ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ


ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ 
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου
τέως Διευθυντής Σχολικής Μονάδος Π.Ε.
Συχνά μερικοί «ροβεσπιέροι» (1) της πολιτικής και πανεπιστημιακής κοινότητας της ολίγον Αριστεράς, υποτροπιάζουν στο σύνδρομο της ιδεοληψίας και επαναφέρουν με διάφορους τρόπους το θέμα της αποεθνοποίησης και αποχριστιανοποίησης της ελληνικής κοινωνίας, είτε παραχαράσσοντας την Ιστορία της πατρίδας μας, είτε ζητούν την κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών από το Ελληνικό Σχολείο! Οι γνωστοί ούτοι «ροβεσπιέροι» προβάλλουν, άλλοτε με εμφανή και άλλοτε με λανθάνουσα αλαζονεία και αθεράπευτη ιδεοληπτική συμπτωματολογία, ένα θέμα απολύτως λελυμένο, από την συντριπτική πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών, που είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, μεταξύ δε αυτών και πολλών ψηφοφόρων, που ψηφίζουν Αριστερές κομματικές δυνάμεις,  σε μια εποχή επιτακτικής αναζήτησης λύσεων ζωτικών και βιοποριστικών ανυπέρβλητων προβλημάτων των πολιτών της πανταχόθεν λεηλατημένης Ελλάδας, σε μια εποχή  αμφισβήτησης κάθε ιδεολογικής αναφοράς, προφανώς διότι οι συγκεκριμένοι ιδιότυποι διανοούμενοι  της Αριστεράς, έχουν «κάψει» τα εγκεφαλικά τους κύτταρα και δεν παράγουν ιδέες και σκέψεις για τα προβλήματα του λαού και μηρυκάζουν τις εν τη πράξει και εν τοις πράγμασι αποτυχημένες ιδέες και ενέργειες των μεντόρων τους, καθότι, αν και μορφωμένοι και επιστήμονες, στερούνται  μορφής, προσώπου και προσωπικότητας.
Βιώνουν διαρκώς μία αγχώδη αμηχανία και φαίνεται ότι κάνοντας εισηγήσεις ή παρεμβάσεις σε επιστημονικές, κοινοβουλευτικές επιτροπές και αλλού ή γράφοντας άρθρα και βιβλία και δη διδακτικά,  κατά της εθνικής μας ταυτότητας και κατά της υπέρ δισχιλιετούς χριστιανικής μας πίστης, επιτυγχάνουν μάλλον την προσωρινή θεραπεία τους, από την «εν τω κρανίω τρικυμία τους». Μια τρικυμία που τους οδηγεί στην  απόλυτη αδυναμία καινοτόμων πολιτικών και επιστημονικών σκέψεων και ιδεών. Στο βάθος του ειδέναι τους αναζητούν εναγωνίως την δική τους ταυτότητα, αλλά οι αγκυλώσεις του παρελθόντος, δεν τους επιτρέπουν τον σωφρονισμό από τα αποκεκαλυμμένα τραγικά και εγκληματικά γεγονότα των ιδεολογικών τους προγόνων στις όμορες χώρες των Βαλκανίων και της άλλοτε κραταιάς Σοβιετικής Ένωσης.
Και ενώ δεν διδάσκονται, από την Ιστορία,  θέλουν να διδάξουν Ιστορία και να συγγράφουν εγχειρίδια Ιστορίας, όπως  «κατά την διδακτική χρονιά του σωτηρίου έτους 2006-2007, που διαγούμισαν», σύμφωνα με τον Κώστα Ζουράρι, «την ΣΤ΄ τάξη του Δημοτικού Σχολείου μας». Και πάλιν κατά Κώστα Ζουράρι, «αυτό το δίσεκτο, δυσώνυμον διδακτικό έτος 2006-2007, μια «Ιστορία» φθονουργός και αλάστωρ της αληθινής Ιστορίας μας, ρύπανε και βίασε τα δωδεκάχρονα παιδιά μας, της ΣΤ΄ του Δημοτικού Σχολείου», διότι όντως η ιδεοληψία τους έχει γίνει ανίατος ψυχασθένεια, που εκφράζεται με ύβρεις, κατά των ηρώων και μαρτύρων του γένους μας και της Ιστορικής αλήθειας.


