ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ


ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου

Το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα παρουσιάζεται ένα θαυμαστό γεγονός, κατά το οποίο ένας εκ γενετής τυφλός αποκτά με τη θαυματουργική επέμβαση του Ιησού Χριστού την όρασή του. Και το γεγονός της θεραπείας αυτού γίνεται η αφετηρία της σωτηρίας του.  Η ευαγγελική περικοπή οδηγεί στη σκέψη μας, στο να προβληματιστούμε για την πίστη μας και για τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, που δεχθήκαμε τη στιγμή της Βαπτίσεώς μας.
Οι περισσότεροι εξ' ημών, διαθέτουμε την όρασή μας και χαιρόμαστε την κτίση και την
ωραιότητά της. Το ερώτημα είναι αν οι εξωτερικοί οφθαλμοί, μας οδηγούν στη θέα του Θεού και στη Θέωση, όπως οδηγήθηκε ο «εκ γενετής τυφλός», ο οποίος μάλιστα μειονεκτούσε έναντι ημών, αφού δεν είχε το κτιστό φως.
Όντως ο «εκ γενετής τυφλός» δεν είχε εξωτερικούς οφθαλμούς για να βλέπει το κτιστό φως. Είχε όμως εσωτερικούς οφθαλμούς, που έβλεπε το άκτιστο Φως με αποτέλεσμα όταν τον πλησίασε ο επί γης Θεός, ο Θεάνθρωπος Χριστός, απέκτησε και το κτιστό φως.
Συνεπώς ο άνθρωπος κατέχοντας το άκτιστο Φως, βλέπει και ενώνεται με τον Θεό. Τον βλέπει με τους εσωτερικούς πνευματικούς οφθαλμούς, οι οποίοι πραγματώνουν την ένωσή του με τον Θεό, που γίνεται γνώση του Θεού, η οποία είναι υπέρ την ανθρώπινη γνώση και  αίσθηση.
Τον «εκ γενετής τυφλό» της ευαγγελικής περικοπής, επισκέφθηκε ο ίδιος ο Χριστός και ενώθηκε μαζί Του. Εμείς περιμένουμε τον Παράκλητο, για να ενωθούμε μαζί Του. Πράγματι, η ένωση αυτή του ανθρώπου με τον Θεό πραγματώνεται, με τον Παράκλητο, για να τον οδηγήσει στη θέα του Θεού.
Έτσι η θέωση, που είναι ο σκοπός της πνευματικής ζωής, είναι εμφάνεια, είναι φανέρωση του Θεού στην καθαρή καρδιά του ανθρώπου. Αυτή η θέα του ακτίστου Φωτός είναι εκείνη, που δημιουργεί την πνευματική ευφροσύνη, το θάρρος και την παρρησία στην ψυχή και στη συμπεριφορά του ανθρώπου, σαν αυτή που επέδειξε ο ευεργετηθείς τυφλός, όταν τον εξέταζαν με περιέργεια οι γείτονες και οι Φαρισαίοι, οι οποίοι ενοχλήθηκαν, διότι ήταν Σάββατο η ημέρα της θεραπείας του.
Όμως αυτός με θάρρος τους απαντά: «Απεκρίθη ουν εκείνος και είπεν. Ει αμαρτωλός εστίν ουκ οίδα• εν οίδα, ότι τυφλός ων άρτι βλέπω. Είπον δε αυτώ πάλιν τι εποίησέ σου; πώς ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; Απεκρίθη αυτοίς• είπον υμίν ήδη, και ουκ ηκούσατε• τι πάλιν θέλετε ακούειν; μη και υμείς θέλετε αυτού μαθηταί γενέσθαι; ελοιδόρησαν αυτόν και είπον συ ει μαθητής εκείνου• ημείς δε του Μωυσέως εσμέν μαθηταί».
Διακρίνουμε στο ύφος της απάντησης του Τυφλού, ότι μιλά με άνεση και τόλμη, ενώ προηγουμένως οι γονείς του κράτησαν μια ουδετερότητα στις διευκρινίσεις τους, όταν οι  Φαρισαίοι τους ρώτησαν: «ούτος εστίν ο υιός υμών, όν υμείς λέγετε ότι τυφλός εγεννήθη; πώς ουν άρτι βλέπει; απεκρίθησαν δε αυτοίς οι γονείς αυτού και είπον: οίδαμεν ότι ούτος εστίν ο υιός ημών και ότι τυφλός εγεννήθη. Πώς δε νυν βλέπει ουκ οίδαμεν αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού λαλήσει. Ταύτα είπον οι γονείς αυτού, ότι εφοβούντο τους Ιουδαίους• ήδη γαρ συνετέθειντο οι Ιουδαίοι ίνα, εάν τις αυτόν ομολογήση Χριστόν, αποσυνάγωγος γένηται. Δια τούτο οι γονείς αυτού είπον ότι ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε».
