ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ


ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου
Όταν ο Χριστός ξεκίνησε την πορεία του, για να διδάξει τον κόσμο, ολοκληρώνοντας την αποστολή του, ως αυθεντικός διδάσκαλος αποφάσισε να έχει κοντά του μαθητές, τους οποίους θα εκπαίδευε, προκειμένου να τους αφήσει, δια να συνεχίσουν το έργο της διδασκαλίας Του, «εις πάντα τα έθνη». Για τον λόγο αυτόν ο Χριστός επέλεξε για μαθητές του απλούς ανθρώπους της ζωής και του μόχθου. Έτσι, μέσα από τα λόγια και τις πράξεις τους, θα βοηθούσαν  τους ανθρώπους να αισθάνονταν την παρουσία του Χριστού δίπλα τους. Προετοίμασε λοιπόν τους μαθητές του για να γίνουν «αλιείς ανθρώπων», όπως είπε στον Πέτρο και στον αδερφό του Ανδρέα, που ήταν ψαράδες, όταν τους κάλεσε κοντά του. Τα ίδια λόγια είπε και σε άλλα δυο αδέρφια, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, εννοώντας ότι θα τους μάθει να κερδίζουν τις καρδιές των ανθρώπων. Όταν, πάλι, ένας άλλος μαθητής, ο Φίλιππος, έφερε έναν καλό φίλο του, το Ναθαναήλ, για να γνωρίσει τον Ιησού, Εκείνος κέρδισε την εμπιστοσύνη του Κυρίου, που του είπε: «Να ένας καλός Ισραηλίτης που στην καρδιά του δεν έχει πονηριά».
Το έργο των μαθητών του Χριστού ήταν πολύ δύσκολο, καθώς ο Ίδιος ο Χριστός τους προειδοποίησε, ότι τους στέλνει σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους και τους προετοίμασε να δεχτούν την οργή και το φθόνο των ανθρώπων, οι οποίοι θα τους οδηγούσαν σε δικαστήρια και σχεδόν  όλοι τους, θα έδιναν τη ζωή τους για το όνομα του αγαπημένου τους Δασκάλου.
Όμως ο Χριστός,  πρόσφερε στους μαθητές το ανεκτίμητο δώρο, ώστε να μπορούν να θεραπεύουν ασθενείς, να παρηγορούν τους πονεμένους και να φέρνουν ειρήνη στις καρδιές των ανθρώπων. Βέβαια θα έπρεπε,  να έχουν μεγάλη υπομονή, γιατί όσοι τους μισούσαν θα τους έδιωχναν από τις πόλεις τους, ενώ αυτοί θα έπρεπε να βρουν τη δύναμη, να συνεχίσουν την αποστολή τους, για τη φροντίδα της ψυχής του πλησίον τους. Στο νόημα και στην φύση της χριστιανικής ζωής περιλαμβάνεται επομένως και η ιεραποστολή. Δεν είμαστε ολοκληρωμένοι χριστιανοί αν, όποτε μας δίνεται η ευκαιρία και όποτε το επιτρέπουν οι συνθήκες, δεν μιλάμε στους άλλους για τον Χριστό, τη σωτηρία του κόσμου, την Ορθόδοξη ζωή, τον παράδεισο και την αιωνιότητα.
Πράγματι, η αλήθεια, το νόημα και η ομορφιά της ζωής είναι ο Ιησούς Χριστός, ως ελπίδα του κόσμου, ο οποίος πρώτος τα χαμένα πλάσματά του κάλεσε και θέλησε να συναντηθεί μαζί τους, για να τους λυτρώσει. Ζώντας κάθε μέρα με τη διδασκαλία του, τη θύμησή του, μιλώντας μαζί του, με την προσευχή και ακολουθώντας τις εντολές του, είμαστε «εν τω Θεώ». Κοινωνώντας ακόμη με την Χάρη Του, μέσω των ιερών μυστηρίων, αντλούμε από την άκτιστη δόξα Του, τόσο σ’ αυτή τη ζωή όσο και αιωνίως, την ανέσπερη και αιώνια βασιλεία του.
