαμαρείτις δεν θα μπορούσε, όμως, να δεχθεί αυτό το λυτρωτικό μήνυμα του Χριστού, όσο ζούσε με την αίσθηση και την βεβαιότητα, ότι Εκείνος αγνοούσε την προσωπική της ζωή. Γι’ αυτό ο Χριστός μεταφέρει το διάλογο σε σωτηριολογικό επίπεδο και της λέγει: «αν ήξερες τη δωρεά του Θεού και ποιος είναι αυτός που σου λέγει, δώσε μου να πιώ, τότε εσύ θα του ζητούσες τη δωρεά του Θεού  και εκείνος θα σου έδινε ζωντανό νερό…».
 Η Σαμαρείτις δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τον λόγο του Χριστού, αναφέρει ο υμνωδός. «Η δε, ως ανθρώπω διαλεγομένη και ου Θεώ, λαθείν σπουδάζουσα έλεγεν. Ουκ έχω άνδρα και ο Διδάσκαλος (απαντά) προς αυτήν λέγει. Αληθώς είπας, ουκ έχω άνδρα, πέντε γάρ έσχες, και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ». (Ιδιόμελο Εσπερινού).
 Η συνάντηση του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα χαρακτηρίζεται, ως συνάντηση  αναμορφωτική, για τον άνθρωπο και ακόμα ως συνάντηση αναγνώρισης της  προσωπικότητας και του χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου και ιδιαίτερα αυτού, που αισθάνεται το ηθικό και πνευματικό αδιέξοδο της εποχής του, αλλά και την περιφρόνηση των άλλων. 
 Ο άνθρωπος κατά βάθος έχει ανάγκη από την εκτίμηση, την αποδοχή, και την αγάπη των άλλων.   Αυτή την αγάπη εφαρμόζει και στην Σαμαρείτιδα ο Ιησούς, γι’ αυτό της απαντούσε σε κάθε ένα από τα ερώτημα που του έθετε, όπως και για τον ενδεδειγμένο τόπο λατρείας του Θεού, τον οποίο ο Χριστός εισέρχεται στην ουσία της έννοιας της λατρείας και στα θεμελιώδη γνωρίσματά της, που την καθιστούν γνήσια και ευάρεστη μπροστά στο Θεό.
 Έτσι, με την απάντηση που έδωσε στην Σαμαρείτιδα, κλείνει το κεφάλαιο της αρχαίας λατρείας και στη ζωή των ανθρώπων εισάγει μια καινούργια αντίληψη λατρείας, η οποία ειναι πνευματική και αληθινή. «Έρχεται ώρα και νυν εστίν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκηνύσουσι τω Πατρί εν πνεύματι και αληθεία»
Η λατρεία είναι κοινωνία και ένωση του ανθρώπου με το Θεό «εν προσώπω Ιησού Χριστού»  Είναι εκδήλωση αγάπης και ευγνωμοσύνης. Είναι  αίνος και  δοξολογία καρδίας. Είναι η εναπόθεση της υπάρξεώς μας στην χάρι του Θεού, δηλαδή, στην πρόνοια, στην αγάπη και στην φροντίδα Του.
Κέντρο της χριστιανικής λατρείας είναι η προσφορά της θυσίας του Χριστού, για τη σωτηρία μας, καθώς δεόμεθα «Υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας». Με τη θυσία του Χριστού τελειώνει η αρχαία λατρεία του Ισραήλ, που ήταν προορισμένη να εκφράσει και να διασώσει την ταπεινή και ελπιδοφόρα προσδοκία της σωτηρίας. Η σωτηρία του ανθρώπου, χάρη στη θυσία που ο Θεάνθρωπος προσέφερε πάνω στο σταυρό, είναι πλέον πραγματικότητα. Και ο άνθρωπος μπορεί να λάβει τους καρπούς αυτής της θυσίας μετέχοντας στη θεία Ευχαριστία.
Η κοινωνία μας με το Θεό πραγματώνεται, μέσα στον παρόντα χρόνο και μας προετοιμάζει για την αιώνια και πλήρη κοινωνία στον μέλλοντα χρόνο. Η ευχαριστιακή κοινωνία είναι το κέντρο της νέας λατρείας και η οδός, για τη νέα ζωή. Είναι η «εικών» και το «σημείον» της ουράνιας κοινωνίας και το μέσο για την επίτευξη της.
Τα ουσιώδη γνωρίσματα της καινούργιας αυτής λατρείας που εισάγει ο Χριστός είναι προσκύνηση και λατρεία «εν πνεύματι». Αυτό το νέο είδος λατρείας μπορούν να το προσφέρουν μόνο οι αναγεννημένοι «εκ του Πνεύματος» (Ιω, 3,8). Όσοι, δηλαδή, έλαβαν τη σφραγίδα Του, μετέχουν στη ζωοποιό χάρη Του και ακολουθούν τους νόμους Του.
Πνευματική λατρεία είναι εκείνη που δεν εξαρτάται και δεν περιορίζεται σε εξωτερικές ενέργειες και τύπους, αλλά πηγάζει από την ψυχή και το πνεύμα του ανθρώπου. Προσφέρεται «δια της ψυχής και της του νου καθαρότητος», όπως διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Λατρεύω τον Θεό «εν πνεύματι» σημαίνει, ότι αφιερώνω την ύπαρξη μου, τη σκέψη μου, την καρδιά μου, τη θέληση μου στον Θεό. Προσηλώνομαι και ανταποκρίνομαι ολοτελώς στην αγάπη Του. Αναδεικνύω τη ύπαρξη μου, ως θυσιαστήριο και ναό ατελεύτητης δοξολογίας του μεγαλείου του Θεού.  
