ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ
Το Γενέσιον της Θεοτόκου
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου
Σύμπας ο ορθόδοξος λαός καλείται την φετινή Κυριακή της 8ης Σεπτεμβρίου του δισχιλιοστού δεκάτου τρίτου σωτηρίου έτους,  να εορτάσει συγκυριακά  αφ’ ενός μεν, τα προεόρτια της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού  και αφ’ ετέρου δε, την Γέννηση της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Η Αγία Εκκλησία προβαίνει στην προετοιμασία των πιστών, δια να φθάσουν να τιμήσουν και να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου, ώστε να αντλήσουν δύναμη και χάρη από αυτόν. Η μεγάλη αυτή εορτή δίνει επίσης την ευκαιρία σε όλους μας να σκεφτούμε τις αλήθειες της πίστης μας, οι οποίες είναι συνυφασμένες με τη θεολογία του Σταυρού.
Η Ορθόδοξος Εκκλησίας μας, η οποία διασώζει ανόθευτη την βιβλική και πατερική διδασκαλία, αποδίδει την προσήκουσα τιμή στο Σταυρό του Χριστού, ως το κατ’ εξοχήν όργανο και σύμβολο της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Σε αντίθεση με τα ποικίλα ετερόδοξα δόγματα, δεν αποδίδουν καμία τιμή στον Τίμιο Σταυρό, όπως ο Προτεσταντισμός, είτε τον πολεμά ευθέως, ως ειδωλολατρικό σύμβολο, όπως οι Mάρτυρες του Ιεχωβά.
Ο Σταυρός και Ανάσταση αποτελούν τους άξονες πάνω στους οποίους κινείται η ζωή των πιστών χριστιανών. Η Ανάσταση έπεται του Σταυρού και ταυτόχρονα προϋποθέτει το Σταυρό, ενώ ο Σταυρός προμηνύει την Ανάσταση. Χωρίς Σταυρό δεν θα υπήρχε η Ανάσταση. Με βάση τις αρχές αυτές αναπτύσσεται η θεολογία του Σταυρού και η σωστική του επενέργεια για τη σωτηρία των ανθρώπων.
Ο απόστολος Παύλος, τονίζει στις επιστολές του, ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι για τον ίδιο και για τους πιστούς καύχηση. Γράφει: «εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι, ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Γαλ.6:13), διότι «ο λόγος γαρ ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστί» (Α΄ Κορ. 1:17)
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχοντας υπόψη τους την αλήθεια της Παύλειας θεολογίας, εμβάθυναν και διαμόρφωσαν την διδασκαλία της θεολογίας του Σταυρού, ο οποίος είναι άμεσα συνυφασμένος με τον Κύριο Ιησού Χριστό, αφού από Εκείνον αντλεί την ανίκητη δύναμή του, τον αγιασμό και τη χάρη. Γι’ αυτό και δεν είναι έκφραση ή πράξη ειδωλολατρίας η προσκύνησή του από τους πιστούς, διότι προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού, σημαίνει προσκύνηση του ιδίου του Χριστού, του Οποίου είναι το σημείο της απολυτρωτικής Του θυσίας.
Όντως ο Σταυρός μέχρι το σταυρικό θάνατο του Χριστού ήταν το όργανο του κακού και χρησιμοποιούνταν για την καταστροφή και το θάνατο. Αφότου, όμως, ο Θεός καταδέχτηκε να καρφωθεί και να πεθάνει πάνω σ’ αυτόν μεταβλήθηκε σε όπλο εναντίων εκείνων που το χρησιμοποιούσαν. Η Εκκλησία μας ψάλλει θριαμβευτικά: «Κύριε όπλον κατά του διαβόλου τον σταυρόν Σου ημίν δέδωκας, φρύττει γαρ και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησεν».
Στο γεγονός του «καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησεν», συνέβαλε το Πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, η Παναγία Μητέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δια της Οποίας «ανέτειλεν ο ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο Θεός ημών» και της Οποίας το Γενέσιον ευλαβώς και πανηγυρικώς και εν κατανύξει εορτάζουμε.
Η εορτή της Γεννήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι η πρώτη Θεομητορική εορτή του Εκκλησιαστικού έτους. Η Γέννηση της Θεοτόκου είναι όντως μεγάλο δώρο του Θεού, όχι μόνο στους γονείς της, τον Ιωακείμ και την Άννα, που δεν μπορούσαν, να τεκνοποιήσουν, αλλά είναι το πιο μεγάλο δώρο του Θεού, σε όλο τον κόσμο, διότι το γεγονός της Γεννήσεώς Της είναι το προμήνυμα της σωτηρίας του κόσμου, γι’ αυτό και ο υμνωδός λέγει «Η γέννησίς σου, Θεοτόκε χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη…».
