ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου

Η πηγή της ζωής, εν μνημείῳ τίθεται,
και κλίμαξ προς ουρανόν, ο τάφος γίνεται.

Ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας λέγεται Κοίμηση. Ο Ιωάννης ο Θεολόγος στην Αποκάλυψη μιλάει για τον πρώτο και τον δεύτερο θάνατο: «επί τούτων ο δεύτερος θάνατος ουκ έχει εξουσίαν, αλλ᾿ έσονται ιερείς του Θεού και του Χριστού, και βασιλεύσουσι μετ᾿ αυτού χίλια έτη» (Αποκ.20,6). Ο πρώτος μόνον θάνατος, ο οποίος είναι αναπόφευκτος για όλους τους ανθρώπους, περιμένει και τους αγίους και τους δικαίους. Αλλά ο δεύτερος, ο φοβερός και αιώνιος θάνατος, περιμένει τους μεγάλους και αμετανόητους αμαρτωλούς, οι οποίοι αρνήθηκαν την αγάπη και τη δικαιοσύνη του Θεού και είναι καταδικασμένοι να βρίσκονται αιωνίως υπό τη δυναστεία  του διαβόλου και των αγγέλων του.
Η Παρθένος Μαρία, ο άχραντος ναός του Σωτήρος, υπήρξε το κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος και από την καθαγιασμένη μήτρα της έλαβε το ανθρώπινο σώμα ο Υιός του Θεού, ο Οποίος κατήλθε από τους Ουρανούς,
γι’ αυτό και αξιώθηκε το άμεσο πέρασμα από τη Βασιλεία του Θεού, εντός της Βασιλείας των Ουρανών και την αιώνια ζωή.
Η Θεοτόκος, το προσφιλέστερο και ιερότερο πρόσωπο μετά τον Κύριο,  συγκέντρωσε την τιμή και την ευλάβεια όλων των χριστιανικών γενεών. Αναρίθμητοι ναοί και μονές έχουν κτισθεί προς τιμήν της. Η εικόνα της βρίσκεται στα αριστερά της Ωραίας Πύλης, παραστάσεις από τη ζωή της διδάσκουν στιγμιότυπα της ζωής της και η παράσταση Κοιμήσεώς της, αγιογραφημένη σε θαυμάσιες εικόνες  και τοιχογραφίες σε κάθε ναό, πάνω από την κεντρική είσοδο σε εκπληκτικές πολυπρόσωπες συνθέσεις, διηγούνται την ιερά της κηδεία, ύμνοι εκλεκτοί γεραίρουν την ακολουθία της και λόγοι λαμπροί και εγκώμια εγράφησαν από τους Πατέρες και νεωτέρους εκκλησιαστικούς συγγραφείς της Ορθοδοξίας, κατά την ημέρα της μνήμης της.
Όλες οι ανθρώπινες γενεές προσέφεραν ό,τι εκλεκτό είχαν να παρουσιάσουν, για να μακαρίσουν έργω και λόγω την Παρθένο Μαρία. Οι ιστορικές  πηγές δεν παρέχουν πολλά στοιχεία για τον βίο της Θεοτόκου και ειδικά για τις συνθήκες της κοίμησής της. Διάφορες ιστορίες και διηγήσεις, γεμάτες αγάπη και τρυφερότητα, διασώθηκαν ως τις ημέρες μας, από την εποχή της πρώτης Εκκλησίας, ακριβώς όμως λόγω της ποικιλότητάς τους, δεν  είναι δυνατόν να υποστηρίξουμε την «ιστορικότητα» καμίας από αυτές, σημειώνει μεταξύ άλλων συγχρόνων θεολόγων ο π. Αλεξάντερ Σμέμαν.
Με την εορτή της Κοιμήσεως η μνήμη και η αγάπη της Εκκλησίας επικεντρώνονται όχι στην ιστορικότητα,  αλλά στην πραγματικότητα του γεγονότος της συμπλήρωσης της επίγειας ζωής της Μητέρας όλων των μητέρων, όπου και όποτε συνέβη. Η Εκκλησία τονίζει επίσης την ουσία και το νόημα του θανάτου της Παρθένου, της οποίας ο Υιός, σύμφωνα με τη χριστιανική μας πίστη, νίκησε το θάνατο, αναστήθηκε εκ των νεκρών και υποσχέθηκε σε μας την τελική ανάσταση και τη νίκη της αιώνιας ζωής.