(1) Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος, ο Γάλλος επαναστάτης που από υπερασπιστής του γαλλικού λαού μετατράπηκε σε αιμοσταγή τρομοκράτη. Στην αρχή της Γαλλικής Επανάστασης κυριαρχούσαν οι «Γιρονδίνοι». Ο Ροβεσπιέρος τους κατήγγειλε για τα αντιλαϊκά και αντιδημοκρατικά μέσα που χρησιμοποιούσαν. Το 1793 οι «Ιακωβίνοι» με τον Ροβεσπιέρο πήραν την εξουσία και οδήγησαν τους «Γιρονδίνους» στη Λαιμητόμο, αφού προηγουμένως είχαν οδηγήσει και στην καρατόμηση του Λουδοβίκου. Μέχρι το θάνατο του Ροβεσπιέρου στη Γαλλία βασίλευε ο απόλυτος τρόμος.


Αναίσχυντα και ανερυθρίαστα προβαίνουν «σε συγγραφή ενός βιβλίου Ιστορίας για την ΣΤ΄ Τάξη του Δημοτικού Σχολείου, με περισσό «καταιονισμό ανελλήνιστης πλαστογραφίας, ανθελληνικής κιβδηλείας και μπουρδολογικής ανεπιστημοσύνης», παρατηρεί ο Κώστας Ζουράρις και ότι «πάει να ευνουχίσει τα παιδιά μας αυτό το κουρελούργημα της ΣΤ΄ Δημοτικού». Ακόμα ο Κώστας Ζουράρις ονομάζει το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού «κουρελούργημα», και «λαπά της αμορφωσιάς και της ανθελληνικής δολιότητας, στην συνοικιακή της απόπειρα να το παίξει και «προχωρημένη» αισθαντική περί τα «πνευματικά»! Με «πνευματικότητα», βεβαίως, τύπου σούπερ-μάρκετ και με «πηγές», εφάμιλλες του «Κοσμοπόλιταν» της παιδείας, της αποκτηθείσης εν τη ημεδαλλοδαπή, από το νατοκεμαλικὸ συντακτοκατιναριό, που «συνέταξε» τον Πανδέκτη αυτόν της ασυνάρτητης απαιδευσίας τους, καθώς διαπιστώνει η έκθεση της Ακαδημίας Αθηνών, καταλήγουσα ότι αι συγγραφείς και οι συγγραφείς,  ούτε Ιστορία γνωρίζουν, ούτε και να γράψουν ξέρουν. Ακαδημία έφα.», θυμίζει ο Ζουράρις.
Παρατηρούμε ότι το ύφος «Ροβεσπιέρου» επανέρχεται από καιρό σε καιρό. Δεν τερμάτισε με το φθονουργό «κουρελούργημα», το οποίο περιγράφει την σφαγή των Ελλήνων στην παραλία της Σμύρνης, ως μια συνάθροιση! Η ίδια συγγραφεύς και πάλι ιδεοληπτικά, προβάλλει την ηρωική πράξη του δραματικού χορού του Ζαλόγγου στο Σούλι, ως ένα γεγονός «εθνικιστικής ιδεοληψίας». Και «πριν αλέκτωρ φωνήσαι» επήλθε το τρίτο κατά σειρά βέβηλο χτύπημα, από την ιδία ελλογιμωτάτη καθηγήτρια και Βουλευτή του κόμματος της Δημοκρατικής Αριστεράς, η οποία αξιώνει  την κατάργηση του μαθήματος των Θρησκευτικών από την διδακτέα ύλη των Σχολείων της Ελληνορθόδοξης Ελλάδας μας, με το κυνικό επιχείρημα ότι «ἡ σύγχρονη εκπαίδευση δεν πιστεύει πια στην θρησκευτική κατήχηση» και μάλιστα δεν παρέλειψε να εκφράσει και τις παγερές ειρωνικές ευαισθησίες της, για την χριστιανική διαπαιδαγώγηση λέγουσα ότι «δεν νομίζω ότι όσο περισσότερη ορθόδοξη κατήχηση κάνουν τα παιδιά στα σχολεία τόσο καλύτεροι χριστιανοί θα γίνουν».(sic)!
