ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ


ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου
Η ευαγγελική περικοπή της σημερινής Κυριακής περιγράφει δύο θαύματα του Χριστού. Το ένα είναι η θεραπεία δύο τυφλών, οι οποίοι αμέσως απέκτησαν το φως των οφθαλμών τους και άρχισαν να βλέπουν και να θαυμάζουν την ωραιότητα της κτίσεως και του κόσμου, που δημιούργησε ο Παντοδύναμος Τριαδικός Θεός και το άλλο θαύμα είναι η θεραπεία ενός κωφού, ο οποίος, αν και δεν ζήτησε εκφώνως τη δική του θεραπεία,  βλέποντας την ευεργεσία του θαύματος στους δύο τυφλούς, αναφώνησε, ευχαριστήριο δοξασμό προς τον Κύριο. Ο ιαθείς κωφός δεν άκουγε εξ’ αιτίας δαιμονικής προσβολής και όχι κάποιας σωματικής πάθησης. Και στα δύο αυτά θαύματα δωρίζεται, από τον Κύριο
η θεραπεία των αισθήσεων οράσεως και ακοής.
Πριν από αυτήν την ευεργεσία, προς τους δύο τυφλούς και τον κωφό, ο Χριστός είχε επισκεφθεί το σπίτι του Ιαείρου, κατόπιν προσκλήσεώς του, δια να επαναφέρει στη ζωή την θυγατέρα του, η οποία, καθώς ο ίδιος ο Ιάειρος είπε στον Χριστό, εκείνη «άρτι ετελεύτησεν». Διακρίνοντας, ο Ιησούς την πίστη του χαροκαμένου εκείνου πατέρα, πήγε στην οικία του και ανέστησε την κόρη του. Και ευθύς «ηγέρθη το κοράσιον. Και εξήλθεν η φήμη αύτη εις όλην την γην εκείνην».  
Ο Χριστός, εκτός από την αγάπη και τη συμπόνια, που έδειχνε στους ανθρώπους, που υπέφεραν από διάφορες ασθένειες (σωματικές ή ψυχικές), όπως στην  γυναίκα που αιμορραγούσε επί δώδεκα έτη ή  ακόμα και σε περιπτώσεις θανάτου,  όπως στην περίπτωση της θυγατέρας του Ιαείρου ή της αναστάσεως του υιού της χήρας της πόλεως Ναϊν, καθώς και του φίλου Του Λαζάρου, παρέμβαινε με θαυματουργικές ενέργειες, γιατί ήθελε να φανερώσει στους ανθρώπους, αφ’ ενός μεν, ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας, που είχαν εξαγγείλει οι Προφήτες και αφ’ ετέρου δε, ότι αυτές εγίνοντο, ως σημεία της παρουσίας του Θεανθρώπου, επί της γης.
Τα θαύματα ήταν η φανέρωση του Σωτηριολογικού έργου του Χριστού, ως λυτρωτή και απελευθερωτή του ανθρώπου, από την αμαρτία και την «γέεννα του πυρός». Το θαύμα και η διδασκαλία είναι μέρος της σωστικής παρουσίας του Θεανθρώπου στον κόσμο και έγκειται στον Θεό, που το επιτελεί και στον άνθρωπο που λαμβάνει την θαυματουργική ευεργεσία.
Ο Χριστός στις ικεσίες των ανθρώπων που υποφέρουν, ενεργεί και θαυματουργεί, ως  «ιατρός των ψυχών και των σωμάτων». Θεραπεύει καθολικά την ανθρώπινη υπόσταση του κάθε ασθενούς, διότι ο Θεός δημιούργησε τον «παραπεσόντα» άνθρωπο, ως οντότητα ψυχοσωματική και επιτελεί το θαύμα με κριτήριο την αγάπη Του και με σκοπό τη σωτηρία ολόκληρης της ανθρώπινης υπόστασης.
Η άρρηκτη σχέση των ψυχικών ενεργημάτων και των σωματικών εκδηλώσεων, διδάσκεται από τους πρώτους αιώνες, δια των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας.  Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στην Ανθρωπολογία του, αναφέρει το τριμερές σχήμα των δυνάμεων της ψυχής. Ήτοι: νους,  λόγος, αίσθηση. Αυτές τις τρεις δυνάμεις τις θεωρεί, ο ιερός Δαμασκηνός, ως μέρη της ίδιας ουσίας. Η ψυχή, κατά τον ιερό Δαμασκηνό, είναι «ζώσα ουσία».  Μέρος δε αυτής της ουσίας και μάλιστα «καθαρώτατον» είναι ο «νους», ο οποίος «ουχ έτερον έχουσα παρ’ εαυτήν τον νουν, αλλά μέρος αυτής το καθαρώτατον». Η δεύτερη δύναμη, είναι ο «λόγος», διότι η «Ψυχή τοίνυν έστιν ουσία λογική», σημειώνειΚαι η τρίτη είναι η «αίσθηση», δηλαδή, η δύναμη της ψυχής.
