ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Η ΠΑΝΟΠΛΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ


Η ΠΑΝΟΠΛΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου
Οι «εν Χριστώ αδελφοί» και συνάνθρωποί μας είναι οι άμεσοι καθρέφτες της συνείδησής μας και συμβάλλουν στην αυτοπραγμάτωση και ολοκλήρωση του εαυτό μας. Αν στόχος μας είναι να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, τότε η συναναστροφή με τους συνανθρώπους μας, συντελεί στην προσπάθεια εξισορρόπησης του υποσυνειδήτου μας.
Όταν, όμως στις σχέσεις με τους συνανθρώπους μας κυριαρχεί ο φθόνος και η ζήλεια, τότε ουδέποτε θα εξισορροπήσουμε το είναι της συνειδήσεώς μας, ούτε θα διαγνώσουμε και θα θεραπεύσουμε τα απάνθρωπα αισθήματα, που δεσπόζουν εντός μας και συμπεριφερόμαστε με φαρισαϊσμό και υποκρισία.
Ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές της σύγχρονης εποχής, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, θέλοντας να καυτηριάσει αυτού του είδους συμπεριφοράς μεταξύ των ανθρώπων, εμπνεύστηκε και συνέγραψε δύο ποιήματα στα οποία με εύγλωττο ύφος παρουσιάζει τα ευάλωτα του
χαρακτήρα των ηρώων του.
Το ένα φέρει τον τίτλο  «Αιμιλιανός Μονάη» και το άλλο «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης».
Ο ήρωας του ποιήματος «Αιμιλιανός Μονάη» εκφράζει τη σκέψη, ότι μπορεί να φτιάξει μια «πανοπλία», ως προς τον τρόπο που θα συμπεριφέρεται, ώστε να αντιμετωπίζει τους «κακούς», κατ’ αυτόν, ανθρώπους κρύβοντας κάθε αδυναμία του. Πιστεύει ότι μπορεί να υποδυθεί μια τελείως διαφορετική συμπεριφορά και προσωπικότητα, από αυτή που έχει στην πραγματικότητα, θεωρώντας ότι μπορεί να ξεγελά «τους κακούς ανθρώπους» εξωτερικεύοντας την εικόνα του άφοβου ανθρώπου, χωρίς ανασφάλειες και αδυναμίες, όπως οι παρακάτω στίχοι του εν λόγω ποιήματος δηλώνουν:
«Με λόγια, με φυσιογνωμία, και με τρόπους
μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία
και θ’ αντικρύζω έτσι τους κακούς ανθρώπους
χωρίς να έχω φόβον ή αδυναμία».
Ο Καβάφης φτιάχνει τον ήρωα  του ποιήματός του, έτσι ώστε να βασίζεται στην πεποίθηση, ότι αν κατορθώσει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο τον βλέπουν οι άλλοι, αν μπορέσει δηλαδή να δημιουργήσει μια διαφορετική εικόνα για τον εαυτό του, δεν θα μπορούν πλέον να εντοπίζουν τις αδυναμίες του και τα ευάλωτα σημεία του, τις ανασφάλειες του και την μηδαμινότητά του  κι έτσι δεν θα μπορούν να τον ξεπεράσουν. Θεωρεί ότι χρησιμοποιώντας αλλεπάλληλα ψεύδη για τον εαυτό του, θα κατορθώσει, να γίνει άτρωτος απέναντι στις «εχθρικές ενέργειες» των άλλων.
Ο Καβάφης θα μπορούσε κάλλιστα να έχει παρόμοιες σκέψεις, με τον ήρωά του, αφού η γνωστή ιδιαιτερότητα των προσωπικών του προτιμήσεων τον έφερε απέναντι στην κριτική και στις επιθέσεις των άλλων. Παρά ταύτα δεν συμφωνούσε ποτέ με αυτό το σκεπτικό. Προτιμούσε την αληθινή και ειλικρινή συμπεριφορά, χωρίς υποκρισία και κάθε είδους «πανοπλίες».
Τούτο δε τεκμαίρεται εκ του γεγονότος της συγγραφής και δεύτερου ποιήματος, στο οποίο ακολουθεί τον ίδιο συλλογισμό. Είναι το ποίημα με τίτλο «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης», στο οποίο δηλώνει περίτρανα και σ’ αυτό την αντίθεσή του, προς ανθρώπους που υποκρίνονται, για κάτι που δεν είναι. Ο ποιητής θεωρεί ότι οι άνθρωποι οφείλουν να σέβονται τον εαυτό τους και να ζουν με την αλήθεια της φύσης τους, χωρίς να επιχειρούν με ψεύδη, φαρισαϊσμούς και υποκρισίες να παρουσιάζουν τον εαυτό τους διαφορετικό απ’ αυτό που είναι. Γι’ αυτό το λόγο, ο Καβάφης στα ερωτικά του ποιήματα παρουσίασε τις προσωπικές του επιλογές, αφήνοντας τον εαυτό του εκτεθειμένο στην κρίση της κοινωνίας.  