Η πρόταση έγινε  στην επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής κατά την συζήτηση του νομοσχεδίου για την δομή των νέων Γενικών και Τεχνικών Λυκείων. Μια πρόταση-απαίτηση που θυμίζει 18ο αιώνα του Γαλλικού Διαφωτισμού και την Ευρώπη της μαύρης κατάρας του παπικού φεουδαλισμού. Άραγε, η κ. Μαρία Ρεπούση, γνωρίζει, έστω «εν εσόπτρω και εν αινίγματι»,  την Ορθόδοξη διδασκαλία και την Θεολογία της Ορθόδοξης πίστης, όπως την αποτυπώνουν και την διδάσκουν οι Πατέρες της Εκκλησίας; Δεν φαντάζομαι, ότι νομίζει πως βρίσκεται σε φοιτητικό αμφιθέατρο και ασκεί με ένθερμο ζήλο τον «ιερό αγώνα διαφώτισης», διότι αυτά τα ωραία χρόνια έχουν περάσει, προ πολλού κ. Ρεπούση και ανεπιστρεπτί, για όλους μας, άλλωστε τούτο γνωρίζεται «από την όψιν», όπως γράφει ο ποιητής του Εθνικού μας Ύμνου Διονύσιος Σολωμός.
Αλήθεια, ως διαπρεπής επιστήμων και καθηγήτρια πανεπιστημίου, δεν γνωρίζει ότι άλλο το αντικείμενο της θεολογίας και άλλο των θετικών επιστημών; Δεν έχει αντιληφθεί ότι στην «καθ' ημάς Ανατολή» ουδέποτε υπήρξε σύγκρουση μεταξύ θεολογίας και άλλων επιστημών. Αντίθετα μια πλειάδα ορθοδόξων (όχι άλλων χριστιανικών δογμάτων) ιερωμένων και λαϊκών θεολόγων, έχουν σπουδάσει και έχουν διδάξει τις θετικές επιστήμες; Μήπως δεν της έχει δοθεί η ευκαιρία, να ξεφυλλίσει κάποιο βιβλίο θρησκευτικών; Μήπως τελικά ζει, ακόμα στον παλαιό μεσαιωνικό κόσμο των απηρχαιωμένων συνθημάτων; Διότι αυτού του είδους θέσεις και απόψεις προκύπτουν από αστοιχείωτα, αγράμματα, ακαλλιέργητα, οπισθοδρομικά και αδαή άτομα και όχι από διαπρεπή επιστήμονα και παράλληλα μέλος του Εθνικού Κοινοβουλίου. Δεν δυνάμεθα να φαντασθούμε ή να υποθέσουμε κάτι τέτοιο, ειδικά για το συγκεκριμένο πρόσωπο, που είναι συγγραφέας, καθηγήτρια και πολιτικός. Οι εμμονές της, όμως, δημιουργούν αναπόφευκτα πλειάδα ερωτημάτων, τα οποία δεν δικαιολογούν το επιστημονικό επίπεδό της. Γιατί, η ελλογιμωτάτη αύτη γυνή, δεν είναι ένα απλοϊκό πρόσωπο, ούτε τυχαία έχει ανέλθει στα αξιώματα της επιστήμης και της πολιτικής. Ίσως η έντονη ενασχόληση με τις κομματικές της υποχρεώσεις, να την έχουν απομακρύνει από την έρευνα και την επιστήμη. Εκτός και διακατέχεται από κάποιες νεανικές τραυματικές ψυχολογικές εμπειρίες ή κάποιο εφηβικό απωθημένο και δεν το έχει ξεπεράσει. Συνήθως μια ενδοσκόπηση του είναι μας, με τη βοήθεια ενός ειδικού, φέρει μια ισορροπία στην ψυχική μας διάθεση και μας βοηθά να μην στεκόμαστε στο παρελθόν, αλλά να ζούμε το παρόν και να προχωράμε εμπρός, με φρέσκιες ιδέες και αντιλήψεις, ακόμα κι αν χρειασθεί, να αναθεωρήσουμε παλαιότερες αντιλήψεις και θέσεις. Την ώρα, μάλιστα, που η ελληνική κοινωνία έχει ανάγκη από όλες τις πνευματικές και πολιτικές δυνάμεις του τόπου μας, για έξοδο από το κοινωνικό και οικονομικό αδιέξοδο, που την ταλαιπωρεί. Με το να είμαστε παγιδευμένοι ή αιχμάλωτοι σε ιδεοληψίες του παρελθόντος, δεν νομίζουμε ότι συμβάλλουμε στην πρόοδο και στην ευημερία της ελληνικής κοινωνίας και ειδικά της ελληνικής μαθητιώσας νεολαίας.