Για τους φαρισαίους ισχύει το «ου με πείσεις καν με πείσεις». Αντιτάσσονται μόνιμα και σταθερά στα έργα του Χριστού και ψάχνουν αιτιάσεις, για να αμφισβητήσουν το θαύμα και τον Θαυματουργό Χριστό, για τον Οποίο τρέφουν μίσος αθεράπευτο, διότι «παρέβην» την αργία του Σαββάτου. Ψάχνουν αιτιάσεις, διότι στην πραγματικότητα, ο Χριστός ενέπνεε θαυμασμό και εμπιστοσύνη στους ανθρώπους.
Τόσο ήταν το μίσος και η κακία τους εναντίον του Χριστού, ώστε δεν τους απασχολούσε ότι έπεφταν σε αντιφάσεις. Ο ιαθείς τυφλός αντιλήφθηκε τον συλλογισμό τους και απαντά:  Τον κατηγορήσατε προηγουμένως ότι είναι αμαρτωλός. Αλλ’ ο Θεός, όπως ξέρετε, τους αμαρτωλούς δεν τους ακούει. Αλλά «μη και υμείς θέλετε αυτού μαθηταί γενέσθαι»;
Οι φαρισαίοι μη μπορώντας να διαψεύσουν το επιχείρημα, προσχωρούν σε ειρωνεία και σε αποδοκιμασία, λέγοντάς του, ότι έγινες και δάσκαλος, εσύ που ζεις στην αμαρτία; «Ελοιδόρησαν αυτόν και είπον· συ ει μαθητής εκείνου· ημείς δε του Μωϋσέως εσμέν μαθηταί. Ημείς οίδαμεν ότι Μωϋσεί λελάληκεν ο Θεός, τούτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστίν. Απεκρίθη ο άνθρωπος και είπεν αυτοίς. Εν γαρ τούτῳ θαυμαστόν έστιν, ότι υμείς ουκ οίδατε πόθεν εστί, και ανέῳξέ μου τους οφθαλμούς. Οίδαμεν δε ότι αμαρτωλών ο Θεός ουκ ακούει, αλλ' εάν τις θεοσεβής ει και το θέλημα αυτού ποιεί, τούτου ακούει. Εκ του αιώνος ουκ ηκούσθη ότι ήνοιξέ τις οφθαλμούς τυφλού γεγεννημένου. Ει μη ην ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποιείν ουδέν. Απεκρίθησαν και είπον αυτώ. Εν αμαρτίαις συ εγεννήθης όλος και συ διδάσκεις ημάς; Και εξέβαλον αυτόν έξω». 
Όμως, τον δέχεται ο Χριστός, και τον ρωτά: Συ πιστεύεις στον Υιό του Θεού; Ποιός είναι, για να τον πιστέψω, του απαντά. Αυτός που είναι μπροστά σου και σου μιλάει. Τότε ο ιαθείς  κατάπληκτος είπε. Πιστεύω, Κύριε, και τον προσκύνησε.
Περίπου σαν φανατικοί φαρισαίοι συμπεριφέρονται ακόμα και στις μέρες μας κάποιοι, οι οποίοι με πολύ μειονεξία (κόμπλεξ) μεταδίδουν στους ανθρώπους ότι δεν υπάρχει Θεός και ότι ο κόσμος είναι αποτέλεσμα της εκρηκτικής εξέλιξης, που κάποτε συνέβη. Το «Big Bang» είναι η θεωρία που περιγράφει την πρώιμη ανάπτυξη του Σύμπαντος  και πολλά άλλα κακεντρεχή και μισαλλόδοξα.

Η Εκκλησία, ως φιλόστοργος Μητέρα καλεί όλους μας, και ιδιαίτερα όσους εξακολουθούν να παρουσιάζουν την κοσμοθεωρία τους, για επιστήμη.  Η Εκκλησία μας καλεί, δια των ορατών σημείων, που είναι τα θαύματα του Χριστού, να ανοίξουμε τα μάτια του πνεύματος και της πίστεως, για να φθάσουμε, να ιδούμε κι εμείς τον Αναστάντα Χριστό, όπως τον είδε ο εκ γενετής και «άρτι βλέπων» τυφλός.  Ο κάθε Χριστιανός πρέπει, να μιμηθεί τον Τυφλό και όπως και εκείνος ομολόγησε με πίστη, θάρρος και τόλμη, ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων, έτσι και κάθε Χριστιανός πρέπει να διαλύει τα σκότη της απιστίας, της διαφθοράς, της ειδωλολατρίας, του πεσιμισμού, του ωχαδερφισμού, της ιδιοτέλειας, του εγωισμού, ώστε όταν θα μας πει: «συ πιστεύεις εις τον Υιό του Θεού;», να μπορούμε να απαντήσουμε, όπως απεκρίθη εκείνος. «πιστεύω, Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ».