ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΛΟΥΚΑ


ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΛΟΥΚΑ
«καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως».
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου
Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας είναι ένα τμήμα από την «επί του Όρους Ομιλία του Κυρίου», την οποία  ο Κύριος στο όρος της Γαλιλαίας παραδίδει στους μαθητές του και στον λαό που τον ακούσει με πολύ προσοχή, τον τέλειο νόμο της Καινής Διαθήκης. Στο τμήμα αυτό της «επί του όρους ομιλίας» ο Κύριος κάνει μία σύγκριση ανάμεσα στην υποκριτική αγάπη του κόσμου και στην αυθεντική αγάπη που πρέπει να έχουν οι άνθρωποι μεταξύ τους.
Ο Χριστός, λέγοντας «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως», ζητά την ανιδιοτελή αγάπη, και όχι την ψεύτικη συμφεροντολογική αγάπη του κόσμου, η οποία δεν έχει πνευματική αξία. Διότι ποια αξία έχει να κάνεις το καλό επειδή περιμένεις ανταπόδοση; Η αγάπη αξίζει µόνο όταν την κάνεις για τον Θεό, χωρίς να υπολογίζεις ποιος είναι ο αποδέκτης της αγάπης σου. Η αγάπη που ζητά ο Χριστός πρέπει να αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους, ακόμη και τους δύστροπους, τους άδικους ή ακόμα και τους εχθρούς.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ερμηνεύων την ίδια περικοπή, λέγει ότι  Αυτός ο οποίος ενεφανίσθη σε εμάς με σάρκα, ζητεί από εμάς αυτά που εφθάρησαν, για να αναπλάσει, εκείνα ακριβώς που ενέβαλε στις ψυχές μας, όταν στην αρχή μας έπλασε. Αυτό το διδάσκει η σημερινή αναγιγνωσκόμενη και προβαλλόμενη περικοπή του Ευαγγελίου, που λέγει ότι «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως».
Όντως, αυτός ο λόγος του Χριστού εμπερικλείει  κάθε αρετή, κάθε εντολή και κάθε καλή πράξη και γνώμη και γι’ αυτό, αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, ότι  «ούτος γαρ εστίν ο νόμος και οι προφήται». Πράγματι σε άλλο σημείο είπε, ότι σε δύο εντολές, στην προς Θεόν και προς τον πλησίον αγάπη «κρέμανται όλος ο νόμος και οι προφήται». Τώρα όμως, λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «συνήγαγε τα πάντα σε ένα και συμπεριέλαβε όχι μόνον την κατά τον νόμον και τους Προφήτες αρετήν, αλλά και κάθε αγαθοεργίαν, γενικώς μεταξύ των ανθρώπων· διότι τώρα νομοθετεί όχι σε ένα γένος μόνον, αλλά σε όλην την οικουμένην, ή μάλλον σε όσους συνδέονται με αυτόν δια της πίστεως, από κάθε έθνος κάτω από τον ουρανόν».
Στο παρόν ευαγγελικό ανάγνωσμα ο Κύριος έδειξε τον έμφυτο νόμον, που έχουν αναγραφεί όλα τα ευαγγελικά παραγγέλματα που οι πιστοί πρέπει να προσαρμόσουμε την πνευματική μας πορεία με αυτό που  ορίζει και διδάσκει ο Χριστός.
Πρέπει, δηλαδή, να συμβιώνουμε σύμφωνα με αυτά τα παραγγέλματα.  Διότι με το να πρέπει να κάνουμε αγαθά έργα και να έχουμε καλή συμπεριφορά προς όλους, όπως και προς τον εαυτό μας, είναι έμφυτο σε εμάς, επειδή όλοι έχουμε πλασθεί «κατ’ εικόνα» του Όντως αγαθού, που είναι ο Δημιουργός του Σύμπαντος κόσμου.
Δυστυχώς για τον άνθρωπο, από την στιγμή που εισήλθε μέσα του η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβησε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπη την αλλοίωσε και την διαστρέβλωσε. Επομένως, αφού ο Χριστός είναι αυτός που κενωθείς, ανακαινίζει την φύση μας και την οδηγεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους στις καρδίες μας, λέγων «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα».
