ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

ΙΣΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ


ΙΣΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ
Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου
«ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού».
Είναι γεγονός ότι ο χριστιανισμός υπήρξε για ένα αρκετό διάστημα μία ουσιαστική πηγή ελευθερίας για τους άνδρες και τις γυναίκες. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που εξυμνεί ο υμνωδός την γυναικεία φύση.  Γράφει στην ακολουθία του Εσπερινού της εορτής της Αγίας Κυριακής, ότι πρέπει «ευχαριστήριον ύμνον μελῳδήσωμεν, το γαρ αόρατον κράτος της εναντίας δυνάμεως, εν γυναικείᾳ φύσει κατηγωνίσατο». Και αλλού, λέγει: «Δοξάζομέν σου, Χριστέ, την πολλήν ευσπλαγχνίαν και την αγαθότητα, την εις ημάς γενομένην∙ ότι και
γυναίκες κατήργησαν την πλάνην της ειδωλομανίας».
Αργότερα, όμως, η κοινωνική διαμόρφωση της ζωής, επέτρεψε να αναπτυχθεί μία κουλτούρα και κατ’ επέκταση θεολογία, αποκλειστικά πατριαρχική. Βέβαια, ένας ικανός αριθμός στοιχείων της μητριαρχικής κουλτούρας, βρήκαν χώρο στον χριστιανισμό και επιβίωσαν, παρά την πατριαρχική του δόμηση. Οι γυναίκες ποτέ δεν εγκατέλειψαν τον Χριστό ακόμη και πάνω στο Σταυρό. Υπήρξαν οι πρώτοι μάρτυρες της Αναστάσεως και αναγνωρίστηκαν ως οι αληθινοί αγγελιαφόροι της παραδόσεως του θανάτου και της Αναστάσεως του Χριστού.
Ο Απόστολος Παύλος λέγει, προς τους Γαλάτας, ότι «όλοι είστε τέκνα του Θεού, μέσω της πίστης στο Χριστό Ιησού. Γιατί όσοι στο Χριστό βαφτιστήκατε, το Χριστό ντυθήκατε. Δεν υπάρχει Ιουδαίος ούτε Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό».
Στη δημιουργία του άνδρα και της γυναίκας ο Θεός συλλαμβάνει την τελειότερη έκφραση της δόξας του. Με τη θέωση, τόσο ο άνδρας όσο και η γυναίκα, ξεπερνούν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του φύλου τους. Έτσι ενώνονται και συμφιλιώνονται τα αποχωρισμένα αρσενικά και θηλυκά συστατικά της ανθρώπινης φύσεως σε ένα μοναδικό πλάσμα.
Ο άνδρας και η γυναίκα κατά τη διαφοροποίηση των ιδιοτήτων τους, που δεν συνεπάγεται καμιά ανισότητα ανάμεσά τους, καθένας με τον τρόπο του ενσαρκώνει μια πλευρά του θείου. Ο άνδρας εκπροσωπεί την μη φανερωμένη δημιουργική ενέργεια του Θεού και η γυναίκα τη μορφή μέσα από την οποία ο Θεός αιώνια αποκαλύπτει τον Εαυτό Του στον Εαυτό Του, τη φανερωμένη του δόξα και σοφία που «προτέρα πάντων έκτισται».  (Σοφία Σειράχ, 1,4)
Ο εκ των κορυφαίων θεολόγων Παύλος Ευδοκίμωφ, αναφερόμενος στον άνδρα και τη γυναίκα, διατυπώνει την άποψη ότι «το θηλυκό και το ανδρικό στοιχείο είναι συμπληρωματικά στον άνθρωπο. Η Εύα είναι η σάρκα της σάρκας του Αδάμ. Μαζί συγκροτούν μία σάρκα διαμέσου της διαφοράς των προσώπων».
Πράγματι, η αμαρτία διέσπασε την ενότητα αυτή αντιθέτοντας μία κακέκτυπη θηλυκότητα και έναν κακώς εννοούμενο ανδρισμό, οδηγώντας το ανθρώπινο γένος σε αδιέξοδο. Η χάρη του Χριστού ανακεφαλαιώνει και ενώνει σε μία πληρότητα, εν Θεώ, το θηλυκό και ανδρικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Υφίσταται μία μυστική αναλογία ανάμεσα στο ανδρικό στοιχείο και τον Λόγο του Θεού από τη μια, και στο γυναικείο και το πνεύμα από την άλλη, που ενσαρκώνει, εμπνέει και παρακαλεί.
Το Άγιο Πνεύμα συνιστά «υποστατική μητρότητα» και διαδραματίζει «γεννητικό ρόλο». Ένδοθεν της Αγίας Τριάδος, ο Πατήρ γεννά τον Υιό, με τη συμμετοχή του Αγίου Πνεύματος. Στην Οικονομία, η παραπάνω αντιστοιχία εκδηλώνεται στη δημιουργία της κτίσης και στην εν Χριστώ αναδημιουργία με την παρθενική εν Πνεύματι μητρότητα της Θεοτόκου, καθώς επίσης το Πνεύμα γεννά τον Χριστό στις ψυχές των βαπτισμένων.
Η γυναίκα είναι οντικά δεμένη με το Άγιο Πνεύμα, εφόσον ο άνδρας είναι οντικά προσαρμοσμένος με τον Χριστό. Ο άνδρας συνδεδεμένος, λοιπόν, ουσιαστικά με τον Χριστό-Αρχιερέα, τον άνδρα-επίσκοπο στο μέσο των ιερατικών του λειτουργιών, διεισδύει μυστηριακά στα στοιχεία του κόσμου, για να τα αγιάσει και να τα μεταβάλει σε ζωή της Βασιλείας.
Η γυναίκα σχετίζεται στην ουσία της με το Άγιο Πνεύμα, τον Παράκλητο, γίνεται Εύα-Ζωή που προφυλάσσει, ζωοποιεί και προστατεύει κάθε μέρος της ανδρικής δημιουργίας. Αν η Παρθένος, συμπληρώνει ο Εβδοκίμωφ, είναι το γυναικείο αρχέτυπο και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής το ανδρικό, σύμφωνα με την εικόνα της Δεήσεως, ο Χριστός συνιστά την αρχετυπική ολοκλήρωση του ανδρικού και του γυναικείου στοιχείου.
Η ειδική ιερωσύνη του Επισκόπου και του Πρεσβυτέρου αποτελεί μία ανδρική λειτουργία μαρτυρίας.         Ο Επίσκοπος βεβαιώνει την σωτηριολογική εγκυρότητα των μυστηρίων και κατέχει την εξουσία να τα ιερουργεί. Κατέχει το χάρισμα να εποπτεύει τη γνησιότητα της παρακαταθήκης της πίστεως και ασκεί την ποιμαντική αυθεντία. Το λειτούργημα της γυναίκας ανήκει στο βασίλειο ιεράτευμα. Η ιερωσύνη δεν ανήκει στα χαρίσματα της γυναίκας. Κάτι τέτοιο θα πρόδιδε το είναι της. Άλλωστε η ορθόδοξη παράδοση της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, δεν συνέδεσε ποτέ την γυναίκα, ούτε ακόμη και την Θεοτόκο, με το αξίωμα της ιερωσύνης. Αν σε ορισμένες εικόνες η Παναγία φέρει ωμοφόριον τούτο δεν σημαίνει την επισκοπική εξουσία αλλά το χάρισμα της επισκοπής και σκέπης όπως συμβαίνει με την εορτή της Αγίας Σκέπης.
Η ιερωσύνη δεν ανήκει στα γυναικεία χαρίσματα. Η γυναίκα δεν πρέπει να την επιθυμεί, διότι το αρχέτυπό της, η Θεοτόκος, βρίσκεται στην κεφαλή της καινής κτίσεως, υπεράνω κάθε λειτουργήματος και ιεραρχικής τάξεως, «ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ».    
Η διαφορά των  φύλων συνδέει την ανθρώπινη με την άλογη φύση, η διάκριση αυτή υπερβαίνεται, εφόσον ο άνθρωπος, είτε άνδρας είτε γυναίκα, είναι πρόσωπο κατ’ εικόνα του Θεού. Σύμφωνα με την βιβλική και πατερική παράδοση  η γυναίκα είναι, ισότιμη με τον άνδρα, κατ’ εικόνα Θεού.
Ο Χριστός είναι ο μέγας Αρχιερέας, πηγή μοναδική της χάριτος συν τω Πατρί και τω Πνεύματι. Κάθε ιερωσύνη πηγάζει από τη μοναδική ιερωσύνη του Χριστού. Ενώ όλοι οι πιστοί, κληρικοί και λαϊκοί, μετέχουν ομότιμα στο βασίλειο ιεράτευμα, η Εκκλησία διά των Αποστόλων, παρέδωσε στους Επισκόπους και οι Επίσκοποι στους Πρεσβυτέρους το ειδικό χάρισμα της ιερωσύνης, την ιερουργία των μυστηρίων με κέντρο την ευχαριστιακή σύναξη. Αυτοί εκπροσωπούν και παροντοποιούν, ασυγχύτως βέβαια, τον μοναδικό Μεσίτη. Δεν είναι οι έχοντες το χάρισμα της ιερωσύνης. Δηλαδή, από μόνοι τους μεσίτες και ιερουργοί, αλλά εικονίζουν τον μοναδικό μέγα Αρχιερέα. Τούτο εξηγεί και τη στάση των ορθοδόξων γυναικών, οι οποίες μετέχοντας στο βασίλειο ιεράτευμα, δεν αισθάνονται παραγκωνισμένες, αλλά κοινωνούν προσωπικά με την προσευχή τους στην τέλεση των θείων μυστηρίων.
Η πληρότητα της ανθρώπινης φύσης απαιτεί τη συνύπαρξη των δύο φύλων, για να συμπληρώνει το ένα το άλλο. Η γυναικεία φύση είναι  απαραίτητη για την ολοκλήρωση της ανθρώπινης φύσης. Χωρίς αυτήν η ανθρώπινη κοινωνία δεν μπορεί να αντανακλά την ύπαρξη και ζωή της άκτιστης Τριάδος, της οποίας αποτελεί εικόνα.  Υφίσταται μία αναλογική, συμβολική, και επιφανειακή τυπολογία, αφενός μεν του Αδάμ-Υιού του Θεού και της Εύας-Πνεύματος του Θεού αφετέρου δε, χωρίς βέβαια η θεότητα να έχει τίποτε το θηλυκό ή ανδρικό.
Γίνεται κατανοητή η διάκριση των δύο φύλων της ανθρώπινης ύπαρξης, μέσα από τη θεωρία της ύπαρξης και ενέργειας των Προσώπων της Τριάδος. Όπως ο τρόπος υπάρξεως του Υιού και του Πνεύματος είναι ασύγχυτος στο πλαίσιο της κοινής θείας φύσεως, έτσι το ανδρικό και το θηλυκό φύλο δεν πρέπει να ταυτίζονται, ούτε να συγχέονται, όσον αφορά τον ιδιαίτερο τρόπο υπάρξεως (σε άνδρα και γυναίκα) της κοινής-ομοούσιας ανθρώπινης φύσεως. Ο Χριστός- Νυμφίος, είναι πρότυπο για τους άνδρες, ενώ η Εκκλησία-Νύμφη, που απεικονίζεται από την Παναγία, είναι πρότυπο για τις γυναίκες. Ο Χριστός, λοιπόν, και η Παναγία είναι πρότυπα τελειότητας του ανδρικού και του γυναικείου φύλου. Οι τυπολογίες αυτές που αποκαλύπτουν αλήθειες για τον άνθρωπο δίνονται από τον Θεό και δεν μπορούν ούτε να μεταβληθούν, ούτε να παραβιασθούν κατά οποιονδήποτε τρόπο.
Ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν υποστήριξε, ότι η χειροτονία των γυναικών στην ιερωσύνη είναι ισοδύναμη με ένα ριζικό και ανεπανόρθωτο ακρωτηριασμό ολόκληρης της πίστεως, με την απόρριψη ολόκληρης της Αγίας Γραφής. Η ιερωσύνη είναι του Χριστού. Δεν είναι ούτε των ανδρών, ούτε των γυναικών. Η «θεσμική» ιερωσύνη της Εκκλησίας δεν έχει οντότητα από μόνη της. Και αν ο φορέας, η εικόνα της μοναδικής ιερωσύνης είναι άνδρας και όχι γυναίκα, είναι γιατί ο Χριστός είναι άνδρας και όχι γυναίκα… Το γιατί, συμπεραίνει ο Σμέμαν, δεν επιδέχεται απάντηση από καμία «κουλτούρα», «κοινωνιολογία», «ιστορία» ή «ερμηνεία» αλλά μόνον από την Θεολογία, ως θεωρία και μέθεξη της εκκλησιαστικής εν Χριστώ εμπειρίας.