Συνεπώς, κατά τον ιερό Δαμασκηνό, η ψυχή έχει τη ζωή, ως ουσία και ως ενέργεια, στο συνημμένο σώμα της. Αυτό σημαίνει, ότι οι ενέργειες της ψυχής είναι εκείνες, που προσδίδουν στο σώμα τη ζωή, την αύξηση, την αίσθηση και τη γέννηση.
Η άρρηκτη σχέση ψυχικών ενεργημάτων και σωματικών εκδηλώσεων φαίνεται, κυρίως, στο επίπεδο της διερεύνησης του λογικού, το οποίο σχηματικά χωρίζεται στον «ενδιάθετον λόγον», που είναι κίνημα της ψυχής και στον «προφορικόν λόγον» και ενεργείται, διά του σώματος, εκφράζον τη νοητική ενέργεια της ψυχής «ως γλωσσικά αρθρωμένη νόηση».
Οι ενέργειες αυτές της ανθρώπινης φύσης αναπτύσσονται διεξοδικά και από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ο οποίος δεν απολυτοποιεί κανένα τμήμα της δισύνθετης ύπαρξης του ανθρώπου, αλλά δέχεται, ότι η ανθρώπινη φύση είναι επιδεκτική φωτιστικής ζωής ή νεκρώσεως, ανάλογα της χρήσης του «αυτεξουσίου», είτε προς το αγαθό, είτε προς το κακό. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δεν εγκλωβίζεται στην ψυχή, όπως έκαναν οι Νεοπλατωνικοί Φιλόσοφοι, οι οποίοι προέκριναν μόνο την ψυχή, λόγω της απλότητάς της και αντέκρουαν μετά μανίας το σώμα, λόγω της σύνθεσής του. Θεωρούσαν ότι αφού η ψυχή οικειώνεται την συνθετότητα του σώματος, καθίσταται και αυτή, εξαιτίας του σώματος, άνευ φωτισμού.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αντικρούει αυτήν την διαλεκτική, διότι διακρίνει σε όλη την κτιστή φύση, ακόμα και στην ψυχή, μια μορφή σύνθεσης και διδάσκει, ότι η σύνθεση της νοεράς και λογικής ψυχής των ανθρώπων, ακόμη και των αγγέλων, εδράζεται στην αποδοχή δύο υπεναντίων ποιοτήτων. της αγαθότητας και της κακότητας, λέγων ότι «η λογική και νοερά ψυχή, ουσίαν μεν έχει την ζωήν, αλλά δεκτικήν των εναντίων, κακίας δηλονότι, και αγαθότητος. (ΕΠΕ 8, 108).
Κάθε φύσις λογική και νοερά, συνεχίζει διδάσκων ο ιερός ούτος Πατήρ, είτε αγγελική είναι, είτε ανθρώπινη, ως ουσία έχει την ζωή, λόγω της οποίας διαμένει εξ ίσου αθάνατη κατά την ύπαρξη, χωρίς να επιδέχεται φθορά. Αλλά η μεν νοερά και λογική φύσις του ανθρώπου, δεν έχει τη ζωή μόνο ως ουσία, αλλά και ενέργεια· Διότι ζωοποιεί και το συνημμένο σώμα, γι’ αυτό και μπορεί να λέγεται ζωή αυτού, και όταν λέγεται ζωή αυτού, η ζωή αναφέρεται σε άλλο κι αυτό είναι ενέργειά της, γι’ αυτό προς άλλο πράγμα η ζωή, ποτέ δεν θα μπορούσε, να λέγεται ουσία καθ’ εαυτήν.