Ο θάνατός της, λέγει ο π. Σμέμαν, ερμηνεύεται με τον καλύτερο τρόπο μέσα από την εικόνα της Κοιμήσεως που τοποθετείται στα προσκυνητάρια των εκκλησιών μας εκείνη την ημέρα, ως το κέντρο της όλης εορτής. Η Μητέρα του Θεού έχει πεθάνει και βρίσκεται ξαπλωμένη στο νεκροκρέβατο. Οι απόστολοι του Χριστού είναι συγκεντρωμένοι γύρω της και πάνω ψηλά, στο κέντρο, βρίσκεται ο Χριστός, ο οποίος παριστάνεται να κρατεί  τη Μητέρα του, ζωντανή και αιώνια ενωμένη μαζί του. Εδώ διακρίνουμε όχι το διχασμό αλλά την ένωση· όχι τη λύπη αλλά τη χαρά και κυρίως όχι το θάνατο αλλά τη ζωή. «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον, ου κατέλιπες Θεοτόκε…», ψάλλουν οι πιστοί ατενίζοντας την εικόνα αυτή.
Μελετώντας την τελευτή της Θεοτόκου, αντιλαμβανόμαστε ότι πλέον δεν υπάρχει θάνατος και ότι το γεγονός του τέλους της ζωής ενός προσώπου αποτέλεσε την αρχή της πραγματικής ζωής, είσοδος εκεί όπου βασιλεύει η ζωή. Εκείνη, η οποία προσέφερε τον εαυτό της ολοκληρωτικά στον Χριστό, που τον αγάπησε μέχρι τέλους, συναντάται μαζί του ενώπιον των λαμπρών πυλών του θανάτου και τότε ο θάνατος μετατρέπεται σε ευφρόσυνο συναπάντημα, η ζωή θριαμβεύει, η χαρά και η αγάπη κυριαρχούν μεταξύ των ανθρώπων.
Επί αιώνες η Εκκλησία ατενίζει και εμπνέεται από τον θάνατο εκείνης η οποία επιλέχθηκε ως μητέρα του Ιησού, εκείνης η οποία έδωσε ζωή στο Σωτήρα και Λυτρωτή μας, εκείνης η οποία προσέφερε τον εαυτό της ολοκληρωτικά στον Υιό του Θεού μέχρι τέλους, μένοντας μόνη κάτω από το σταυρό. Η Εκκλησία  μελετώντας την Κοίμηση της Παναγίας, ανακαλύπτει και βιώνει το θάνατο, όχι πλέον, ως φόβο, τρόμο ή τέλος, αλλά ως λαμπρή και αυθεντική αναστάσιμη χαρά:  «Εν τη γεννήσει σου σύλληψις άσπορος, εν τη κοιμήσει σου νέκρωσις άφθορος…».
Η εορτή της Κοίµησης της Θεοτόκου, είναι η µεγαλύτερη από τις εορτές που καθιέρωσε η Εκκλησία, προς τιµήν της Μητέρας του Κυρίου και ίσως είναι και η παλαιότερη από όλες τις άλλες. Οι πρώτες ιστορικές µαρτυρίες για την εορτή εµφανίζονται κατά τον 5ο  αιώνα, λίγο πριν και µετά την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου (451), δηλαδή την εποχή που διατυπώθηκε η ορθόδοξη θεοµητορική διδασκαλία. Η θέση της Παναγίας, που επιβεβαιώθηκε από Σύνοδο της Εφέσου, µπορεί, να θεωρηθεί και η αιτία της ανάπτυξης µιας επίσηµης αποδοχής των τιµών, που οι πιστοί και οι τοπικές χριστιανικές κοινότητες ήδη είχαν υιοθετήσει για το πρόσωπο της Θεοτόκου.
