ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ
«ο Κύριός μου και Θεός μου»
Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου

Η Κυριακή μετά το Πάσχα ονομάζεται Αντίπασχα ή Κυριακή του Θωμά. Η έννοια του Αντίπασχα αποτελεί έμμεση αναφορά στην μετά την ανάσταση του Ιησού Χριστού περίοδο αφού είναι η επόμενη Κυριακή από την Κυριακή του Πάσχα. Επίσης η ονομασία Κυριακή του Θωμά αναφέρεται στη  συνάντηση του αναστημένου Ιησού Χριστού με τους Μαθητές του, και το γεγονός της ψηλάφησης του Θωμά.
Μετά τη σταύρωση και την ταφή του Ιησού οι μαθητές σκορπίστηκαν και φόβος κατέλαβε τις ψυχές τους. Ο διδάσκαλός τους είχε θανατωθεί με ατιμωτικό θάνατο. Και οι ίδιοι κινδύνευαν από τη μήνη των γραμματέων και Φαρισαίων. Συγχρόνως με δυσπιστία άκουγαν τις διαβεβαιώσεις των μυροφόρων
γυναικών, ότι είδαν τον αναστημένο Κύριο.
Η πρώτη εμφάνιση του Ιησού Χριστού έγινε την ίδια ημέρα της Αναστάσεώς Του, ενώ οι μαθητές ήταν συναγμένοι στο υπερώο «διά τον φόβον των Ιουδαίων» και παρ’ ότι οι πόρτες ήταν κλειστές, παρουσιάστηκε ο Κύριος και τους λέγει: «ειρήνη υμίν». Ταυτόχρονα τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του. Οι μαθητές χάρηκαν που είδαν τον Κύριο. Στη συνέχεια «ενεφύσησε και λέγει αυτοίς∙ λάβετε Πνεύμα Άγιον∙ αν τινών αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς∙ αν τινών κρατήτε, κεκράτηνται».
Ο Θωμάς δεν ήταν μαζί τους όταν ήλθε ο Ιησούς. Του είπαν οι άλλοι μαθητές: «εωράκαμεν τον Κύριον». Εκείνος απαντά: «εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων, και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείρα μου εις την πλευράν αυτού, ου μη πιστεύσω».  
Η επόμενη εμφάνιση του Ιησού έγινε οχτώ μέρες αργότερα. Ήταν παρών και ο Θωμάς. Έρχεται ο Χριστός, κι ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές, στάθηκε στο μέσον και τους είπε: «Η ειρήνη να είναι μαζί σας». Έπειτα λέγει στον Θωμά: «φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός». Ο Θωμάς αποκρίθηκε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Έτσι έχουμε και τη δεύτερη εμφάνιση του Κυρίου, κατά την οποία καλεί τον Θωμά, να βάλει το χέρι του στις πληγές Του, για να πειστεί, για την Ανάστασή Του.
Οι άνθρωποι θέλοντας, κατά κάποιο τρόπο να έχουν συμμάχους στην προσωπική τους απιστία, θεωρούν την στάση του Θωμά, ως απιστία, στο γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου. Όμως, ο Θωμάς δεν ήταν άπιστος, ήταν ειλικρινής αναζητητής της αληθείας. Η αμφισβήτηση του Θωμά ήταν, προς τα λεγόμενα των φοβισμένων μαθητών, οι οποίοι «των θυρών κεκλεισμένων»,  ήσαν συγκεντρωμένοι στο υπερώο, «δια τον φόβον των Ιουδαίων». Δεν είχε ιδεολογική προκατάληψη ή αρνητικό πνεύμα. Γι’ αυτό ο Χριστός ανταποκρίνεται και διαλύει τις αμφιβολίες του.