Στο βιβλίο του με τίτλο η «Ελευθερία του ήθους», ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς αναφέρεται στη χειροτονία των ανδρών και ισχυρίζεται ότι διαφέρει ουσιαστικά από τον ιερατικό ρόλο των γυναικών .    
Το ιερατικό ήθος και αξίωμα, ως ευχαριστιακή χρήση του κόσμου ανήκει ομότιμα και στο ανδρικό και στο γυναικείο φύλο. Στην Βασιλεία καταργείται η διάκριση των φύλων, αφού αποτελεί αναγκαιότητα της φύσεως για την αυτονομημένη διαιώνισή της. Πάντως η διαφοροποίηση των φύλων δεν αντιπροσωπεύει μία οντολογική διάκριση (πχ. φύσεως και προσώπου, φύσεως και ενεργειών). Η διάκριση των φύλων είναι μία διαφοροποίηση των φυσικών ενεργειών και δεν συνιστά εικόνα του Θεού, δεν εικονίζει το θείο αρχέτυπο. Ως προγνωστική της πτώσεως θα καταργηθεί στα έσχατα. Η υπέρβαση της διάκρισης των φύλων για την Εκκλησία δεν γίνεται με την συμβατική εξίσωσή τους. Η φυσική διαφορά υπερβαίνεται στην προσωπική σχέση, όταν διατηρείται η διαφοροποίηση των ρόλων ή φυσικών ενεργειών, που αντιπροσωπεύουν τα δύο φύλα. Όπως στην ιερουργία της ζωής, στο γάμο, ο άνδρας γονιμοποιεί το κορμί της γυναίκας, έτσι και η λειτουργία της Ευχαριστίας προϋποθέτει τον άνδρα ιερέα και τελετουργό, γιατί η μεταμόρφωση της ζωής δεν καταργεί την φυσική διαφοροποίηση των δύο φύλων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο άνδρας με την φυσική-ανδρική του ενέργεια τελετουργεί τη λογοποίηση του κόσμου και της γυναίκας, η οποία συμμετέχει κι αυτή προσφέροντας τη φυσική σάρκα. Τούτο απορρέει από το θεανδρικό γεγονός του Χριστού που σαρκούμενος, δεν παραβίασε τη φυσική λειτουργία της ζωής. Η Παναγία προσέφερε προσωπικά και ελεύθερα την φυσική της ενέργεια, δηλαδή τη σάρκα της στον Λόγο, σαρκώνοντας η ίδια τη συμμετοχή της ανθρωπότητας και της κτίσεως στην ιερουργία της «καινής ζωής».
Η Ορθόδοξη Εκκλησία παρέχει το ειδικό χάρισμα της ιερωσύνης μόνο σε άνδρες, όχι γιατί υποτιμά το γυναικείο φύλο, αλλά γιατί σέβεται την αλήθεια της ανθρώπινης φύσεως, την διαφοροποίηση των ενεργειών της, τη διάκριση των ιερατικών ρόλων του άνδρα και της γυναίκας. Με τον τρόπο αυτό διασώζει τις απεριόριστες προσωπικές δυνατότητες της αληθινής θηλυκότητας και του αληθινού ανδρισμού. Η διαφοροποίηση, πάντως, των ιερατικών ρόλων των δύο φύλων δεν καταργεί την αναφορά του ιερατικού ήθους και αξιώματος και στα δύο φύλα. (Χρ. Γιανναράς).

Είναι γεγονός ότι το πρόβλημα της χειροτονίας των γυναικών στην ιερωσύνη δεν προέρχεται από την εμπειρία και τη ζωή των κατά τόπους ορθοδόξων Εκκλησιών. Επειδή, όμως, η Ορθοδοξία διεξάγει διάλογο με δυτικές χριστιανικές κοινότητες, οι οποίες προχώρησαν ήδη σε παρόμοιες χειροτονίες, το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνεκάλεσε για το θέμα αυτό διορθόδοξο θεολογικό συνέδριο στη Ρόδο το φθινόπωρο του 1988, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η μαρτυρία και απάντηση της ορθόδοξης θεολογικής παράδοσης στην πρόκληση της φεμινιστικής θεολογίας και της χειροτονίας των γυναικών.
Συμπεράσματα της συνδιάσκεψης.