Ο ήρωας του ποιήματος «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης», έφτιαξε κι αυτός την «πανοπλία» του ή τον χαρακτήρα του με ψεύδη και υποκρισία, από φόβο γι' αυτό που ήταν. Με αποτέλεσμα αφ’ ενός μεν, να χάσει την προσωπικότητά του και αφ’ ετέρου δε, να  κατασκευάσει τη δυστυχία του.
Ιδού πως αναπτύσσει την σκέψη του ο ποιητής στο εν λόγω ποίημα:
«Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης»

Άρεσε γενικώς στην Αλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης,
Αριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ’ όνομά του κ’ η περιβολή, κοσμίως, ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν• ήταν μετριόφρων.
Αγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ’ οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.
Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,
έμαθ’ επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται•
κ’ έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
κ’ οι Aλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,
ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι.
Γι’ αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,
προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά•
κ’ έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.

Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς, τον αλλοτριωμένο χαρακτήρα του ανθρώπου, που περιγράφει ο ποιητής. Πράγματι περιγράφει έναν γνήσιο μασκαρά, δηλαδή, έναν συνειδητά μεταμφιεσμένο χαρακτήρα σε κάτι άλλο από αυτό που δεν μπορούσε να ήταν, στην τότε πολυπολιτισμική Αλεξάνδρεια των Ελληνιστικών χρόνων, ο οποίος πέταξε την παραδοσιακή του φορεσιά, και ντύθηκε με χιτώνες και με σανδάλια, με ενδυμασία, δηλαδή, τυπικά ελληνική. Έκρυψε το πρόσωπό του φορώντας το προσωπείο της υποκρισίας, για να επικρατήσει σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον, που εκ καταγωγής δεν γνώριζε. Νόμιζε, ο κουτοπόνηρος πρίγκιπας, ότι λόγω αξιώματος θα έμενε για πάντα στο απυρόβλητο. Νόμιζε ο ανόητος, ότι ένας ακαλλιέργητος πνευματικά πρίγκιπας, θα τύφλωνε με τη φανταχτερή του «πανοπλία» τους πεπαιδευμένους και περισπούδαστους «Αλεξανδρινούς».   
Ο ποιητής αρχικά σχολιάζει λέγων, ότι άρεσε «γενικώς» ο Αριστομένης τις δέκα ημέρες που έμεινε στην Αλεξάνδρεια, θέλοντας έτσι να περιορίσει εξ αρχής την θετική εντύπωση, που προκάλεσε ο ήρωας του ποιήματος, χωρίς όμως να την αναιρεί, αφού αρκετοί εντυπωσιάστηκαν μαζί του και μάλιστα επιχειρούσαν, να εξηγήσουν το γεγονός, ότι μιλούσε ελάχιστα, μιμούμενος  εκείνους που μελετούν πολύ και έχουν σημαντικές σκέψεις!
Το πνεύμα όμως του ποιήματος αλλάζει άρδην στη δεύτερη ενότητα, στην οποία ο ποιητής αποκαλύπτει την απάτη του πρίγκιπα Αριστομένη, ο οποίος δεν ήταν παρά ένας τυχαίος, αστείος και τιποτένιος άνθρωπος, που υποκρινόταν, ότι δήθεν έχει ελληνική παιδεία και καταγωγή. Του τραβάει, δηλαδή, το προσωπείο, του βγάζει τη μάσκα, αποκαλύπτοντας το πρόσωπο του μεταμφιεσμένου φυλάρχου και πληροφορεί, ότι ο τραγικός αυτός μιμητής αλλοτρίων ηθών, από όλα όσα έδειχνε, δεν είχε τίποτε πραγματικό και αυθεντικό. Ακόμα και οι σιωπή του, δεν φανέρωνε ούτε βάθος σκέψεων, ούτε στοχασμό, ούτε καταβύθιση στα έγκατα της ψυχής.  
Η σιωπή του και η ηρεμία του, ήταν η άμυνά του, ήταν το καταφύγιό  του, μήπως ξεστομίσει καμιά ανοησία, μήπως του ξεφύγει καμιά «ελληνικούρα» ή χαζομάρα και προδοθεί. Μήπως κάνει κάποιο λάθος, όταν μιλούσε και τον καταλάβουν οι Αλεξανδρινοί, ότι δεν είναι Έλληνας και αρχίσουν να τον χλευάζουν και να τον απορρίπτουν.