Φανερώνεται και του δείχνει τα σημάδια του Θείου Πάθους. Ζητά να ψηλαφηθεί από τον μαθητή του. Τα κείμενα της Εκκλησίας, κάνουν λόγο για «καλή απιστία» του Θωμά, διότι αυτή γέννησε τη βέβαιη πίστη και μακαρίζονται, έκτοτε, οι άνθρωποι όλων των αιώνων, που αποδέχονται και βιώνουν το κήρυγμα της Αναστάσεως, χωρίς να μπορούν να ιδούν: «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες», διότι η Ανάσταση του Χριστού, δεν υπάγεται στη νομοτέλεια του κόσμου τούτου και συνεπώς δεν είναι απλώς ένα γεγονός τεράστιας ιστορικής σημασίας, αλλά βρίσκεται πάνω από την ιστορία, της οποίας προσδίδει νόημα και την οδηγεί σε νέες κατευθύνσεις, σε ένα καινούργιο αλλαγμένο κόσμο, που είναι χωρίς τη φθορά του θανάτου.
Τα  ιερά ευαγγέλια, μας διασώζουν τις μαρτυρίες ανδρών και γυναικών, που επισκέφθηκαν τον «κενό τάφο», που είδαν τον αναστημένο Χριστό, που μίλησαν και έφαγαν μαζί του και έλαβαν την εντολή να γίνουν κήρυκες της Αναστάσεως του, σε όλη την οικουμένη. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μιλάει στην αρχή του ευαγγελίου του για την σάρκωση του Λόγου του Θεού, που έφερε στον κόσμο τη Χάρη, την Αλήθεια και το Φώς, δια της Σταύρωσης και δια της Αναστάσεώς Του. Έτσι, ενσάρκωση και θάνατος, αρχή και τέλος του Χριστού μέσα στην ιστορία των ανθρώπων, καθώς και «απαρχή» του καινούργιου κόσμου με την Ανάσταση Του, βιώνονται μέσα στην εκκλησία ως ενιαίο γεγονός της αγάπης του Θεού, που έρχεται να φανερώσει την αλήθεια στον πεπτωκότα κόσμο.
Η Ανάσταση φέρει το Φως στον «εν τη σκοτία» ευρισκόμενο άνθρωπο και τον απαλλάσσει από την καταδίκη του θανάτου, αφού «θανάτω θάνατον πατήσας». Το κήρυγμα της Αναστάσεως διατηρεί μία δυναμική, που κάνει τους ανθρώπους, να το αποδέχονται από τότε, ως της συντελείας των αιώνων. Βέβαια συνεχίζει να αποτελεί πρόσκομμα σε πολλούς, οι οποίοι  ζητούν λογικές αποδείξεις, για το πώς της Αναστάσεως. Όμως για εμάς τους πιστούς αυτό το αναστάσιμο άγγελμα, παραμένει «Θεού δύναμις και Θεού σοφία» (Α΄ Κορ. 1, 24). Είναι βεβαιότητα νίκης και χαράς, διότι προέρχεται από Εκείνον πού λέει: «παν το γεγεννημένον εκ του Θεού νικά τον κόσμον· και αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών» (Α΄ Ιωάν. 5, 4). 
Η πίστη στην Ανάσταση του Χριστού προσφέρει ζωή και δύναμη στην Εκκλησία. Την πίστη αυτή την διακήρυξαν αμέσως μετά οι Απόστολοί Του. Αυτή πίστη συνεχίζεται από το πλήρωμα της Εκκλησίας, όσο κι αν κάποιοι θεωρούν το κήρυγμα για το Σταυρό και την Ανάσταση «μωρία»  «σκάνδαλο».
Η Εκκλησία συνεχίζει να προσκαλεί τον άνθρωπο σε μια οντολογική αλλαγή, δια της μετανοίας και της συσσωματώσεώς του στο αναστημένο Θεανθρώπινο Σώμα. Διότι χριστιανός σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι, ότι ζεις μέσα σε ένα υπέρλογο, τρόπο πίστης και ότι ο Χριστός είναι η πηγή της Ζωής.  είναι η ίδια μου η ζωή, «και η ζωή εφανερώθη και εωράκαμεν, καί μαρτυρούμεν και απαγγέλλομεν υμίν την ζωήν την αιώνιον, ήτις ην προς τον Πατέρα, και εφανερώθη ημίν» (Α' Ιωάν, 1, 2).