Όλα τα μέλη της Εκκλησίας, μετέχοντας στη μυστηριακή ζωή της, μετέχουν ταυτόχρονα και στο προφητικό, αρχιερατικό και βασιλικό αξίωμα του Χριστού. Ο ρόλος του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία ενώνει άρρηκτα τους πιστούς, υπερβαίνοντας εσχατολογικά τις όποιες ανθρώπινες διαιρέσεις. Ο Χριστός ως Μέγας Αρχιερεύς παραμένει πάντοτε ο μόνος λειτουργός των μυστηρίων. Η μυστηριακή ή ειδική ιερωσύνη εικονίζει τον Χριστό από τον οποίο χορηγείται εν Αγίω Πνεύματι στους αποστόλους και τους διαδόχους τους. Η συνείδηση της πρώτης Εκκλησίας απέκλεισε εξαρχής τη συμμετοχή των γυναικών στην ειδική ιερωσύνη, μιμούμενη το παράδειγμα του Χριστού και των αποστόλων.
Ενώ οι γυναίκες μετέχουν εξίσου με τους άνδρες στην εικόνα του Θεού, οι ρόλοι τους στην Εκκλησία δεν συγχέονται. Ο ιδιαίτερος ρόλος της γυναίκας εκφράζεται από την τυπολογία της «Εύας-Μαρίας», ενώ του άνδρα από την τυπολογική σχέση «Αδάμ-Χριστού». Το πρότυπο της Θεοτόκου φωτίζει το λειτούργημα της γυναίκας, ως επιφάνεια του Αγίου Πνεύματος, κατά την ενσάρκωση του νέου Αδάμ. Η σχέση του ειδικού έργου του Αγίου Πνεύματος και της Θεοτόκου από τη μία, και η τυπολογική σχέση του παλαιού με τον νέο Αδάμ από την άλλη, αποτελούν για την Εκκλησία σημεία με τα οποία προσεγγίζει την αναφορά των ανδρών και των γυναικών στην χειροτονημένη ιερωσύνη.
Έτσι, ενώ η Θεοτόκος εν Αγίω Πνεύματι συμβολίζει την μητρότητα της Εκκλησίας, δεν μετέχει, εντούτοις, στη χριστοκεντρική μυστηριακή ιερωσύνη. Το συνέδριο της Ρόδου τονίζει με έμφαση πως η χειροτονία των γυναικών αποδυναμώνει την ισόρροπη σχέση Χριστολογίας και Πνευματολογίας στην εκκλησιολογία. Ακολούθως, απαριθμεί τις παρακάτω θέσεις για το αδύνατο της ειδικής ιερωσύνης των γυναικών : α) το παράδειγμα του Χριστού που δεν επέλεξε καμία γυναίκα μεταξύ των αποστόλων, β) το παράδειγμα της Θεοτόκου που δεν άσκησε ιερατικό λειτούργημα, γ) την αποστολική παράδοση που ποτέ δεν χειροτόνησε γυναίκες και δ) τις θέσεις του Παύλου για την γυναίκα.
Η Θεοτόκος κατά την ενανθρώπηση εκπροσωπεί ολόκληρη την ανθρωπότητα. άρα και το γυναικείο και ανδρικό γένος. Το γυναικείο της πρόσωπο που τυπολογικά συμβολίζει όλο τον λαό του Θεού, μεσιτεύει σύμφωνα με την λειτουργική παράσταση της Πλατυτέρας στο θεανδρικό πρόσωπο του μεγάλου Αρχιερέως.
Για την ορθόδοξη θεολογία, ο άνδρας και η γυναίκα είναι πρόσωπα που απολαμβάνουν ομότιμα την αξία τους, ως «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Θεού» δημιουργήματα. Μολονότι υφίσταται ισοτιμία μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας, η ανθρώπινη αδυναμία και αμαρτία δεν επέτρεψε τις χριστιανικές κοινότητες να εξουδετερώσουν αποτελεσματικά αντιλήψεις, έθιμα, ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, οι οποίες στην πράξη διαιωνίζουν τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών. Για το λόγο αυτό η Εκκλησία θα πρέπει να επανεξετάσει, σε σχέση πάντα με τις ακλόνητες θεολογικές και εκκλησιολογικές της αρχές, παρόμοιες πρακτικές που μειώνουν τις γυναίκες.