 Ο αγώνας των μαθητών αρχικά φαινόταν, ως καταδικασμένος σε αποτυχία. Τον ξεκίνησαν, όμως με θάρρος, γιατί πίστεψαν στην αναγκαιότητά του. Μέσα στην καρδιά τους είχε εδραιωθεί βαθιά η πίστη και η ελπίδα, ότι ο Δάσκαλός τους, θα τους οδηγούσε μαζί με όλους τους ανθρώπους στον καινούργιο κόσμο της αγάπης του Θεού, η οποία είναι η μαγαλυτέρα των αρετών, καθώς λέγει ο Απ. Παύλος, ότι λόγος του Θεού είναι «πίστις, ελπίς, αγάπη», αλλά μεταξύ αυτών, η πιο μεγάλη είναι η αγάπη.  Ούτε οι γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, ούτε το χάρισμα της προφητείας, ούτε όλη η γνώση, ούτε η πίστη που επιτελεί θαύματα, ούτε οι θυσίες έχουν κάποια αξία,  χωρίς την αγάπη του Θεού. Ο Απ. Παύλος σημειώνει χαρακτηριστικά: «τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνῃ, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνῃ τα ισχυρά» (Α΄ Κορ. 1,27). Επέλεξε Εκείνους, διότι η διάδοση του Ευαγγελίου, δεν ήταν αποτέλεσμα δυνάμεως και σοφίας ανθρώπινης, αλλ’ ήταν αποτέλεσμα της δυνάμεως και της χάριτος του Θεού, «όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού» (Α΄ Κορ. 29). Η ανταπόκριση των μαθητών είναι αυθόρμητη και άμεση. Άφησαν τα δίχτυα, τα πλοία «και τον πατέρα αυτών» (Ματθ. 4,22) και ακολούθησαν τον Χριστό, παρά το γεγονός, ότι δεν είχαν δει, έως εκείνη την ώρα από τον Χριστό θαύματα, ούτε είχαν ακούσει λόγους Του, αλλά εμπιστευόμενοι την προσωπική Του υπόσχεση, εγκατέλειψαν τα υπάρχοντά τους, για Εκείνον.
Σήμερα η «Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», της Ορθοδόξου Πίστεως,  δεν μας ζητά, να εγκαταλείψουμε την περιουσία μας ή  τις οικογένειές μας. Η Εκκλησία του Χριστού ζητά από τους πιστούς της, να μην είναι εξαρτημένοι ή προσκολλημένοι  στα υλικά αγαθά και να αγαπούν τον συνάνθρωπο και τον Χριστό. Να έχουμε οντολογική σχέση με τον Χριστό, η οποία να μην περιορίζεται σε μία διανοητική και τυπική σχέση ή σ’ ένα ιδεολόγημα, διότι ο Χριστός πραγματώνει τη σωτηρία του ανθρώπου, λυτρώνοντάς τον από τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά και κάθε αμαρτίας, επαναφέροντάς τον στην προπτωτική ύπαρξη του «κατ’ εικόνα». Η σχέση του Χριστού με τον άνθρωπο δεν είναι πια μόνο θεραπευτική, αλλά κυρίως σωτηριολογική. Η σωτηρία του ανθρώπου είναι κάτι πολὺ ευρύτερο από την απολύτρωση.  Η σωτηρία του ανθρώπου συμπίπτει με τη θέωση, της οποίας το οντολογικό ανθρωπολογικό περιεχόμενό της είναι η χριστοποίηση.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο απόστολος Παύλος στην προς Κολοσσαείς επιστολή του, που υμνεί το Χριστό ως «εικόνα του Θεού του αοράτου, πρωτότοκον πάσης κτίσεως» (Α΄ 15-18), καλεί «πάντα άνθρωπον», να γίνει «τέλειος εν Χριστώ» (Αʹ 28) και τους πιστούς να είναι «πεπληρωμένοι εν Αυτώ» (Βʹ 10).
Προτρέποντας ο Απ. Παύλος τους πιστούς να αναδειχθούν «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. δʹ 13), να αποκτήσουν «νουν Χριστού» (Αʹ Κορ. βʹ 16) και «καρδίαν Χριστού» (Εφ. γʹ 17), δεν το κάνει για λόγους εξωτερικής ευλάβειας και συναισθηματικότητας, αλλά μιλάει οντολογικά. Δεν προτρέπει σε μια εξωτερική μίμηση και απλή ηθική βελτίωση, αλλά σε μια πραγματική χριστοποίηση, επειδή, όπως γράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «ο του Θεού Λόγος και Θεός βούλεται αεί και εν πάσι της αυτού ενσωματώσεως ενεργείσθαι το μυστήριον».