Η νοερά των αγγέλων φύσις δεν έχει τη ζωή, ως τέτοια ενέργεια, διότι δεν έλαβε από τον Θεό συνημμένο σώμα εκ της γης, για να πάρει και ζωοποιό προς τούτο δύναμη. Όμως είναι κι αυτή δεκτική των δυνάμεων της αγαθότητος ή της κακίας. Αυτό ακριβώς παριστάνουν οι πονηροί άγγελοι, οι οποίοι από έπαρση υπέστησαν έκπτωση. Σύνθετοι, λοιπόν, είναι κάπως και οι άγγελοι, από την ουσία τους και από μια των εναντίων ποιοτήτων, δηλαδή της αρετής και της πονηρίας. Έτσι αποδεικνύεται, ότι ούτε αυτοί έχουν ουσία την αγαθότητα.
Η ψυχή καθενός από τα άλογα ζώα είναι ζωή του εμψύχου με αυτήν σώματος, κι αυτά τα ζώα δεν έχουν ως ουσία αλλά ως ενέργεια τη ζωή, αφού αυτή δεν είναι καθ’ εαυτήν αλλά είναι σχετική με άλλο. Διότι αυτή φαίνεται να μη έχει τίποτε άλλο, εκτός από τα ενεργούμενα, δια του σώματος. Γι’ αυτό και όταν λύεται αυτό, κατ’ ανάγκη συνδιαλύεται κι αυτή, διότι δεν είναι λιγότερο από το σώμα θνητή, επειδή παν ό,τι υπάρχει, προς το θνητό υπάρχει και λέγεται. Γι’ αυτό και, όταν πεθάνει αυτό, πεθαίνει μαζί του κι αυτή.
Η ψυχή καθενός από τους ανθρώπους, είναι βέβαιη ζωή και του κατ’ αυτήν εμψύχου σώματος κι έχει ζωοποιό ενέργεια, παρατηρούμενη προς άλλο πράγμα, δηλαδή προς αυτό που ζωοποιείται απ’ αυτήν. Έχει όμως τη ζωή όχι μόνο ως ενέργεια αλλά και ως ουσία, αφού ζει καθ’ εαυτήν. Διότι βλέπεται να έχει τη λογική και νοερή ζωή, που είναι φανερά άλλη από τη ζωή του σώματος και των σχετικών με το σώμα. Γι’ αυτό και όταν λύεται το σώμα, αυτή δεν συνδιαλύεται. Αλλά, εκτός του ότι δεν συνδιαλύεται, διαμένει και αθάνατη, διότι δεν παρατηρείται προς κάτι άλλο, αλλά ουσία έχει την καθ’ εαυτήν ζωή.
Η λογική και νοερή ψυχή έχει βέβαια ουσία τη ζωή, αλλά δεκτική των εναντίων, δηλαδή της κακίας και της αγαθότητος. Επομένως δεικνύεται, ότι δεν έχει ουσία την αγαθότητα, όπως ούτε την κακία, αλλά σαν ένα είδος ποιότητας, διακείμενη κατά περιστάσεις σύμφωνα με τη διάθεσή της, προς τη μία ή την άλλη. Και δεν παρευρίσκεται τοπικά η αγαθότης, αλλά μόνο όταν η νοερή ψυχή, η οποία έλαβε το αυτεξούσιο, από Εκείνον που την έκτισε, στραφεί προς αυτήν και θελήσει να ζει σύμφωνα με αυτήν. Γι’ αυτό και η λογική και νοερή ψυχή είναι κάπως σύνθετη, όχι από την ενέργεια, αλλά από την ουσία της και από μια οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες ενάντιες ποιότητες, δηλαδή την αρετή ή την πονηρία». (Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, ΕΠΕ 8, Κεφάλαια Φυσικά.)
Συνεπώς, ο άνθρωπος δεν έχει, ούτε ως ουσία την αγαθότητα, ούτε ως ουσία την κακότητα και η ζωή του εξαρτάται, από τις επιλογές του, δηλαδή, από την ορθή ή εσφαλμένη χρήση του «αυτεξουσίου» και των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, που «ενοικεί» στην ψυχή του πιστού και δημιουργεί νέα πραγματικότητα, η οποία γίνεται αισθητή στον πνευματοφόρο άνθρωπο, ο οποίος διαθέτει πλέον τη δυνατότητα, να συνεχίζει το έργο του Χριστού, επί της γης, κατόπιν και της εντολής,  που Εκείνος έδωσε στους μαθητές και αποστόλους, μετά της «σφραγίδος» και της «δωρεάς» του Αγίου Πνεύματος, που έλαβαν, ώστε να μπορούν να πραγματώνουν και αυτοί, καθώς και οι διάδοχοι αυτών θαύματα, όπως ο Χριστός, που θαυματούργησε στους δύο τυφλούς και στον κωφό, σύμφωνα με την διήγηση της Ευαγγελικής περικοπής της Κυριακής Ζ΄ Ματθαίου.