Η παράδοση για το πρόσωπο της Παναγίας διαµορφώθηκε κατά τους πρώτους µεταχριστιανικούς αιώνες. Ήταν η ψυχολογική, λογική, ιστορική και κοινωνική ανάγκη, που καθιέρωσε την ιδιαίτερη τιµή στο πρόσωπό της. Οι ελάχιστες αναφορές των κανονικών Ευαγγελίων για τη Μητέρα του Θεανθρώπου ανάγκασαν τους χριστιανούς των πρώτων αιώνων να συμπληρώσουν τα γεγονότα της ζωής της µε συναισθηματικό και όχι πάντοτε με ιστορικό τρόπο.
Η ιστορικότητα των παραδόσεων για τη ζωή της Παναγίας κρατήθηκε σε δεύτερο επίπεδο ενδιαφέροντος. Κεντρικό ερέθισµα εκδηλώνει την ανάγκη, να εκφραστεί  η αγάπη του πιστού για τη Μητέρα του Θεανθρώπου. Η ζωή της Παναγίας αποδόθηκε µε την ελευθερία της λαϊκής δημιουργίας και µε τη συνέπεια που επέβαλε η ιερότητα του προσώπου της.
Σύµφωνα µε την ορθόδοξη παράδοση, η παρθένος Μαρία εκλέχθηκε από το Θεό, για να συνεργήσει στο µυστήριο της Θείας Οικονοµίας. Η Παναγία γεννήθηκε, φέρουσα και αυτή το προπατορικό αµάρτηµα, από το οποίο απαλλάχθηκε µε την αποδοχή της Θείας Χάριτος και την υπακοή στη Θεία Βούληση, δια της οποίας αξιώθηκε, να γίνει η µητέρα του Λόγου του Θεού και να μείνει αειπάρθενος «προ τόκου, εν τόκω και µετά τόκον». Ο άγιος Ιωάννης ο ∆αµασκηνός λέγει, προς την Θεοτόκο: «χαίρεις μόνη εν παρθένοις Παρθένος, η προ του τόκου και εν τόκω και µετά τόκον παρθένος διαµείνασα».
Στην ορθόδοξη παράδοση το πρόσωπο της Παναγίας είναι το πρότυπο της πνευματικής ανυψώσεως του ανθρώπου, προς τον Θεόν. Η Παναγία ως άνθρωπος είναι αδελφή µας και ως γεννήσασα θεοπρεπώς σαρκωµένο τον αληθινό Θεό είναι µητέρα των Χριστιανών, οι οποίοι ως τέκνα της γίνονται δεκτικοί της Θείας Χάριτος και θεώνονται.
Η Παναγία για τον χριστιανό αντιπροσωπεύει την πνευματική οντολογική ύπαρξη, που είναι δυνατό να αποκτήσει ο άνθρωπος και να ανανεώσει την ελπίδα για τη σωτηρία του. Η Παναγία είναι το πρόσωπο που κατέχει την πιο εξέχουσα θέση µετά τον Θεάνθρωπο, στη συνείδηση των ορθόδοξων χριστιανών. Στη μητέρα του Χριστού αποδίδεται η απαρχή της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους και ο βίος της προβάλλει, ως πρότυπο αγιότητας, τελειότητας και θέωσης του ανθρώπου.
Η εορτή της Κοιµήσεως καθιερώθηκε, όπως και πολλές άλλες εορτές, την εποχή του Ιουστινιανού. Ο ημερολογιακός ορισµός των Θεομητορικών εορτών, που ως τότε ήσαν κινητές, τοπικές και σχεδόν όλες εξαρτημένες, από τις Δεσποτικές, φάνηκε ίσως αναγκαίος και μετά τις αποφάσεις της Συνόδου της Χαλκηδόνας, που καθόρισε τη θέση της Εκκλησίας για το πρόσωπο της Θεομήτορος ως εξής:
«Ομολογούμε ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού ο μονογενής, είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με ψυχή λογική και σώμα. Γεννήθηκε προ αιώνων από τον Πατέρα κατά την θεότητα και στις έσχατες ημέρες, ο ίδιος, για χάρη μας και για την δική μας σωτηρία, από την Μαρία την παρθένο, ως προς την ανθρωπότητα. Είναι ομοούσιος με τον Πατέρα ως προς την θεότητα και ομοούσιος με εμάς ως προς την ανθρωπότητα, διότι ενώθηκαν οι δύο φύσεις. Γι’ αυτό ομολογούμε ένα Χριστό, ένα Υιό, ένα Κύριο. Κατά την έννοια αυτή της ασύγχυτης ένωσης, ομολογούμε ότι η αγία παρθένος είναι Θεοτόκος, διότι ο Θεός Λόγος έλαβε σώμα από αυτήν και το ένωσε με τον εαυτό του, σαρκώθηκε και ενανθρώπησε» .