Το «εν Χριστώ ζην» του Απ. Παύλου, οι πατέρες της Εκκλησίας ονόμασαν θέωση, κυρίως για να διασφαλίσουν τον τελικό σκοπό και το πραγματικό περιεχόμενο της εν Χριστώ ζωής, από τους κινδύνους που δημιουργούσαν οι αιρέσεις. Η θέωση, από γενικό πνευματικό κατηγόρημα πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένο ανθρωπολογικό περιεχόμενο, δηλαδή, περιεχόμενο ανθρωπολογικό και ταυτόχρονα χριστολογικό. Να κατανοηθεί, δηλαδή, ως χριστοποίηση. Όταν κατανοείται ο σκοπός του ανθρώπου και τα μέσα πραγματοποιήσεως του σκοπού αυτού, η πίστη, η τήρηση των εντολών, η άσκηση, τα μυστήρια, η όλη εκκλησιαστική και πνευματική ζωή, τότε φωτίζονται εσωτερικά, βρίσκουν την οργανική σύνδεση μεταξύ τους, με τον κόσμο και με τον Χριστό. Το όλο πρόβλημα για τον άνθρωπο είναι ακριβώς το πώς να ευρεθεί εν τω Χριστώ και να μη εκπέσει Αυτού. Ή αφού εξέπεσαν (οι πρωτόπλαστοι) να ευρεθεί και πάλι εν Αυτώ, ως άνθρωπός Του, διότι ο Λόγος Χριστός, δια τούτο ακριβώς δημιούργησε τον άνθρωπο, δια να τον ενώσει «μεθ’ Εαυτού», να τον «υποστασιοποιήσει εν Εαυτώ», όπως λένε οι Πατέρες και να τον οδηγήσει στην πληρότητά του, ως ανθρώπου και να τον θεώσει, δηλαδὴ να τον θεανθρωποποιήσει.
Διότι η θέωση του ανθρώπου ήταν ο σκοπός ολόκληρης της Θείας Δημιουργίας και η θέωση είναι η τελική αλήθεια του ανθρώπου. Η θέωση δε του ανθρώπου είναι δυνατή και κατορθωτή μόνον εν τω Θεώ Λόγῳ, εν τω Θεανθρώπῳ Χριστώ, δυναμική εικών του Οποίου είναι δημιουργικώς εναποτεθειμένη στον άνθρωπο και βάσει αυτής και μόνο πραγματοποιείται η αυθεντική ύπαρξη του ανθρώπου και η κατά χάριν θέωσή του. Η προς θέωσιν δημιουργία του ανθρώπου και η δεδομένη δυνατότης και δυναμικότης της θεώσεως δεν είναι ένας «ευσεβής πόθος» του «θρησκευόμενου» ανθρώπου, αλλά μία ανθρωπολογική, δηλαδή χριστολογική, θεανθρώπινη αλήθεια, η οποία μαρτυρείται ακόμη και σε αυτήν ταύτην την τραγωδία της πτώσεως του ανθρώπου, κατά την οποία ο διάβολος είπε στους πρωτοπλάστους να τον ακούσουν και θα γίνουν και χωρίς τον Θεό, «θεοί». Αυτό ήταν ένα μεγάλο ψεύδος. Ένα ψεύδος όμως προϋποθέτει πάντοτε μία αλήθεια, της οποίας το ψεύδος αυτό τυγχάνει κατάχρηση, διαστρέβλωση, λήθη, αναίρεση, στέρηση.
Η εμπειρία του Ευαγγελίου, που συνεχίζεται ως βαθειά του ανθρώπου εμπειρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δια των αιώνων, μαρτυρεί, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να υφίσταται «αυτόνομος», δηλαδὴ μόνος του και ανεξάρτητος του Θεού Λόγου, με την «αυτάρκειά» του, την δήθεν ανεξάρτητη από οποιανδήποτε «ελευθερία» του. Διότι η διεκδίκηση ενός «αυτόνομου» ανθρώπου, ενός «χωρίς Χριστό» ανθρώπου (Εφ. 2, 12, 4, 18), χάριν μίας «ελευθερίας», καταντά αναπόφευκτα στην τραγική υποδούλωση του ανθρώπου σε άλυτους και παραλόγους και παρανόμους «νόμους» ή σε απρόσωπα «στοιχεία» και «δυνάμεις» της αμαρτίας, της φθοράς, του θανάτου και του διαβόλου, με αποτέλεσμα τον απανθρωπισμό του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος χωρὶς την συνεκτική και ενοποιό χάρη του Τριαδικού Θεού, φθείρεται και αποσυντίθεται και «λεγεωνοποιείται», όπως λέγει το Ευαγγέλιο (Μαρκ. 5, 9, 15), και όπως ομολογεί ἡ ψυχοθεραπευτική και ο σύγχρονος υπαρξισμός. Η διεκδίκηση της «αυτονομίας» και της «ελευθερίας» του ανθρώπου ανεξάρτητα από τον Θεάνθρωπο Χριστό καταντά να είναι εκφυλισμός ή μάλλον ανθρωποκτονία και αυτοκτονία του ανθρώπου, όπως και ο διάβολος υποσχεθείς στους ανθρώπου την «θέωση» απέβη ανθρωποκτόνος εξ αρχής (Ιωάν. 8, 44).