Ο Αριστομένης πλήττει και καταπιέζει τον εαυτό του, γιατί παρά το γεγονός, ότι έχει πολλά να πει, «κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του», δεν μπορεί παρά να σωπάσει, από το φόβο μήπως αποκαλυφθεί η υποκρισία του, η απάτη του και υποστεί τον χλευασμό των Αλεξανδρινών.   
Η ειρωνεία διατρέχει όλο το ποίημα, αλλά γίνεται αντιληπτή μόνο όταν στη δεύτερη στροφή αποκαλύπτεται η πραγματική ταυτότητα του ήρωα, οπότε ξαφνικά αποκτούν διαφορετική σημασία οι χαρακτηρισμοί που διαβάζουμε στην πρώτη στροφή, ότι δηλαδή, ο Αριστομένης «άρεσε γενικώς», η περιβολή του ήταν «κοσμίως», «ελληνική», αλλά το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του ήρωα ήταν, «προπάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος». Η ειρωνεία αυτή συνίσταται στην αντίθεση που βρίσκουμε μεταξύ των προθέσεων του ήρωα και της πραγματικότητας και αποτελεί μορφή ειρωνείας, εξόχως αγαπητή στον Καβάφη.
Η πανοπλία του ηγεμόνα ήταν φτιαγμένη με φτηνή μίμηση. Παρόμοιες πανοπλίες φορούν κάποιοι και στην εποχή μας, από επιθυμία να συνυπάρξουν υποκριτικά με τους άλλους, καταφεύγουν στην απομίμηση, αποτάσσοντας την ευθύνη της μοναδικότητας, την αυθεντικότητα του προσωπικού τους χαρακτήρα, με αποτέλεσμα την «φύσιν βεβηλούσι». Μέχρι ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει την μοναδικότητα της υπάρξεώς του, θα χρησιμοποιεί αλλότρια μέσα, για να αποφασίσει για τη δική του αυθεντική ζωή.  Θα μιμείται και θα σύρεται σε τρόπους ζωής που ισχύουν για άλλους ανθρώπους.
Ο κόσμος καθοδηγείται και θα εξακολουθήσει να καθοδηγείται από τέτοιους ανειλικρινείς χαρακτήρες. Καθοδηγείται από ξόανα επίσημα και σοβαροφανή, που συμπεριφέρονται ως «κύμβαλον αλαλάζον» κατά τον Παύλο, ως το «κεραμεούν» και «φαύλον», και το «σιχαμερό», κατά τον Απολλώνιο Τυανέα, που διαρκώς και αγυρτικώς εξαπατούν.  
Πολύ συχνά, κάποιοι ματαιόδοξοι παρουσιάζονται διαφορετικοί από ότι είναι στην πραγματικότητα, για να γίνουν αρεστοί και αποδεκτοί από τον κοινωνικό τους περίγυρο ή τον επαγγελματικό τους χώρο, θέλοντας να δείξουν ότι είναι «ανώτεροι και ξεχωριστοί», κοροϊδεύουν «εαυτούς», αλλά όχι και «αλλήλους». Γιατί «ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον». Γιατί η αραχνοΰφαντη πανοπλία του ψεύδους και της υποκρισίας τους σχίζεται και εμφανίζεται ο διεστραμμένος νους των, η μοχθηρή και τρισάθλια ψυχή τους. 
Όσοι φορούν αυτήν την πανοπλία του ψεύδους και της υποκρισίας, ας ακούσουν τον Απόστολο Παύλο, που λέγει:

«Γίνεσθε ουν μιμηταί του Θεού, ως τέκνα αγαπητά και περιπατείτε εν αγάπη, καθώς και ο Χριστός ηγάπησεν ημάς και παρέδωκεν εαυτόν υπέρ ημών προσφοράν και θυσίαν εις τον Θεόν εις οσμήν ευωδίας. Πορνεία δε και πάσα ακαθαρσία ή πλεονεξία μηδέ ας ονομάζηται μεταξύ σας, καθώς πρέπει εις αγίους, μηδέ αισχρότης και μωρολογία ή βωμολοχία, τα οποία είναι απρεπή, αλλά μάλλον ευχαριστία.  Διότι τούτο να γνωρίζετε, ότι πας πόρνος ή ακάθαρτος ή πλεονέκτης, δεν έχει κληρονομίαν εν τη βασιλεία του Χριστού και Θεού». (Εφεσίους 5:1-5)