Με την Ανάσταση του Χριστού μπορούμε πάλι να ζούμε, αφού  τον Χριστό, ως Αυτοζωή,  δεν κατόρθωσε να τον νικήσει ο θάνατος, τουτέστι ο διάβολος. Η σημασία της Αναστάσεως του Χριστού δεν εξαντλείται στην απολογητική προσπάθεια αποδείξεως της ιστορικής της πραγματικότητας. Τί νόημα θα είχε ένα γεγονός της ιστορίας μαρτυρημένο από πολλές γραπτές πηγές, αν αυτό δεν σχετιζόταν άμεσα με την ύπαρξη του καθενός μας;
Η Ανάσταση του Χριστού έχει ακριβώς την υπαρξιακή διάσταση της αρχής της νέας δημιουργίας, του καινούργιου κόσμου, που προσφέρει ο Θεός στην ανθρωπότητα. Ο καινούργιος αυτός κόσμος δεν έχει καμιά σχέση με την δυσοσμία της φθοράς, τον φόβο του θανάτου και τις εχθρικές εκδηλώσεις του άνθρωπου προς τον πλησίον. Η Ανάσταση έχει νόημα, όχι απλώς ως γενικό ιστορικό γεγονός, αλλά ως κάλεσμα του Αναστημένου Χριστού, προς κάθε άνθρωπο.
Στην εποχή μας το κήρυγμα της Αναστάσεως εκλαμβάνεται ακόμα σαν εξωπραγματικό ή αντιφατικό, διότι η εποχή μας είναι αυτή που αποθεώνει τη λογική, υπερηφανεύεται για τις κατακτήσεις και τα επιτεύγματα του ανθρώπινου δυναμικού και αρχίζει σταδιακά, να μορφοποιεί στο νου, του επηρμένου ανθρώπου την αίσθηση της απολύτου αυτάρκειας και παντοδυναμίας. Αυτή η ψευδαίσθηση, όμως, δημιουργεί πλήρη σύγχυση, αφού παρατηρείται το φαινόμενο να δηλώνονται κάποιοι ως Χριστιανοί, αλλά να αρνούνται, να δεχθούν το γεγονός της Αναστάσεως, διότι δε μπορούν να το κατανοήσουν.
Η η Εκκλησία διδάσκει, ότι δε μπορούμε, να προσεγγίζουμε αυτό το γεγονός με λογικά και ανθρώπινα κριτήρια. Δεν υπόκειται στη φυσική πραγματικότητα, ούτε καν στην παρά φύσιν πραγματικότητα. Δεν πρόκειται για λογική ή παράλογη αλήθεια.  Η Ανάσταση του Χριστού είναι ένα γεγονός υπέρ φύσιν. Είναι μια υπέρλογη πραγματικότητα, που αγνοεί τη λογική, υπερβαίνει τα στενά και ασφυκτικά δεσμά της και απελευθερώνεται με τη δύναμη της Θείας βούλησης.
Η Ανάσταση απαιτεί το στοιχείο της πίστης, για να την προσεγγίσει και να την αποδεχθεί κανείς.  Μίας πίστης χωρίς όρια και περιορισμούς. Μίας πίστης που δίνει νόημα και όραμα και σε αυτή και στην αιώνια ζωή. Μίας πίστης που δε συζητά αυτές τις αλήθειες, γιατί δε μπορούν να συζητηθούν, δε μπορούν να κατανοηθούν, δε μπορούν να αντέξουν σε σαθρά επιχειρήματα, σε κοσμικές, σε φθαρτές, σε πεπερασμένες αρχές και σε ξεπερασμένες αρνήσεις.  Η Ανάσταση απαιτεί απλότητα στη διάνοια, απλότητα στη σκέψη,  καθαρή και ανόθευτη πίστη.
Η Ανάσταση του Χριστού σηματοδοτεί τη νίκη επί του θανάτου και την εδραίωση της ελπίδος για την αθανασία. Αυτή η ελπίδα είναι ικανή να δώσει κουράγιο, να παράσχει δύναμη και καρτερία για να αντέξουμε τα προβλήματα και τους πόνους αυτού του βίου. Η Ανάσταση είναι το τέλος του Πάθους, η εικόνα που διαδέχεται ευθύς την τραγικότητα του Σταυρού. Αυτή ακριβώς είναι και η ελπίδα.