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αναφερόμενος στην «εν Χριστώ ελευθερία του πιστού», ισχυρίζεται ότι «είναι χαρισματική ελευθερία και μάλιστα στο μέτρο υποταγής της ανθρώπινης ελευθερίας, στην άκτιστη ελευθερία του Θεού». Είναι λοιπόν φανερό ότι η εν Αγίω Πνεύματι ελευθερία των πιστών δεν αποτελεί μια ασαφή, νεφελώδη και αόριστη πραγματικότητα. Αντίθετα είναι μια σαφής και πολύ συγκεκριμένη ενέργεια του Τριαδικού Θεού, που χαρακτηρίζει μια κατά μέθεξη χαρισματική και άκτιστη πραγματικότητα, η οποία νοηματοδοτεί όλες τις εκδηλώσεις και την όλη ζωή του πιστού.
Στο πλαίσιο της Εκκλησίας λαμβάνει τα στοιχεία που περιγράφουν τα όρια εκτροπής αυτής της ελευθερίας, από το ιερό Ευαγγέλιο που αναφέρει τους δείκτες που σηματοδοτούν τη ζωή της ελευθερίας, γι' αυτό και χαρακτηρίζεται από τον Απόστολο Ιάκωβο ως «τέλειος νόμος της ελευθερίας», με τον οποίο θα ανακριθεί και θα κριθεί η όλη ζωή των πιστών στη μέλλουσα κρίση. Αναφερόμενος ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην παραπάνω βιβλική μαρτυρία σημειώνει ερμηνευτικώς ότι το Ευαγγέλιο είναι όχι μόνο «νόμος ελευθερίας» αλλά και «νόμος της χάριτος». Οι δύο αυτοί χαρακτηρισμοί του Ευαγγελίου, ως νόμου της χάριτος και νόμου της ελευθερίας υποδηλώνουν, εμμέσως πλην σαφώς, ότι το Ευαγγέλιο δεν αποτελεί κώδικα νομικών επιταγών, που καλούν σε συμμόρφωση με την απειλή της τιμωρίας, αλλά ότι είναι ένα πλαίσιο που περικλείει τη ζωή των πιστών και την οδηγεί σταθερά στην πηγή της πραγματικής ελευθερίας, που είναι ο Τριαδικός Θεός.
Επί πλέον η εν Χριστώ ελευθερία των πιστών έχει εσχατολογική προοπτική, που η ολοκλήρωση και η τελείωσή της βρίσκεται στα έσχατα. Τα έσχατα, όμως είναι και παρόντα, και ως παρόντα βιώνονται κατεξοχήν στα ιερά μυστήρια. Έτσι, οι πιστοί και στην παρούσα ζωή βιώνουν την χαρισματική ελευθερία, ως πρόγευση και αρραβώνα της εσχατολογικής ελευθερίας τους. Αλλά η εν Αγίω Πνεύματι ελευθερία στην πληρότητά της θα βιωθεί και θα φανερωθεί μετά την ανάσταση των νεκρών, στη μέλλουσα βασιλεία του Θεού, όπου οι πιστοί θα συνθέτουν τα ένδοξα μέλη του μυστηριακού σώματος του Χριστού, και θα γίνονται όλο και περισσότερο δεκτικοί του Αγίου Πνεύματος «τελειούμενοι ατελευτήτως».
Συνεπώς η ελευθερία του ανθρώπου, ως οντολογικό γνώρισμα του «κατ' εικόνα» μπορεί κατά χάρη να αποκτά και άκτιστο χαρακτήρα με εσχατολογική προοπτική, όταν εμπλουτίζεται σταθερά με την άκτιστη ελευθερία του Θεού. Η άκτιστη αυτή ελευθερία βρίσκεται οντολογικώς εκεί όπου βρίσκεται και η χαρισματική παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα παρέχει την χαρισματική ελευθερία, που οικειώνεται μεν με τα μυστήρια, ενεργοποιείται δε και βιώνεται συνειδητά, όταν ο πιστός συντάσσεται με την τήρηση των εντολών, εκουσίως και διαρκώς, με την κτιστή ελευθερία του, στην άκτιστη ελευθερία του Θεού. Η Εκκλησία, που είναι το Σώμα του Χριστού, αποτελεί το εχέγγυο πραγματώσεως της αληθινής ελευθερίας του ανθρώπου, επειδή αυτή αποτελεί τον χώρο οικειώσεως, βιώσεως και φανερώσεως της χαρισματικής παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, το οποίο και εγγυάται στον άνθρωπο την πραγματική ελευθερία, αφού κατά τη βιβλική μαρτυρία «ου το πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία».
Με την έννοια αυτή το κάθε μέλος της Εκκλησίας καλείται να γίνει μαθητής του Χριστού και απόστολος της διδασκαλίας και του έργου Του, όπως το διέδωσαν «εις πάντα τα Έθνη», οι μαθητές του Χριστού, οι οποίοι «καταγαγόντες τα πλοία επί την γην, αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ» (Λουκ. Ε΄,11), καθώς περιγράφει η σημερινή ευαγγελική περικοπή.