ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου
Η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην επίσης καταπληκτική και διδακτική παραβολή του ασώτου υιού (Λουκ.15,13-32). Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, όρισαν να είναι αφιερωμένη η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου στην συγκεκριμένη  παραβολή του Κυρίου, για να τονισθεί στους πιστούς η απύθμενη αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο και το πλούσιο έλεος της συγχώρεσης, που δίνει στους μετανοούντες ανθρώπους.
Η παραβολή που ακούσαμε σήμερα από το ευαγγελικό Ανάγνωσμα, θεωρείται από τα ωραιότερα κείμενα της παγκόσμιας φιλολογίας. Περιγράφει έναν πατέρα, ο οποίος είχε  δύο υιούς στους οποίους μοίρασε την πατρική περιουσία. Κατόπιν ο μεγαλύτερος έμεινε στο σπίτι, ενώ ο νεότερος πήρε το μερίδιό του και έφυγε σε μακρινή χώρα. Εκεί, εξόδευσε όλα όσα του δόθηκαν, δυστύχησε και υπόφερε, μη υπομένοντας τη ντροπή από τη φτώχεια. (Λουκά 15: 11 κ.ε.)

Προσεγγίζοντας κανείς την ψυχολογία των νέων ανθρώπων και την τάση που έχουν για φυγή, διακρίνει ότι έχει πολλές φορές θετικές προεκτάσεις, ένα αυτή η επιλογή, γίνει με σύνεση και με λελογισμένα. Ο κάθε νέος στην αρχή βλέπει τη ζωή θετικά. Το αρνητικό έρχεται αναπάντεχα, τον αιφνιδιάζει και είναι φορές που τον τσακίζει. Εδώ ακριβώς στηρίζεται ο άξονας της ζωής. Πόση θέληση και δύναμη διαθέτει ένας νέος, για να αντιδράσει ορθά, σε όποιο αναπάντεχο του έρθει, ώστε να βρεθεί «εις εαυτόν» , για να πάρει τις σωστές αποφάσεις.
Οι νέοι σχεδόν όλοι, αποζητούν να φεύγουν, ώστε μόνοι τους να δημιουργηθούν στη ζωή.  Η περιπέτεια είναι στο αίμα τους. Θέλουν να απομακρυνθούν από αυτό που ζουν και ξέρουν, να αναζητήσουν νέους κόσμους, να αποκτήσουν νέες εμπειρίες. Επίσης κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι επιδιώξουν να αμφισβητήσουν το παρελθόν, να αποστασιοποιηθούν από την παράδοση των παλιότερων γενεών. Μετά την πτώση του ανθρώπου, εδώ στη γη το ιστορικό γίγνεσθαι έτσι κινείται και διαμορφώνεται.  Με θετικές και αρνητικές ενέργειες και αποφάσεις. Με την υπακοή και την πειθαρχία μερικών νέων, όπως του μεγαλύτερου υιού, καθώς και με την επανάσταση και την «ασωτεία» άλλων, όπως του νεότερου υιού της παραβολής.
Επειδή θεωρώ άδικο και ανάρμοστο, να ασχολούμαστε μόνο με τη συμπεριφορά του νεότερου υιού, του εμφανούς ασώτου, αφού ό,τι είχε τα σκόρπισε αλόγιστα, είναι ανάγκη να προσεγγίσουμε και τη συμπεριφορά και του μεγαλύτερου υιού.
Σε αντίθεση, λοιπόν, με τον νεότερο υιό, ο μεγαλύτερος όντως παρουσιάζεται να είναι αυτάρκης, να προβάλει την υπεροχή του έναντι του μικρότερου αδελφού, να υπερτονίζει την πιστότητά του και τη συνέπεια στα οικογενειακά καθήκοντά του.
Σύμφωνα με όσα είπε, όταν προκλήθηκε, ως τότε ήταν το «καλό παιδί», το υπάκουο, το εργατικό, κ.ά., αποδεικνύεται, ότι  μέσω της καλής συμπεριφοράς του, επεδίωκε να μειώσει την στάση και την θέση του μικρότερου αδελφού του και να διεκδικήσει και άλλη κληρονομιά, ως αμοιβή των πράξεών του και των αρετών του.