Η Κοίµηση της Θεοτόκου αποτελεί µια ακόµα επιβεβαίωση του λυτρωτικού χαρακτήρα της χριστιανικής πίστης. Είναι επέτειος που τιµά τη μνήµη της μητέρας του Θεανθρώπου, ως μητέρας όλων των ανθρώπων. Η διττή αυτή σηµασία γίνεται στους πιστούς πιο καθαρή από την παράδοση που καλλιεργήθηκε γύρω από το θέµα της εορτής και από την πρόκληση για ρητορική παραγωγή πλήθους οµιλιών, διδασκαλιών και πανηγυρικών λόγων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι οµιλίες του Αγίου Ιωάννη του ∆αµασκηνού για την Κοίµηση στον ναό της Γεθσημανής. Το νέο στοιχείο που εισάγει ο ∆αµασκηνός είναι ότι κατά την Κοίµηση της Θεοτόκου δεν παρίστανται µόνο οι Απόστολοι, αλλά και οι ψυχές των πατριαρχών, των προφητών και των αγίων. Στις Οµιλίες του ∆αµασκηνού διακρίνεται η πρόθεσή του, ώστε να παραλληλίσει την τριήμερη ταφή, την ανάσταση και ανάληψη της Θεοτόκου µε την Ανάσταση του Χριστού.
Γενικά φαίνεται ότι οι αντιλήψεις για τα γεγονότα που συνδέονται µε την Κοίµηση της Θεοτόκου διαμορφώθηκαν παράλληλα σε εκκλησιαστικό και λαϊκό περιβάλλον και κατά την εποχή της ∆΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Χαλκηδόνα είχαν ήδη συµπτυχθεί και αποκρυσταλλωθεί.
Στο θέµα της Κοίµησης της Θεοτόκου οι περισσότεροι από τους παλαιότερους εκκλησιαστικούς συγγραφείς αναπαράγουν τις απόψεις των απόκρυφων πηγών και οι υπόλοιποι κρατούν στάση επιφυλακτικού παρατηρητή. Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του αγίου Επιφάνιου, που δίνει και την αρχαιότερη μαρτυρία για το θάνατο της Παναγίας, ότι: «ου πάντως δε ορίζοµαι τούτο και ου λέγω ότι αθάνατος έµεινεν, αλλ΄ ούτε διαβεβαιούµαι ει τέθνηκεν» και ο ίδιος συγγραφέας σε άλλο σηµείο παραδέχεται ότι «το τέλος Αυτής ουδείς έγνω».
Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμηνεύουν το υπέρλογο του γεγονότος της μετάστασης του σώµατος της Παναγίας, ως δώρο του Υιού προς την Μητέρα. Αυτή η σχέση όµως δεν ανατρέπει την ανθρώπινη πορεία, γιατί όπως λέγει και ο Μ. Αθανάσιος, «θνητή γαρ ην η αγία Μαρία, εξ ης και το σώµα» (Κατά Αρειανών).
Είναι προκλητική η αντίφαση μεταξύ της υπέρβασης των φυσικών νόµων που παρατηρείται µε τη γέννηση του Θεανθρώπου και την αδυναµία αποφυγής του θανάτου της Μητέρας του Θεού. Την πιο πάνω αντίφαση διαλύει η αποδοχή του θαυμαστού τρόπου της μετάστασης, η οποία ικανοποιεί και συναισθηματικά τον πιστό, χωρίς να αναιρεί τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος, που έφερε και η Θεοτόκος. γι’ αυτό γράφει ο Ιωάννης ∆αµασκηνός, ότι «αποθεµένη το φθαρτόν, την αφθαρσίαν αµφιάσασθαι». Το σώµα της Παναγίας πρέπει να έχει την ανθρώπινη πορεία, όµως αφού πεθάνει και ταφεί δεν αποδέχεται τη φθορά και συμμετέχει στο θαύµα της Μετάστασής του.