Με άλλα λόγια ο Χριστός λέγει, δια του Ευαγγελίου, ότι όποιος με πιστέψει και με ακολουθήσει, θα λάβει την χάρη που ενώνει με εμέ, εάν τηρείτε τις εντολές μου. Εάν όμως πράττετε τα έργα των αμαρτωλών, αγαπάτε δηλαδή αυτούς που σας αγαπούν και ευεργετείτε αυτούς που σας ευεργετούν, δεν θα αποκτήσετε από αυτά καμία παρρησία προς εμέ. Και δεν τα λέγει αυτά αποτρέποντάς μας από το να αγαπούμε αυτούς που μας αγαπούν και από το να ευεργετούμε αυτούς που μας ευεργετούν, και από το να δανείζουμε σε αυτούς οι οποίοι πρόκειται να μας τα επιστρέψουν, αλλά εννοεί ότι το καθένα από αυτά δεν έχει μισθό, επειδή λαμβάνει την ανταπόδοση και δεν αποφέρει καμία χάρη στην ψυχήν, ούτε την καθαρίζει από την αμαρτίαν, η οποία την έχει κηλιδώσει.
Όμως, παρά το ότι δεν προξενούν αυτά, όταν υπάρχουν, κανένα κέρδος, καμία χάρη στην ψυχή, ως αιώνια ανταπόδοση, όταν όμως απουσιάζουν, επιφέρουν κατάκριση και ζημία. Διότι αυτοί που δεν ανταποδίδουν την αγάπη, ούτε σε εκείνους που τους αγαπούν και ενδιαφέρονται, είναι χειρότεροι και από τους τελώνες και τους αμαρτωλούς. Η πραγματική αγάπη είναι πάντοτε συνυφασμένη με την προσφορά, τη θυσία, την ανιδιοτέλεια. Αγάπη είναι να χαίρεσαι με αυτόν που χαίρεται και να λυπάσαι με αυτόν που πονά. Αυτός που αγαπά ανέχεται τον άλλο με τις ατέλειές του, χωρίς να τον περιφρονεί, χωρίς καν να τον κάνει να νιώθει άσχημα για αυτό που είναι. Όταν αγαπάς ενδιαφέρεσαι τι θα γίνει ο άλλος, χωρίς όμως αυτό το ενδιαφέρον να γίνεται καταπίεση και επιβολή. Και αυτό, διότι η πραγματική αγάπη εμπεριέχει τον σεβασμό της ελευθερίας του άλλου, την εκτίμηση προς την προσωπικότητά του. Ανθρώπινες σχέσεις, χωρίς αγάπη, είναι ανάπηρες σχέσεις. Με την αγάπη τα λίγα αγαθά επαρκούν. Χωρίς αγάπη δε φτάνουν ούτε τα πολλά. Με την αγάπη μπορούν να βρεθούν λύσεις σε όλα τα ανθρώπινα προβλήματα, χωρίς αγάπη τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται και διογκώνονται.
Ο άνθρωπος χωρίς αγάπη για το συνάνθρωπο είναι καταδικασμένος να γίνει μισάνθρωπος, να οδηγηθεί στην ψυχική ερήμωση και το μαρασμό. Κανένας συγκινησιακός κραδασμός δε δονεί τις χορδές της ευαισθησίας του. Η έννοια της αγάπης είναι πολύ πλατιά. Γιατί αγάπη δε σημαίνει «αγαπώ» όποιον έχει το ίδιο χρώμα ή την ίδια οικονομική άνεση μ' εμένα. Σημαίνει ενδιαφέρομαι και συμπαραστέκομαι σ' όλους τους ανθρώπους, χωρίς υστεροβουλίες και προκαταλήψεις, χωρίς προσδοκίες ανταπόδοσης. «Αγαπώ» δε σημαίνει υπερασπίζομαι τον ισχυρότερο, αλλά τον δικαιότερο, που συχνά μπορεί να είναι ο αδυνατότερος κι ο πιο αδικημένος. Και «φίλοι» μου δεν είναι μόνο αυτοί από τους οποίους μπορώ ν' αποκομίσω κέρδος αλλά κάθε άνθρωπος που μου προσφέρει τη φιλία του. Γιατί ο κόσμος δεν αποτελείται από το σπίτι μας, το σχολείο, το χώρο δουλειάς μας, άρα η αγάπη μας πρέπει να λειτουργεί χωρίς σύνορα και διακρίσεις.