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκει τη σύνδεση της Παναγίας με το σχέδιο της Θείας Οικονομίας και τον άνθρωπο. Την θεωρεί δε, ως τον καλύτερο, καθαρότερο και εξοχότερο καρπό της ανθρώπινης ιστορίας και της αναζητήσεως του Θεού από τον άνθρωπο. Της αναζητήσεως του έσχατου νοήματος, του έσχατου περιεχομένου της ζωής του άνθρωπου, που είναι η εκπλήρωση των επαγγελιών του Θεού, καθ’ ότι μετά από λίγα χρόνια, το νήπιο που γεννήθηκε από τον Ιωακείμ και την Άννα, θα γεννήσει το Σωτήρα Χριστό, θα γεννήσει τον  «ήλιο της δικαιοσύνης», που είναι  «Χριστός ο Θεός ημών».
Ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας σημειώνει: «Σήμερα ολόκληρη η κτίση ένιωσε τον εαυτό της καλύτερο και λαμπρότερο, αφού έλαμψε το κοινό στολίδι του σύμπαντος, διότι γεννήθηκε, όχι απλώς η Παρθένος, αλλά μάλλον η οικουμένη ολόκληρη».
Ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός στο κοντάκιο της εορτής αναφέρει, ότι «ο Αδάμ και η Εύα ελευθερώθηκαν από τη φθορά του θανάτου με τη θεία γέννησή σου, Άχραντε». Η Θεοτόκος είναι το μεταίχμιο μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Διότι για την Παλαιά Διαθήκη  αποτελούσε το κήρυγμα των προφητών, την προσδοκία των δικαίων, ενώ για την Καινή Διαθήκη, γίνεται «ο γλυκασμός των αγγέλων», «η δόξα των αποστόλων», «το θάρρος των μαρτύρων», «το εντρύφημα των οσίων», «το καύχημα του ανθρωπίνου γένους», γι’ αυτό την μακαρίζουν «πάσαι αι γενεαί».
Σύμφωνα με τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, η Θεοτόκος είναι το σημείο εκείνο στο οποίο κατατείνει ολόκληρη η κτίση, ως «ο καρπός των κτισμάτων».  «Το καινότατον αυτό δημιούργημα» δεν ήταν η καλύτερη γυναίκα στην γη, ούτε απλά η καλύτερη γυναίκα όλων των εποχών, αλλά ήταν Αυτή η μοναδική γυναίκα και άνθρωπος, που μπόρεσε να κατεβάσει τον ουρανό στη γη, να κάνει το Θεό, άνθρωπο. Ο δημιουργός, Θεός Λόγος,  έπλασε την ανθρώπινη φύση, έτσι ώστε, όταν θα χρειαζόταν να γεννηθεί, να λάβει από αυτήν, από την Μητέρα Του. Ο αόρατος και αθέατος Θεός, προ Αυτής και τώρα δι’ Αυτής, έρχεται επί γης και γίνεται ορατός. Ενώνεται και κοινωνεί με την κτίση, με έναν ουσιαστικότερο και πιο ενοειδή τρόπο. Ενώνει διά της ανθρωπίνης φύσεώς Του, όλη την κτίση στην υπόστασή Του και τη θεώνει. Ο απερίγραπτος και ακατάληπτος Θεός λαμβάνει «δούλου μορφήν» (Φιλιπ. 2,7), ανθρώπινη σάρκα και λογική ψυχή, συναναστρέφεται με τους ανθρώπους και περπατά πάνω στη γη. Ο «αχώρητος παντί» θα χωρέσει στην παρθενική μήτρα της Θεοτόκου, ώστε η Παναγία Μητέρα Του να καταστεί η «χώρα του Αχωρήτου».
Στον Χριστιανισμό της Δύσεως ή ευλάβεια προς την Παναγία περιστράφηκε γύρω από την αειπαρθενία της, ενώ η ευλάβεια και η σκέψη της Ορθοδοξίας επικεντρώθηκε στη Μητρότητά Της, στη σχέση σαρκός και αίματος, που είχε με τον Ιησού Χριστό. Η Ορθοδοξία χαίρεται, για το γεγονός ότι ο ρόλος του ανθρώπου είναι σημαντικός στο Θείο σχέδιο της σωτηρίας. Ο Υιός του Θεού έρχεται στη γη, ο Θεός εμφανίζεται, για να λυτρώσει τον κόσμο, γίνεται άνθρωπος, για να ενσωματώσει τον άνθρωπο στη θεϊκή του κλήση και σ' αυτό συμμετέχει ολόκληρη η ανθρωπότητα.