Η μη διαπαιδαγώγηση των μαθητών με τις αρχές της Ορθόδοξης πίστης και η αντικατάστασή της, από μία θρησκειολογική προσέγγιση, είναι ολέθριο σφάλμα.
Η Παιδαγωγική Επιστήμη θεωρεί, ότι η διδασκαλία της χριστιανικής πίστης από μικρή ηλικία, συμβάλλει στην ψυχική υγεία και ισορροπία του νέου ανθρώπου, ενώ αντίθετα η μη διδασκαλία του χριστιανικού θρησκευτικού βιώματος του παιδιού οδηγεί σε ψυχικές διαταραχές.
Ορθά επισημαίνει ο Κωνσταντίνος Χολέβας σε σχετικό άρθρο με τίτλο: Συνωστισμένα βέλη κατά των Θρησκευτικών, ότι «το κράτος αυτό, το οποίο δίνει μισθό και δικαίωμα λόγου στην εκπρόσωπο του «συνωστισμού», ιδρύθηκε μετά από αγώνες και θυσίες ανθρώπων με ελληνορθόδοξη αυτοσυνειδησία. Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός δίδασκε ότι σκοπός του Σχολείου είναι να μαθαίνουμε τί είναι ο Χριστός, η Παναγία και οι Άγιοι. Ο  Άγιος Γρηγόριος Ε΄ πριν εκλεγεί Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν Μητροπολίτης Σμύρνης. Σε εγκύκλιό του προς τα σχολεία προέτρεπε να έχουμε Χριστιανούς ελληνίζοντες ως προς την γλώσσα και Έλληνες Χριστιανίζοντες ως προς τα ήθη. Ο πρώτος Κυβερνήτης μας, ο Ιωάννης Καποδίστριας, ζήτησε από τον λόγιο Ανδρέα Μουστοξύδη να συντάξει μία Σύνοψη Ορθοδόξων προσευχών για τους μαθητές των σχολείων και θεωρούσε την Ορθόδοξη Πίστη ως θεμέλιο της παιδείας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία ανήκουμε, αφήνει στη διακριτική ευχέρεια κάθε κράτους να καθορίσει το περιεχόμενο της παιδείας. Πάντως στα σχολεία για τα παιδιά των υπαλλήλων της Ε.Ε. διδάσκεται μάθημα Θρησκευτικών ομολογιακού περιεχομένου και όχι θρησκειολογικού, όπως θα ήθελαν οι ψευδοπροοδευτικοί. Στη Γερμανία το μάθημα των Θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό βάσει του Συντάγματος. Στην Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Δανία κ.α., το μάθημα θεωρείται απαραίτητο και διδάσκεται με βάση την επικρατούσα θρησκεία. Σε πολλές χώρες που απηλλάγησαν από τον κομμουνισμό τα Ορθόδοξα Θρησκευτικά αντικατέστησαν το μάθημα αθεϊσμού!