Πράγματι, ο μεγαλύτερος αδελφός εκφράζει τον συνεπή θρησκευτικό σημερινό άνθρωπο, τον πειθαρχημένο και δίκαιο, που η ζωή του αισθάνεται να καταξιώνεται, εξαιτίας της περιπέτειας και της συμπεριφοράς του άλλου, του  «ασώτου» της παραβολής. Σχεδόν ο μεγαλύτερος φαίνεται να  εύχεται την απώλεια του νεότερου. Η αρετή γι’ αυτόν αποκτάει νόημα από την ύπαρξη του κακού, που συμβαίνει στον αδελφό του. Γι’ αυτό πολλές φορές με την αρνητική του στάση παρακινεί και ωθεί τον νεότερο στο δρόμο και στην περιπέτεια της ασωτίας. Κατά τη φυγή δεν προσπάθησε, ως μεγαλύτερος, να κάνει τίποτε, προκειμένου να συγκρατήσει τον νεότερο. Μάλλον η επιλογή της φυγής, εξυπηρετούσε τους σκοπούς του. Του άδειαζε, με σημερινές λέξεις, τη γωνιά.
Πώς αλλιώς θα μπορούσε κανείς, να αξιολογήσει τη δυσαρέσκειά, τη δυστροπία του του, για την επιστροφή του νεότερου και ασώτου πια, αδελφού του; Δεν χαίρεται την επιστροφή του χαμένου αδελφού, δεν επαινεί τη μετάνοιά του, γιατί ποτέ δεν την περίμενε και ποτέ δεν ευχόταν γι’ αυτήν. Και τώρα που επέστρεψε ο μικρός αδελφός, απέχει προκλητικά από τη χαρά και τις εκδηλώσεις της οικογενειακής γιορτής, με απερίγραπτη ανυπακοή.  
Ως τώρα απουσίαζε από την πατρική εστία ο μικρότερος υιός, τώρα είναι απών ο μεγαλύτερος και μάλιστα στην πιο κρίσιμη στιγμή, που είναι παρών ο πρώην  άσωτος, ο μεταστραφείς και μεταμεληθείς υιός, τον οποίο ο πατέρας τους, τον δέχθηκε, άνευ όρων και προϋποθέσεων.
Με βάση την Ψυχανάλυση και των δύο αδελφών, δεν είναι δύσκολο, να πούμε ότι ο μεγάλος με τη στάση του και τη συμπεριφορά του, με τον περίεργο απαιτητικό του ρόλο, εξανάγκασε τελικά τον νεότερο αδελφό, να απομακρυνθεί από το σπίτι τους, με σκοπό εκείνος να ιδιοποιηθεί και να κληρονομήσει την τεράστια πατρική περιουσία.  Το κακό έχει πάντα την αιτιολογία του. Κανένας δεν γεννιέται άσωτος. Γίνεται άσωτος μέσα στους συσχετισμούς της ζωής.
Όμως παρά ταύτα και ανεξαρτήτως των αιτίων της φυγής, η ζωή «εις χώραν μακράν» της πατρικής οικίας και παρουσίας, έχει και την τραγική της όψη. Είναι μια πικρή εμπειρία με φοβερές πολλές φορές συνέπειες. Οι λανθασμένες επιλογές, τα προσωπικά λάθη, είναι μια εμπειρία, που βαθαίνουν τη ζωή και μας κάνουν σοφότερους. Πότε όμως; Αν οδηγήσουν στη μετάνοια και στην επιστροφή. Όποιος επιμείνει να ζει «εις χώραν μακράν», «ζων ασώτως», τότε οι αρνητικές συνέπειες είναι ραγδαίες και καταστροφικές.
Η εικόνα του μικρότερου υιού στη χώρα της ασωτίας είναι φριχτή. «Διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως» και κατά συνέπεια κινδυνεύει η ζωή του από τον «ισχυρόν λιμόν» που ξέσπασε στην χώρα εκείνη.
Ξενιτειά, εδώ στην παραβολή μας, δεν σημαίνει πλουτισμός, σημαίνει «λιμός» στην πιο ουσιαστική του υπαρξιακή έκφραση. Βιώνει, ο νέος τούτος, μια ζωή ατελέσφορη. Χάνει το κύρος και το όνομα που είχε.  Στερείται τα πάντα και υποδύεται τον χοιροβοσκό. Από κληρονόμος ενός πλουσίου πατέρα, επιζητά τώρα να γίνει ένας έσχατος μισθωτός. Γυμνός, ασθενής, συντετριμμένος και περιφρονημένος, περιφέρει «εις χώραν μακράν» την αποτυχία του και την ασωτία του. Άλλη λύση δεν υπάρχει, ή ο επικείμενος θάνατος ή η επιστροφή.
Η παραβολή καταλήγει στην επιστροφή. Ο λόγος του Θεού ποτέ δεν είναι αρνητικός. Μέσα στα υπαρξιακά και ιστορικά αδιέξοδα προβάλλει η αχτίδα της πατρικής αγάπης. Αυτό είναι το σταθερό σημείο και το σταθερό δεδομένο της παραβολής. Από κει ξεκινάει η έξοδος, παρεμβαίνει η σκληρή εμπειρία της ασωτίας, και προβάλλει, ως πρόκληση και πρόσκληση η αναγκαιότητα της επιστροφής. Ποτέ δεν μπορούμε να φαντασθούμε έναν «Οδυσσέα» να παραμένει παθολογικά στην ιστορική του περιπλάνηση. Η Οδύσσεια καταξιώνεται με την επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη του, για να αντιμετωπίσει, ως άνδρας πλέον τους μνηστήρες της γυναίκας του και της βασιλείας του.