Αν αντιληφθούμε, ότι η κοινή φύση του Χριστού με τη δική μας, είναι η μεγαλύτερη χαρά και το μεγαλύτερο βάθος του Χριστιανισμού, ότι ο Χριστός είναι γνήσιος άνθρωπος κι όχι κάποιο φάντασμα ή κάποιο ασώματο φαινόμενο, ότι είναι κάποιος από μας και παραμένει αιωνίως ενωμένος μαζί μας, μέσω της ανθρώπινης φύσεώς Του, τότε η ευλάβεια προς την Παναγία, γίνεται κατανοητή, επειδή Αυτή του προσέφερε την ανθρώπινη φύση, τη σάρκα και το αίμα Του. Αυτή δίνει τη δυνατότητα στο Χριστό να ονομάζεται πάντοτε «Υιός του  Ανθρώπου».
Η γέννηση της Θεοτόκου δεν προήλθε, από άσπιλη σύλληψη, όπως πιστεύει η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αλλά με τη φυσική συνεύρεση του Ιωακείμ και της Άννας.
Η Παρθένος συνελήφθη «σωφρόνως εν τη νηδύϊ της Άννας εξ Ιωακείμ». Είναι εσφαλμένη  η διατύπωση των δογμάτων του Ρωμαιοκαθολικισμού, περί της «ασπίλου συλλήψεως» της Θεοτόκου. Σύμφωνα με αυτή τη διδασκαλία,  η Θεοτόκος ήταν απαλλαγμένη, όχι μόνον των προσωπικών αμαρτιών, αλλά και αυτού του μεταδιδομένου προπατορικού αμαρτήματος, δια της φυσικής  γεννήσεως, εις πάντας τους ανθρώπους. Η διδασκαλία αυτή, επί αιώνες απερρίπτετο και από μεγάλους θεολόγους της ίδιας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, όπως ο Θωμάς ο Ακινάτης κ.ά. Διότι εκτός του ότι δεν στοιχειοθετείται, ούτε  στην Αγία Γραφή,  ούτε στην Πατερική Παράδοση, μειώνει και προσβάλλει τη μοναδικότητα της υπερφυούς Γεννήσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Μόνον ο Χριστός γεννήθηκε ασπίλως, διακόπτοντας την δια της φυσικής γεννήσεως διαδοχική μετάδοση του προπατορικού αμαρτήματος, διότι η δική Του σύλληψη δεν ήταν φυσική, αλλά υπερφυσική, δεν συνελήφθη «εκ θελήματος» και εκ της συνάφειας ανδρός και γυναικός, αλλά ασπόρως «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου». 
Η Υπεραγία Θεοτόκος ήταν «απείρανδρος» και «απειρόγαμος», δεν είχε δηλαδή πείρα ανδρός και γάμου, και ήταν ακόμη «άνανδρος», αφού ουδέποτε είχε σύζυγο ή άνδρα. Ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ,  ήταν απλώς προστάτης και κηδεμών, γι αυτό και όταν διαπίστωσε, ότι ήταν έγκυος, μη γνωρίζων ακόμη τη θαυμαστή, εκ Πνεύματος Αγίου σύλληψη,  «εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν» (Ματθ. 1, 18- 19).