Η απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, ερμηνεύοντας το Σύνταγμα και την ευρωπαϊκή νομολογία, ορίζει ότι από το μάθημα των Θρησκευτικών απαλλάσσονται μόνον οι αποδεδειγμένα αλλόθρησκοι και ετερόδοξοι, το δε περιεχόμενό του πρέπει να είναι Ορθόδοξο Χριστιανικό».
Τούτων ούτως εχόντων, ας χωνέψουν όλοι οι «Ροβεσπιέροι» της αριστερόστροφης παρέας, ότι στην Ελλάδα, από ιδρύσεως του Νέου Ελληνικού Κράτους υπάρχει θρησκευτική ελευθερία, αλλά η Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη, είναι η «Επικρατούσα Θρησκεία» του Κράτους, λόγω της συντριπτικής πλειονότητας των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι είναι βαπτισμένοι Ορθόδοξοι, ιδιότητα την οποία ο κοινός νομοθέτης έχει συνδέσει με ορισμένες έννομες συνέπειες. Παράλληλα η Ελλάς διασφαλίζει σε όλους τους κατοίκους θρησκευτική ελευθερία. Η θρησκευτική ελευθερία αποτελεί μαζί με τις λοιπές θεμελιώδεις ελευθερίες, τον πυρήνα των ατομικών ελευθεριών που αναγνωρίζονται και κατοχυρώνονται σε σύγχρονα διεθνή κείμενα και εθνικά Συντάγματα. Το ισχύον Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 13 παρ. 1 ότι «η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις κανενός».
Σχετικά με το ζήτημα της θρησκευτικής διδασκαλίας και της θρησκευτικής εκπαίδευσης γενικότερα, οι όποιες επισημάνσεις θα πρέπει να γίνουν λαμβανομένης υπ’ όψιν της διάταξης 16.2 του Συντάγματος, η οποία και ορίζει ότι «η παιδεία μεταξύ άλλων αποσκοπεί και στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων. Η πολιτεία υποχρεούται να διδάσκει στα σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης το μάθημα των θρησκευτικών και δεδομένης της πασιφανούς αριθμητικής υπεροχής των χριστιανών ορθοδόξων, το μάθημα θα πρέπει να έχει ως περιεχόμενο τη διδασκαλία του εν λόγω δόγματος με δικαίωμα αποχής σε ετερόθρησκους, ετερόδοξους και άθεους. Κάθε μαθητής, δυνάμει του άρθρου 13.1Σ έχει δικαίωμα, χωρίς ανάγκη περαιτέρω εξήγησης να απέχει από το μάθημα των θρησκευτικών ακόμα και αν τυπικώς είναι χριστιανός ορθόδοξος.
Το θέμα της θρησκευτικής ελευθερίας, δεδομένων και των συμβατικών υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η χώρα μας, από διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις, κρίνεται  επαρκές, εν τούτοις, συμφωνούμε ότι απαιτούνται τροποποιήσεις  και προσαρμογές σε επιμέρους νομοθετήματα στις απαιτήσεις της σύγχρονης πλουραλιστικής και διεθνοποιημένης κοινωνίας και η κατάργηση όσων εξ αυτών είναι αναχρονιστικά, απηχώντας αντιλήψεις παλαιότερων εποχών.

Η θρησκευτική ελευθερία με τις επιμέρους εκφάνσεις της, αποτελεί πυλώνα των ατομικών ελευθεριών και η ανεμπόδιστη άσκηση της θα πρέπει να εξασφαλίζεται σε κάθε άτομο. Απαιτείται προσπάθεια και συντονισμός όλων των εμπλεκόμενων φορέων και ιδίως, θέληση και κατανόηση από τους πολίτες και τους πολιτικούς προκειμένου να αποφεύγονται ιδεοληψίες και μισαλλοδοξίες, σαν τις «τις κραυγές των οπαδών του «συνωστισμού» κατά της ελληνορθόδοξης παιδείας μας, οι οποίες δεν συμβάλλουν στην επιθυμητή διατήρηση της κοινωνικής ομαλότητας και αρμονικής συμβίωσης.