Ο άσωτος κινδυνεύει με θάνατο, αν παραμείνει στην ξένη γη και χώρα, αν δεν επιστρέψει στην οικία του πατρός, στην πατρική αγκάλη.
Η παραβολή καταξιώνει τελικά τον άσωτο υιό. Δεν επαινείται ο πρεσβύτερος για τη στάση του, αλλά ο νεότερος για τις επιλογές του. Και αυτό είναι, πράγματι, ένα θρησκευτικό σκάνδαλο. Η επιβράβευση, ασφαλώς, δεν γίνεται για την επανάστασή του ή για την ασωτία του, αλλά για την μετάνοια και την επιστροφή του.
Ο πρεσβύτερος τίθεται σε κρίση, όχι ασφαλώς για τη συνέπεια στις υποχρεώσεις του ή για την πιστότητά του στις οικογενειακές αρχές, αλλά για τη σκληροκαρδία του και για την έλλειψη κατανόησης και αγάπης προς τον αδελφό του.
Γι’ αυτό τούτη η παραβολή επελέγη από τους άγιους Πατέρες της Εκκλησία να αναγιγνώσκεται κατά την περίοδο αυτή, εν όψει της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και των γεγονότων του Πάσχα, ως πρόσκληση για μετάνοια και επιστροφή, κατά τον τύπο του ασώτου υιού. Διότι όλοι μας είμαστε λίγο, ως πολύ άσωτοι, είτε όπως ο μεγαλύτερος υιός, είτε όπως ο νεότερος. Όλοι μας έχουμε κάνει τις επαναστάσεις μας και τις εξόδους μας. Όλοι έχουμε την εμπειρία της προσωπικής πνευματικής μας περιπέτειας. Αυτό είναι δεδομένο. Το ζητούμενο είναι, αν θα επιστρέψουμε και πάλι στη δικιά μας Ιθάκη, στη δική μας πατρογονική χώρα, στην αγκαλιά του καρτερικού και φιλόστοργου πατέρα.
Αγαπητοί μου!
Το πιο σημαντικό δίδαγμα που βγαίνει από την παραβολή είναι, ότι το ενδιαφέρον τελικά δεν επικεντρώνεται ούτε στην αποστασία ούτε στη μετάνοια και επιστροφή του ασώτου, χωρίς να αναθεωρούνται αυτά. Όμως το μεγάλο μήνυμα της σημερινής παραβολής βρίσκεται στο γεγονός της πατρικής αγάπης και στη δυνατότητα επιστροφής, που προσφέρει αυτή η αγάπη, αφού η πατρική οικία παραμένει ακόμη γι’ όλους ανοιχτή.
Διότι, δυστυχώς, πολλές φορές υπάρχει και η άλλη σκληρή πραγματικότητα. Συχνά επιστροφές δεν γίνονται αποδεκτές. Η πατρική οικία και αγκάλη είναι ερμητικά κλειστές και η μορφή της ασωτίας κορυφώνεται τότε, στην αποπομπή και στην τραγική απόρριψη. Πολλές φορές οι οικογένειες, ιδιαίτερα οι «ενάρετες», είναι κλειστές.
Η αγκάλη του πατέρα της παραβολής, όμως, είναι ανοιχτή. Συνεχίζει να αγαπά, ελπίζει και προσμένει. Αυτό είναι το ζητούμενο και το θαυμαστό δίδαγμα της παραβολής. Η αγάπη και η κατανόηση του πατέρα είναι η μόνιμη πρόσκληση διαρκείας για επιστροφή.
Η αγάπη και το έλεος του Θεού είναι ένα από το μεγαλύτερο αγαθό  της ζωής. Αυτό που αναμένεται πλέον είναι η δικιά μας μετάνοια και επιστροφή.
Ακούστε πόσο εύηχα, έμμετρα και γλαφυρά το λέει ο ποιητής.
«Της πατρικής δωρεάς διασκορπήσας τον πλούτον, αλόγοις συνεβοσκόμην ο τάλας κτήνεσι, και τοις αυτών ορεγόμενος τροφής, ελίμωττον μη χορταζόμενος αλλ' υποστρέψας προς τον εύσπλαχνον Πατέρα, κραυγάζω συν δάκρυσι. Δέξαι με ως μισθίον, προσπίπτοντα τη φιλανθρωπία Σου, και σώσον με».