Η δυνατότητα του πνευματοφόρου και χριστοφόρου ανθρώπου, ώστε να μπορεί να ενεργεί, όπως και ο Θεάνθρωπος, δεν θα πρέπει να δημιουργεί έπαρση, γιατί πολύ εύκολα μπορεί, να απολέσει κάθε αγιοπνευματική πορεία, όπως το «τάγμα» των αγγέλων, που δαιμονοποιήθηκε. Γιατί δεν αποτελεί προσωπική δύναμη κανενός, όταν επιτελείται ένα θαύμα. Το θαύμα δεν το πραγματώνει κανείς άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο. Ούτε ακόμα και οι άγιοι, γιατί δεν είναι δική τους η δύναμη, αλλά η χάρη  του Αγίου Πνεύματος, η οποία επενεργεί. Διότι οι άγιοι έκαναν το θέλημα τού Θεού, δικό τους θέλημα, γιατί  μέσα τους εγκαταστάθηκε ο Xριστός, καθώς διδάσκει ο Απ. Παύλος ότι «ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμο Χριστός» (Γαλ. β' 20) και περπατούν «κατά Πνεύμα» και μπορούν   να πουν, «ό,τι έχω τούτο σοι δίδω, εν τω ονόματι του Ιησού Xριστoύ του Ναζωραίου, έγειρε και περιπάτει» (Πράξ. γ' 6), ή «Ταβιθά ανάστηθι»! (Πράξ. θ' 40).
Στο σημερινό Ευαγγέλιο περιγράφονται δύο θαύματα, που έκανε ο Χριστός, το ένα είναι η θεραπεία δύο τυφλών, οι οποίοι αμέσως απέκτησαν το φως των οφθαλμών τους και είδαν τα δημιουργήματα του Θεού και το άλλο (θαύμα) είναι η θεραπεία ενός κωφού. Και στα δύο αυτά θαύματα δίδεται, από τον Χριστό, η θεραπεία δύο σωματικών αισθήσεων, της οράσεως και της ακοής. Τί θα ήμασταν αν δεν είχαμε αυτές τις δύο σημαντικές αισθήσεις; Μόνοι όσοι τις στερούνται καταλαβαίνουν την αξία τους. 
Οι τυφλοί που θεραπεύθηκαν και ακλούθησαν τον Χριστό, φωτίστηκαν πλήρως, όχι μόνον κατά το σώμα, αλλά και κατά την ψυχή. Τέτοια θαύματα χρειάζεται η ανθρωπότητα στην εποχής μας.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, κηρύττων έλεγε, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει να ακολουθήσουμε και εμείς το φως, που φωτίζει και την ψυχή και το σώμα. Να βαδίσουμε προς τη λάμψη του και, «ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν». Να Τον δοξάσουμε με έργα αγαθά και να βοηθήσουμε, όσους μας βλέπουν, να Τον δοξάζουν και αυτοί. Να απομακρυνθούμε από το αντίθετο σκότος, που είναι η αμαρτία και ο προστάτης της αμαρτίας διάβολος. Εκείνο το φως, ως ήλιος που είναι της καθολικής δικαιοσύνης, σωφροσύνης, ειρήνης, συμπαθείας, ανεξικακίας, αγάπης και γενικώς κάθε αρετής, καθιστά μετόχους αυτού όσους τον ποθούν.»