Είναι εξαιρετικά ωφέλιμο να μελετήσει και να εμβαθύνει κανείς στο παρακάτω κείμενο της Επιστολής του Αποστόλου Παύλου, προς τους Κορινθίους, που έχει ονομασθεί, ως ο ύμνος της αγάπης. Γράφει, λοιπόν, ο Παύλος: «Αν τις γλώσσες των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αλλά αγάπη δεν έχω, έχω γίνει χαλκός που ηχεί ή ένα κύμβαλο που αλαλάζει. Και αν έχω προφητεία και ξέρω τα μυστήρια όλα και όλη τη γνώση, και αν έχω όλη την πίστη, ώστε όρη να μετακινώ, αλλά αγάπη δεν έχω, τίποτα δεν είμαι. Και αν δώσω για τροφή όλα τα υπάρχοντά μου και αν παραδώσω το σώμα μου, για να καώ, αλλά αγάπη δεν έχω, τίποτα δεν ωφελούμαι. Η αγάπη μακροθυμεί, συμπεριφέρεται με χρηστότητα η αγάπη, δε ζηλεύει, η αγάπη δε καυχιέται, δε φουσκώνει από υπερηφάνεια, δε συμπεριφέρεται άσχημα, δε ζητά τα δικά της, δεν παροξύνεται, δε λογίζεται το κακό, δε χαίρει για την αδικία, συγχαίρει όμως στην αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν πέφτει.» (Α΄ Κορ. Ιγ΄ 1-8).
Η αγάπη είναι η αρετή που δημιουργεί ενότητα Θεού και ανθρώπων.  Είναι η πορεία προς την βασιλεία Του, είναι η οδός προς την θεανθρώπινη κοινωνία, είναι η δυνατότητα της χριστοποιήσεώς μας. Η αγάπη είναι η πραγμάτωση της ζωής, ενώ το μίσος, είναι πράξη αυτοκτονίας και θανάτου. Ο όσιος Θαλάσσιος λέγει ότι «αν η αγάπη είναι η ζωή, τότε το μίσος είναι  θάνατος».
Η άρνηση της αγάπης ταυτίζεται με το μαρτύριο της κολάσεως ή με την ίδια την κόλαση, με την απύθμενη απομόνωση, όπως την ορίζει ο Ντοστογιέφσκι, που λέγει ότι «κόλαση είναι το μαρτύριο του να μην αγαπά κανείς».
Αντίθετα η αγάπη είναι χάρις, ευλογία και δωρεά του άγιου Πνεύματος. Είναι έκφραση αγιοπνευματικής ζωής και βιωτής, στην οποία καλείται ο κάθε πιστός να «εγγραφεί», ως μαθητής του μόνου αυθεντικού Διδασκάλου  Ιησού Χριστού, διευρύνοντας την έννοια της μαθητείας πέρα από τους Δώδεκα Μαθητές και Αποστόλους, διότι η χαρισματικότητα και η λειτουργικότητα της αποστολικότητας απευθύνεται σε κάθε μέλος της Εκκλησίας του Χριστού.
Όσοι  αποφασίζουμε  να διακονούμε την Εκκλησία, αναλαμβάνουμε να διακονούμε αυτή την ίδια την αγάπη, η οποία θα μας συνέχει σε διαρκή ενότητα με τον συνάνθρωπο και σε διαρκές βίωμα πνευματικότητας, αγιότητας και ζωής, που είναι το ζητούμενο του ιερού κειμένου του Ευαγγελικού αναγνώσματος της ημέρας, που παραγγέλνει να πραγματοποιηθεί η βίωση της αγάπης.
Ο κάθε πιστός που βιώνει την αγάπη και κατ’ επέκταση τη διακονία, δεν βιώνει μια απλή αρετή. Βιώνει την «μείζονα των αρετών», κατά την έκφραση του αποστόλου Παύλου. Ο ίδιος ο Κύριος, απαντώντας στην ερώτηση των Φαρισαίων περί της σπουδαιότερης εντολής απάντησε: «Αγαπήσεις κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου… και αγαπήσεις τον πλησίον σον ως σεαυτόν. Εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος κρέμαται και οι προφήται».
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέγει ότι αυτός που ομιλεί για την αγάπη, ομιλεί για τον ίδιο τον Θεόν. Η ανάπτυξη, όμως, ομιλίας περί Θεού είναι πράγμα επισφαλές και επικίνδυνο σε όσους δεν προσέχουν. Για την αγάπη γνωρίζουν να ομιλούν οι Άγγελοι, αλλά και αυτοί ανάλογα με τον βαθμό της θείας ελλάμψεώς τους. Αγάπη είναι ο Θεός, και όποιος προσπαθεί να δώσει ορισμό του Θεού μοιάζει με τυφλό που μετρά στην άβυσσο τους κόκκους της άμμου.