Θα πρέπει, λοιπόν, να ενθαρρυνθεί η πληρέστερη συμμετοχή των γυναικών στη ζωή της Εκκλησίας στο κατηχητικό και ποιμαντικό πλαίσιο, στην εκκλησιαστική διοίκηση και τα σώματα λήψεως αποφάσεων σε επίπεδο ενορίας, επαρχίας και εθνικής Εκκλησίας. Παράλληλα, προτείνεται η αναβίωση του θεσμού των διακονισσών και η αποκατάσταση του διακονικού βαθμού στην αρχική και πολύμορφη διακονία σύμφωνα με τις σύγχρονες ανάγκες. Τονίζεται, τέλος, ότι τα ζητήματα που θέτει το κίνημα της φεμινιστικής θεολογίας δεν είναι πάντοτε θεολογικά θέματα αλλά ορισμένα είναι κοινωνικά, που καλύπτονται φαινομενικά με θεολογικές διατυπώσεις. Τα συμπεράσματα του διορθοδόξου συνεδρίου τους Ρόδου κλείνουν με την υπογράμμιση ότι: «η κλήση στην αγιότητα αφορά, ανεξαρτήτως φύλου, όλους τους πιστούς που έχουν για το σκοπό αυτό ως πρότυπα τους βίους των ανδρών και των γυναικών αγίων».
Κατά τον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), στη χριστιανική ανθρωπολογία η σχέση άνδρα και γυναίκας δεν είναι ταυτόσημη με την θεώρηση της κοινωνικής ανθρωπολογίας. Για την Εκκλησία προέχει και καθορίζει ο θεολογικός και όχι ο κοινωνιολογικός παράγοντας. «παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου».
Ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ Νικόλαος Ματσούκας, σημειώνει μεταξύ άλλων, ότι παράδοση της Εκκλησίας, απέκλεισε τη γυναίκα από την ιερωσύνη, χωρίς ωστόσο να θεσπίσει, μήτε ν’ αναπτύξει σχετική θεολογική διδασκαλία. Έτσι καταλαβαίνει κανείς εύκολα τη δυσκολία ενδεχομένως και την αμηχανία νεότερων ορθοδόξων θεολόγων, που στην προκειμένη περίπτωση επιχειρούν να θεμελιώσουν θεολογικά τούτο τον αποκλεισμό της γυναίκας από την ιερωσύνη, επισημαίνοντας κυρίως τους έξης λόγους:
α) Ο Χριστός ως αποστόλους κάλεσε μόνο άνδρες και μετά ταύτα οι απόστολοι καθιέρωσαν την αποστολική διαδοχή. Όμως, σ' αυτή την κλήση και στη μετέπειτα διαδοχή, θα μπορούσε ν' αντείπει κανείς, για ένα τόσο σπουδαίο θέμα, όπως είναι η εξαίρεση της γυναίκας από την ιερωσύνη, δε γίνεται καμιά απολύτως δογματική απόφανση και μάλιστα ρητώς εκπεφρασμένη, όπως θα έπρεπε. Έπειτα, η ιστορία και τα γραπτά μνημεία της Εκκλησίας δείχνουν ότι τόσο ο Χριστός όσο και η μετέπειτα παράδοση έδωσαν περίοπτη θέση στη γυναίκα. Απλώς ενδεικτικά θα μπορούσε κανείς ν' αναφέρει τον ευαγγελιστή Ιωάννη, που παρουσιάζει το Χριστό στη Συχάρ της Σαμάρειας δίπλα σ' ένα πηγάδι ν' αναπτύσσει και ν' αποκαλύπτει την υψηλότερη αλήθεια για το Θεό και τη θεία λατρεία σε μια αμαρτωλή Σαμαρείτισσα.
β) Η Παναγία δεν άσκησε ρόλο ιερατικό, λένε. Και στην προκειμένη περίπτωση είναι έκδηλη η ανεπάρκεια αυτού του επιχειρήματος. Πέρα από το ότι η πατερική παράδοση στη χαρισματική ιεραρχία τοποθετεί τη Θεοτόκο αμέσως μετά την Αγία Τριάδα, πουθενά για ένα τόσο σοβαρό θέμα, όπως είναι η εξαίρεση της από την Ιερωσύνη, δε γίνεται ρητός λόγος. Με άλλα λόγια, οφείλω να τονίσω με έμφαση, λέγει ο καθηγητής κ. Ματσούκας, «ότι αυτά τα δύο επιχειρήματα έτσι κι αλλιώς πάσχουν για δύο σοβαρούς λόγους. Πρώτο, για κάθε δογματική αλήθεια απαιτείται ακρίβεια, και δεύτερο, ακόμη και ιστορικοφιλολογικά ανεπαρκή.