Ας ακούσουμε κι εμείς τη φωνή του αγίου Γρηγορίου, διότι πράγματι, χρειαζόμαστε θεραπεία στην πνευματική τύφλωση και κώφωσή μας. Αυτό επιτυγχάνεται  με συνειδητή συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας και στα ιερά Μυστήρια, με τα οποία ελκύουμε πλούσια τη Χάρη του Δεσπότου Χριστού και τότε  η ζωή μας, ενώνεται με την «εν Χριστώ ζωή» και μεταμορφώνεται σε ένα διαρκές θαύμα, που θεραπεύει καθημερινά, όχι μόνο μερικές από τις αισθήσεις μας, αλλά ολόκληρο το είναι της υπάρξεώς μας.  Ο φωτισμός της διάνοιας είναι η γνώση του μόνου αληθινού Θεού και η τέλεια γνώση της αλήθειας είναι η ολοκληρωτική αφοσίωση στην δοξολογία, στην ευχαριστία, στον αίνο και στην ευλογία του ονόματος του Θεού. Όλα αυτά μαρτυρούν γνώση Θεού και Θεία αποκάλυψη, γιατί χωρίς αποκάλυψη είναι αδύνατον να επιτευχθούν θαύματα.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει, ότι ο ίδιος ο Κύριος μας παραγγέλλει να ζητάμε την βοήθεια του Θεού, για την πνευματική μας πρόοδο και προκοπή λέγοντας, «εργάζεσθε μη την βρώσιν την απολλυμένην, αλλά βρώσιν την μένουσαν, εις ζωήν αιώνιον».  Και υπόσχεται, συνεχίζει ο άγιος Γρηγόριος, να μας προσθέσει και τα σωματικά, εάν εμείς ζητούμε τα ψυχωφελή, λέγοντας, «ζητείτε την βασιλείαν του Θεού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν».
Αυτό, ακριβώς, κάνει και με τους οφθαλμούς μας, κηρύττει ο πεφωτισμένος Πατήρ της Εκκλησίας, λέγων ότι «ο Θεός, αφού έκλινε τους ουρανούς και κατήλθε στη γη από φιλανθρωπία, για να διανοίξει με το Ευαγγελικό κήρυγμα τους οφθαλμούς της ψυχής μας, και να μας χαρίσει τη νοητή ανάβλεψη, προσέθετε και τη θεραπεία όσων αισθητών οφθαλμών, δεν έβλεπαν.
Συνεπώς, προϋπόθεση του θαύματος είναι η εσωτερική κάθαρση, η οποία δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα της Θείας ενέργειας, αλλά είναι κυρίως,  αποτέλεσμα της ανθρώπινης προσπάθειας. Προσπάθεια, που προϋποθέτει πίστη στη δύναμη του Θεού, πίστη στο Θείο θέλημα, αποδοχή του Θελήματος, «γενηθήτω κατά το θέλημά σου», να είναι η απάντηση στο κάλεσμα του Θεού.
Διότι, με τη βίωση της εντολής της αγάπης εξαλείφεται από την καρδιά του καθενός μας κάθε πικρία ή κακία, προς τον αδελφό και συνάνθρωπό μας και πλημυρίζουμε  από πίστη, με συνέπεια, να γίνεται η ζωή μας, ένα θαύμα στο διηνεκές. Όπως ήταν η ζωή όλων των αγίων μας, εξαιτίας της μεγάλης τους πίστης, εκφραζομένης ως αγάπη, καθ’ όλο τον αγιασμένο βίο τους.
Τότε θα ελκύουμε πλούσια τη Χάρη Του και  ή ζωή μας θα είναι ενωμένη μαζί του, ώστε  να μεταμορφωθεί ολόκληρη, σαν ένα θαύμα, που θα μας θεραπεύει καθημερινά, όχι μόνο μερικές από τις αισθήσεις μας, αλλά ολόκληρο το είναι της υπάρξεώς μας.
Συνεπώς, λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «όποιος έχει τις εντολές τού Χριστού και τις πράττει και τις τηρεί, εκείνος είναι που τον αγαπά, και ότι με την υπομονή και τη στενή και τεθλιμμένη ζωή είναι δυνατόν να επιτύχουμε τη σωτηρία».
Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος λέγει, ότι πρέπει να «δοξάζουμε τον Θεό, για την σωματική όραση και ακοή, αλλά πρέπει, με τον αγώνα μας, την προσευχή μας, την όλη εκκλησιαστική ζωή, να αποκτήσουμε και την πνευματική όραση και την πνευματική ακοή. Από την στέρηση αυτών των πνευματικών αισθήσεων πάσχουμε και υποφέρουμε, γιατί δεν μπορούμε να δούμε τον Θεό και δεν μπορούμε να ακούσουμε το θέλημά Του. Λόγω της ελλείψεως αυτών των πνευματικών αισθήσεων υποφέρουμε πολύ στην ζωή μας. Ο Χριστός εξακολουθεί και σήμερα, δια της Εκκλησίας, να κάνει τέτοια θαύματα, δηλαδή να θεραπεύει την πνευματική τύφλωση και την πνευματική κώφωση του άρρωστου ανθρώπου. Τέτοια θαύματα θα πρέπει να επιδιώκουμε να γευόμαστε από τον Θεό και αυτά τα θαύματα γίνονται μέσα στην Εκκλησία».