Η αγάπη, ως προς την ποιότητά της είναι ομοίωση με τον Θεόν, όσο βέβαια είναι δυνατόν στους ανθρώπους. Ενώ ως προς την ενέργειά της, είναι μέθη της ψυχής και ως προς τις ιδιότητές της, είναι πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως.
Η αγάπη κυρίως είναι η απόρριψη κάθε εχθρικής και αντιθέτου σκέψεως, εφ’ όσον «η αγάπη ου λογίζεται το κακόν» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 5). Η αγάπη, η απάθεια και η υιοθεσία, μόνο στην ονομασία διαφέρουν. Όπως ταυτίζεται η ενέργεια στο φως, στην φωτιά και στην φλόγα, έτσι συμβαίνει και σ’ αυτές. Όσο ποσόν αγάπης λείπει, τόσο ποσόν φόβου υπάρχει. Διότι όποιος δεν έχει φόβο ή είναι γεμάτος από αγάπη ή είναι νεκρωμένος ψυχικά.
Δεν είναι απρεπές, σημειώνει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, εάν από τα ανθρώπινα πράγματα χρησιμοποιήσουμε παραδείγματα για τον πόθο και τον φόβο και την επιμέλεια και τον ζήλο και την δουλεία και τον έρωτα του Θεού. Όταν λοιπόν, συμπεραίνει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος,  ολόκληρος ο άνθρωπος συγχωνευθεί με την αγάπη του Θεού, τότε και εξωτερικά στο σώμα του δείχνει σαν σε καθρέπτη την  εσωτερική λαμπρότητα της ψυχής.
Η αγάπη χορηγεί την χάρη της προφητείας, η αγάπη παρέχει την δύναμη της θαυματουργίας, η αγάπη είναι η άβυσσος της θείας ελλάμψεως, η αγάπη είναι η πηγή του θεϊκού πυρός. Η αγάπη είναι η στάση και η εδραίωση των Αγγέλων, η πρόοδος εις τους αιώνες όλων των εκλεκτών του Θεού.
Η δύναμη της αγάπης είναι η ελπίς. Αυτή είναι η θύρα της αγάπης. Αυτή φονεύει την απόγνωση. Αυτή εικονίζει εμπρός μας τα πράγματα που ευρίσκονται μακριά. Σ΄ αυτήν είναι δεμένοι οι πόνοι, σ’ αυτήν είναι κρεμασμένοι οι κόποι, αυτήν περικυκλώνει το έλεος του Θεού, καθ’ ότι «Ο Θεός, αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ»! (Α΄Επιστ. Ιωάν. 4,16)
Η αγάπη, όπως μας τη δίδαξε ο Χριστός, δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά γίνεται πράξη καθημερινής ζωής, που την προσφέρουμε στο συνάνθρωπό μας. Αυτό υπαγορεύει η ευχαριστιακή θεώρησή της και ειδικότερα η συναίσθηση, ότι πρώτος ο Ίδιος ο Κύριος, προσφέρει την αγάπη Του, ως δωρεά που πηγάζει από τη Σταυρική Του θυσία και ανοίγει τους ορίζοντες για τη σωτηρία μας. Ο λόγος του Κυρίου προβάλλει, επιτακτικά και λέγει, ότι  «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως».
Το  ιερό ευαγγελικό ανάγνωσμα διδάσκει, ότι πρέπει να βιώνουμε την αγάπη, μέσα στο πλαίσιο της αρετής, ακόμα  και όταν πραγματώνεται ως ορμέμφυτη ή βιολογική πράξη, πρέπει να δρα, ως συνειδητή ευχαριστιακή και χαρισματική δωρεά, που υπερβαίνει τον εαυτό μας, για να ικανοποιήσει το πρόσωπο του άλλου. Με την έννοια αυτή έχουμε  μια αγάπη ανιδιοτελή και ταυτόχρονα θυσιαστική, αγιαστική και δημιουργική, που συντάσσεται με την διδασκαλία του Χριστού.
Η οδός της αγάπης είναι η οδός της ορθής πνευματικότητας. Η εμπειρία της αγάπης είναι η βίωση της αγιότητας. Όλα τα άλλα είναι παρεπόμενα. Στην αγάπη καταξιώνεται η διακονία της Εκκλησίας. Εκτός της αγάπης δεν υπάρχει αποστολική συνέχεια. Υπάρχουμε στη ζωή γιατί υφίσταται η αγάπη. Διάγουμε βίο πνευματικό, γιατί η Εκκλησία διακονεί τον κόσμο με αγάπη, η οποία «ουδέποτε εκπίπτει»! ΓΕΝΟΙΤΟ!