Ένα άλλο σημείο της νέας λατρείας που επεσήμανε στην Σαμαρείτιδα ο Κύριος είναι το «εν αληθεία». Λατρεύω τον Θεό «εν αληθεία», σημαίνει προσκύνηση και λατρεία του Πατρός αληθινή, οντολογική. Λατρεία οντολογική σημαίνει πραγματική λατρεία. Η δυνατότητα να λατρεύουμε οντολογικά οι άνθρωποι τον Θεό, μας δόθηκε με την ενανθρώπηση και τη θυσία του Θεανθρώπου Χριστού.  
Με την Ενανθρώπιση ο Κύριος φανέρωσε το μυστήριο του Τριαδικού Θεού. Μας κατέστησε κοινωνούς της Θείας Οικονομίας Του, του σχεδίου δηλαδή της σωτηρίας μας. Προσέφερε τη σωτηρία με τη σταυρική θυσία και την ένδοξη Ανάστασή Του. Έτσι «ο Αναστάς εκ νεκρών Χριστός» είναι μυστηριακά παρών ανάμεσα μας. Μας παρέχει τη δυνατότητα να κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα Του και να γινόμαστε, με τη συμμετοχή μας αυτή, όλοι ένα και μόνο σώμα, που δοξάζει τον Πατέρα «εν Χριστώ» δια του Αγίου Πνεύματος.
 Ένα ερώτημα, που ισχύει για όλους μας είναι το εάν πραγματικά, λατρεύουμε τον Θεό «εν πνεύματι και αληθεία». Δυστυχώς οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο προσευχόμαστε και λατρεύουμε το Θεό συχνά είναι επιφανειακός και ευκαιριακός. Έχει γίνει ένας τύπος, χωρίς ουσία. Μία πράξη μηχανική. Μια συνήθεια και όχι μία προσωπική πνευματική εμπειρία.
Ναι! Πάμε στο ναό,  μετέχουμε στην θεία λειτουργία, κάνουμε προσευχές, προσφέρουμε δώρα και  τάματα.  Όλα αυτά όμως γίνονται σαν μια συμβατική και τυποποιημένη εκπλήρωση των θρησκευτικών μας καθηκόντων. Χωρίς να αναγεννιέται η ύπαρξη και να μεταμορφώνεται η ψυχή μας. Εδώ ισχύει ο λόγος του Θεού, δια Προφήτου Ησαΐου λέγοντος: «Είπε Κύριος· εγγίζει μοι ο λαός ούτος εν τω στόματι αυτού και εν τοις χείλεσιν αυτών τιμώσι με, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ’ εμού, μάτην δε σέβονταί με διδάσκοντες εντάλματα ανθρώπων και διδασκαλίας». Δηλαδή: «Ο λαός τούτος με πλησιάζει με τα λόγια του στόματος του και με τιμά μόνο με τα χείλη του, ενώ η καρδιά του είναι μακριά από μένα» (29, 13).
Είναι καιρός να αντιληφθούμε ότι ο Θεός θέλει προσευχή και λατρεία, που να πηγάζει μέσα από την καρδιά μας. Ευαρεστείται στην προσευχή που προέρχεται από τα βάθη της υπάρξεως και η οποία εκφράζει τη θερμή αγάπη και την πλήρη αφοσίωση της ψυχής μας.
Αξιώνει να του προσφέρουμε την ίδια την καρδιά μας,  για να γίνει ένοικος της καρδιάς μας και να αναδειχθεί ο πιο υπέροχος τόπος λατρείας, ο πιο περίλαμπρος ναός, που θα λατρεύεται και θα δοξάζεται. Ο ίδιος ο Θεός παραγγέλλει στην Π. Δ.: «Αγαπάν αυτόν (τον Θεό) και λατρεύειν Κυρίω τω Θεώ σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου…» (Δευ.10,12).
Ο Θεός επιζητεί ακόμη τη θέληση και τον αγώνα μας. Ευαρεστείται όχι στις υλικές προσφορές μας, αλλά με την οντολογική πίστη μας. Ο Θεός ευαρεστείται με την προσπάθεια που καταβάλλουμε για να ακολουθήσουμε το θέλημα Του και να ζήσουμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο Του, όπως επισημαίνει ο Προφήτης Ωσηέ, ότι «Έλεον θέλω και ου θυσίαν, και επίγνωσιν Θεού ή ολοκαυτώματα» Ωσηέ(6, 6).
Η μεγάλη ελπίδα του σημερινού ανθρώπου, που υποφέρει από μοναξιά και συμπιέζεται κάτω από την κυριαρχία της σύγχρονης τεχνολογίας και ιδιαίτερα της κρίσης, είναι ο δρόμος της πίστεως. Η χαρά και η ανάπαυση της προσωπικής συναντήσεως με τον Θεό. Στο χώρο της Εκκλησίας. Στο κλίμα της προσευχής. Στην ατμόσφαιρα της θείας λατρείας. Μια λατρεία όμως, που όπως ο Κύριος, την δίδαξε στην Σαμαρείτιδα και εκείνη τον υπάκουσε και έγινε η Αγία ισαπόστολος Φωτεινή, έτσι τη διδάσκει και στον κάθε χριστιανό και βεβαίως τη διδάσκει και σε εμάς σήμερα και πάντοτε, ότι πρέπει να προσφέρουμε πάντοτε τη λατρεία μας, την προσευχή μας, την ύπαρξή μας ολόκληρη στο Θεό «εν πνεύματι και αληθεία».