Η ελευθερία έκφρασης του θρησκευτικού και κοινωνικού συναισθήματος και του τρόπου εκδήλωσης τιµής και ευσέβειας των ορθοδόξων εκδηλώνονται σε περιπτώσεις, που  δεν χαρακτηρίζονται δογµατικά. Η αποδοχή της παράδοσης για την Κοίµηση της Παναγίας, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι διαμορφώνει δόγµα. Για την Ανατολική Εκκλησία, η Παναγία ανήκει περισσότερο στο χώρο της επιτέλεσης πρεβειών, μεσιτειών και θαυµάτων.
Με την Κοίµηση και την Μετάσταση του σώµατος της Παναγίας, κάποιοι πιστοί επιβεβαιώθηκαν, ότι η σωτηρία του ανθρώπου πραγματώνεται μέσα από την επιλογή και χάρη του Θεού. Άλλοι είδαν στα γεγονότα αυτά την επιβεβαίωση της επιβράβευσης του ανθρώπου, που έζησε µε αρετή και μετάνοια.
Η θέση της Παναγίας στη Θεία Οικονοµία οριζόταν κυρίως από τη θέση της Μητέρας και ελάχιστα από τη στάση της κατά το θείο δράµα. Σε όλους στους Πατέρες και συγγραφείς, που ασχολήθηκαν µε το θέµα, εµφανίζεται η Μετάσταση περισσότερο, ως συμπλήρωμα της γέννησης του Θεανθρώπου και λιγότερο, ως δίκαιη κατάληξη της ζωής της Παναγίας, ίσως γιατί η ζωή της θεωρείται, µετά τον Ευαγγελισµό, προδιαγεγραμμένη. Γι’ αυτό το περί της Θεοτόκου θέμα αρχικά, στην ενιαία Εκκλησία, ήταν μέρος των χριστολογικών αντιπαραθέσεων.
Για το αν η Μετάσταση συνέβη ή όχι, ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης δεν αμφιβάλλει καθόλου. Βασίζει την παραδοχή του γεγονότος στην ανθηρή παράδοση που, λίγο αργότερα, επί Ιωάννου του Δαμάσκηνου, θα σφραγίσει πιο έντονα και πιο φλογερά τη λατρευτική συνείδηση της Ανατολικής Εκκλησίας. Στηρίζεται,  ιστορικά στην παράδοση και μάλιστα αναφέροντάς μας ένα γραπτό δεδομένο της, το «Περί θείων ονομάτων» σύγγραμμα του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Αλλά δεν αρκείται, όπως είναι φυσικό, στην απλή υπενθύμιση των συμβάντων κατά την Κοίμηση. Μεταδίδει, με όλο το σεβάσμιο κύρος που είχε πάνω της, την αποδεκτή γενικά μαρτυρία περί των εσχάτων της Παναγίας, μαρτυρία που πήγαζε πιθανότατα από τους αποστολικούς χρόνους.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, συνοψίζοντας την πατερική θεολογία, λέγει ότι η Παναγία μας, «έχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος». Και ότι «είναι θεός μετά τον Θεόν, μεθόριο μεταξύ κτιστού και άκτιστου και προΐσταται των σωζόμενων», κατ' άλλη ευδόκιμη έκφραση σύγχρονου θεολόγου της Εκκλησίας μας. Ο δε άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο νεώτερος, αυτός απλανής φωστήρας και διδάσκαλος της Εκκλησίας, αναφέρει ότι και αυτά τα αγγελικά τάγματα φωτίζονται από το φως, που λαμβάνουν από την υπέρλαμπρη Θεοτόκο.
Να σκεφτόμαστε την μακάρια Κοίμηση της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας και να θυμόμαστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιαν. 5, 24).