γ) Ένα τρίτο επιχείρημα, που προσάγεται, είναι άκρως επιζήμιο για την ίδια την υπόσταση της θεολογίας. Λέγεται, δηλαδή, ότι ο Χριστός, ο σαρκωμένος Λόγος, παρουσιάστηκε κι έδρασε ως άνδρας! Τούτο το επιχείρημα, πέρα από την ανεπάρκεια του, καταστρέφει το δόγμα της Χαλκηδόνας. Ενδεικτικά, λέγει ο κ. Ματσούκας, θα αφήσω να μιλήσει ο Μάξιμος ο Ομολογητής,  που ρητώς αποφαίνεται ότι ο Λόγος με την ενανθρώπηση του, ως Χριστός, κατάργησε τη διαφορά μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας, και αντί να γίνεται λόγος για τον άνδρα και τη γυναίκα, τον άνθρωπο μονάχα ανέδειξε.
Τέλος, γράφει ο κ. Ματσούκας, θα ήθελα μετριοφρόνως να κάνω μια υπόδειξη στους θεολόγους που προσάγουν τέτοια ή παρόμοια θεολογικά επιχειρήματα. Τίποτα δεν είναι πιο ισχυρό από τη μακραίωνη παράδοση και την πράξη της Εκκλησίας. Επομένως, Εκκλησία, ως σώμα και πλήρωμα αληθείας, εφόσον είναι πεπεισμένη ότι πρέπει η παράδοση αυτή να μείνει αναλλοίωτη, έχει όλη την άνεση να την κρατήσει, και δεν χρειάζεται τέτοιου είδους παραθεολογικά επιχειρήματα, που εξάπαντος μειώνουν τη γυναίκα, ως μέλος του σώματος ή καλύτερα λυμαίνονται την ίδια τη χαρισματική κοινωνία αυτού του εκκλησιαστικού σώματος. Και τούτο συμβαίνει, επειδή σ' αυτή τη χαρισματική κοινωνία τα μέλη διαφέρουν μόνο κατά την ιδιαιτερότητα και τη δεκτικότητα, όμως εν ουδενί κατ' ουδένα τρόπο ουδαμώς κατά την ισοτιμία και την ισότητα. Άλλωστε η εξαίρεση της γυναίκας από την ιερωσύνη διόλου δεν μείωσε μήτε μειώνει τη χαρισματική ζωή της Εκκλησίας.
Ωστόσο, κανείς δεν επιτρέπεται, να εφησυχάζει μπροστά σε τόσο ραγδαίες και εκρηκτικές αλλαγές των ιστορικών πραγμάτων. Κατά την προσωπική μου γνώμη, λέγει ο κ. Ματσούκας, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αργά η γρήγορα θα υιοθετήσει την ιερωσύνη των γυναικών. Τι μέλλει να πράξει η Ορθοδοξία; Εκείνο που πρέπει να κάνει η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι να προετοιμάζεται, όχι με τέτοια σαθρά και επιζήμια θεολογικά επιχειρήματα, αλλά με την άρτια κοινωνική οργάνωση της ζωής της, οπού άνδρες και γυναίκες με πλήρη ισοτιμία και ισότητα να εργάζονται αναδεικνύοντας πλούσιους καρπούς χαρισματικής ζωής και καλλιεργώντας την παιδεία και τον πολιτισμό, συστήνει ο κ. Ματσούκας.

Εν κατακλείδι θα λέγαμε ότι, μιας και αρχίζει η θεολογική θεώρηση του θέματος, θα πρέπει να δούμε τι είναι αυτό που εμποδίζει ουσιαστικά και όχι μόνο παραδοσιακά τη χειροτονία των γυναικών. Θα πρέπει να δούμε την ιερωσύνη της Εκκλησίας ως αντανάκλαση της Βασιλείας. Πολλά λειτουργήματα της στρατευομένης Εκκλησίας δεν θα υφίστανται στη Βασιλεία. Η ιερωσύνη, όμως, που πηγάζει από το πρόσωπο και το έργο του Χριστού είναι εικόνα και δομή της ίδιας της Βασιλείας. Είναι το μυστήριο που ενοποιεί διά της Ευχαριστίας την Εκκλησία και τον κόσμο ολόκληρο.