Όμως, δεν συνέβη το ίδιο και με τη σύλληψη και τη γέννηση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εγεννήθη βέβαια με θαύμα από στείρους και ηλικιωμένους γονείς, τον Ιωακείμ και την Άννα, όμως όλα τα άλλα, έγιναν με τη φυσική τάξη.  Υπήρξε, δηλαδή, συνάφεια ανδρός και γυναικός, συζυγία και σπορά. Η Άννα, η μητέρα της Θεοτόκου, δεν ήταν απείρανδρος, ούτε απειρόγαμος ή άνανδρος, ούτε παρθένος. Είχε σύζυγο, τον Ιωακείμ.  Η σύλληψη της Υπεραγίας Θεοτόκου δεν ήταν άσπορος, αλλά εκ σπέρματος του πατρός της Ιωακείμ, όπως όλων των ανθρώπων. Γι αυτό και μεταδόθηκε και εις Αυτήν το προπατορικό αμάρτημα. Η μόνη άσπιλος και υπερφυής σύλληψη είναι η εκ Πνεύματος Αγίου και άνευ σποράς σύλληψη και γέννηση του Θεανθρώπου Χριστού, εκ της Παρθένου Μαρίας. Είναι ο μόνος αναμάρτητος, καθ όλα, ο τελείως και απολύτως αναμάρτητος. Η Υπεραγία Θεοτόκος είναι σχετικώς αναμάρτητη, ως μετέχουσα του προπατορικού αμαρτήματος.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, υμνούν με εγκωμιαστικούς λόγους και ύμνους την Υπεραγία Θεοτόκο, στους οποίους την ονομάζουν «κοινόν των γυναικών καύχημα» και «δόξαν του θήλεος», «σεμνόν κειμήλιον απάσης της οικουμένης» και «σκήπτρον της ορθοδοξίας». Αλλά και η ευσέβεια των πιστών συνέθεσε κι αφιέρωσε στη Μητέρα του Θεού ποιητικούς ύμνους, που βρίσκονται θησαυρισμένοι στην εκκλησιαστική υμνολογία. Όχι μόνο στις Θεομητορικές εορτές αντηχούν στους ορθόδοξους ναούς οι ύμνοι της Παναγίας, αλλά και κάθε Κυριακή και κάθε γιορτή ακούγονται ύμνοι, που ονομάζονται «Θεοτοκία». Οι ύμνοι δηλαδή προς τη Θεοτόκο, με τους οποίους κλείνει κάθε σειρά ή ομάδα τροπαρίων. Κάθε τροπάριο, του οποίου προηγείται το, «Και νυν και αεί…» είναι «Θεοτοκίο».   Αλλά η Εκκλησία, σ’ έναν μονολεκτικό τίτλο ερμήνευσε όλο το μυστήριο του προσώπου και του έργου της Παρθένου Μαρίας.  Η τρίτη οικουμενική Σύνοδος, ασχολήθηκε με τον χαιρετισμό της Ελισάβετ και τη διδασκαλία των μεγάλων Πατέρων και απεφάνθη για την αγία Παρθένο ότι «ομολογούμε πως η αγία Παρθένος είναι Θεοτόκος, επειδή πραγματικά ο Λόγος του Θεού και Θεός, έλαβε σάρκα κι έγινε άνθρωπος».
Το «Θεοτόκος», είναι ο ιερός τίτλος της αγίας Παρθένου Μαρίας, που εκφράζει και ερμηνεύει το μυστήριο της πίστεως. Το «Θεοτόκος» είναι το κλειδί της Ορθοδοξίας. Σε κάθε ιερή Ακολουθία, όταν ακούμε το όνομα της Θεοτόκου, κάνουμε το σημείο του σταυρού. Αυτό είναι παράκληση, συνάμα δε και ομολογία.
Παρακαλούμε και ικετεύουμε την Υπεραγία Θεοτόκο, να πρεσβεύει, για μας στον Υιό της και Σωτήρα του κόσμου.  Ενώ συγχρόνως ομολογούμε ότι εκείνη, που της ζητούμε τις πρεσβείες Της, είναι η Μητέρα του Θεού, γιατί ο Ιησούς Χριστός, ο υιός Της, είναι ο Θεός, που έλαβε σάρκα κι έγινε άνθρωπος, για μας. Ο άγιος Κύριλλος ο αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας λέγει, ότι η Θεοτόκος είναι η Εκκλησία, η δε Εκκλησία είναι ο ουρανός και η γη, όλος δηλαδή ο κόσμος. Κάθε φορά λοιπόν που ακούμε το όνομα Θεοτόκος και κάνομε το σταυρό μας, εκφράζουμε την ορθόδοξη πίστη μας, «ομολογούμεν την αγίαν Παρθένον Θεοτόκον», της οποίας το «Γενέσιον εορτάζομεν».
Η εορταστική ατμόσφαιρα της κατάνυξης και της χαρμολύπης που δημιουργεί στην ψυχή μας η παρουσία και η θέα του Τιμίου Σταυρού, καθώς και η ιερή Εικόνα της Γεννήσεως της Θεοτόκου, σε συνδυασμό με το βαθυστόχαστο περιεχόμενο της Ορθόδοξης υμνολογίας,  μας κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή τα προβλήματα της ζωής, δηλαδή να υπομένουμε τον προσωπικό μας σταυρό (Ματθ.16:24), ελπίζοντας στην επερχόμενη ανάσταση, μεταφορικά και κυριολεκτικά, δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, της οποίας το Γενέσιον εορτάζουμε και με τη δύναμη του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, καθότι κατά τον ιερό Χρυσόστομο «σταυρός το καύχημα των εις αυτόν ηλπικότων και απαρχή των επιγενομένων ημίν αγαθών».