Το γεγονός ότι πίσω από τον Σταυρό, που σηκώνει ο κάθε άνθρωπος, σε αυτή τη ζωή, υπάρχει ο Κυρηναίος Χριστός, που συμπάσχει μαζί μας, υπάρχει ο Αναστημένος Θεός, που παρέχει σε όλους τη λύση, τη λύτρωση, τη δικαίωση, την ανάσταση της ζωής και της συνείδησης, το τέλος του πόνου και της οδύνης του θανάτου. Ο όσιος Ιουστίνος (Πόποβιτς), γράφει, ότι «χωρίς την Ανάσταση δεν υπάρχει ούτε εις τον ουρανόν, ούτε υπό τον ουρανόν τίποτε πιο παράλογον από τον κόσμον αυτόν, ούτε μεγαλυτέρα απελπισία από την ζωήν αυτήν, δίχως αθανασίαν»
Οι εμφανίσεις του Αναστάντος Κυρίου πραγματοποιήθηκαν «τη μία των Σαββάτων». Η Κυριακή, η ημέρα του Κυρίου, λαμβάνει πλέον εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Ονομάζεται Κυριακή, γιατί γίνεται η Ανάσταση του Κυρίου, ημέρα αφιερωμένη στη λατρεία του Αναστάντος Κυρίου. Εμφανίζεται στους μαθητές Του, οι οποίοι ήταν συγκεντρωμένοι σε συγκεκριμένο χώρο. Από εκεί ξεκινά η Εκκλησία τη σύναξη, για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Η κατ’ εξοχήν σύναξη των πιστών γίνεται κάθε Κυριακή κατά την οποία τελείται η Θεία Λειτουργία και κατ’ αυτήν ο Χριστός είναι ο ίδιος παρών. Από εκείνες τις αποστολικές ημέρες έχουμε τις καταβολές της συναθροίσεως των Χριστιανών, για να λατρεύσουμε το Θεό κατά την ημέρα της Κυριακής και ο Χριστός συνεχίζει να είναι παρών σε όλες αυτές τις συνάξεις με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Άλλωστε είχε βεβαιώσει και ο ίδιος στους αποστόλους, ότι «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28,20).
Το μήνυμα αυτό με το κήρυγμα της Εκκλησίας απευθύνεται στον άνθρωπο κάθε εποχής και μαρτυρεί την ανεξάντλητη αγάπη του Θεού, ο οποίος, παρά τις θανατηφόρες ενέργειες των ανθρώπων, τους καλεί συνεχώς στη ζωή και στον κόσμο της Αναστάσεως.
Ο Χριστός, χωρίς να του το ζητήσει ο Θωμάς, τον βάζει να αγγίξει στις πληγές Του και τότε ο Θωμάς αναφώνησε: «ο Κύριός μου και Θεός μου». Πείστηκε ο Θωμάς, αλλά έχουμε την απάντηση του Χριστού στην αντίδραση του Θωμά «ότι εώρακάς με πεπίστευκας∙ μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Κατά τον  Ιερό Χρυσόστομο «τούτο γαρ εστί πίστεως, το τα μη ορώμενα δέξασθαι» (ΕΠΕ Τόμος 14, 1,27).
Αυτό είναι και το μεγαλείο της ορθοδόξου πίστεως και το μήνυμα της συγκεκριμένης περικοπής, να αποδέχεται κανείς εκείνα που δεν βλέπονται. Δύσκολο, αν όχι και ακατόρθωτο, για εμάς σήμερα, αφού οι δυσκολίες της ζωής, μας έκαναν να ζητάμε καθημερινά  να «δούμε», για να πειστούμε, αλλά πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου το «έστι γαρ πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. 11,1). Πίστη σημαίνει σιγουριά γι’ αυτά που ελπίζουμε και βεβαιότητα, για αυτά που δε βλέπουμε.
Ας πιστέψουμε, λοιπόν, αυτό που δεν είδαμε και δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε. Ανταμοιβή αυτής της πίστης θα είναι να γευόμαστε διαρκώς Αυτόν, που πιστέψαμε. Ας αναφωνήσουμε κι εμείς, μαζί με την  βεβαιότητα του Θωμά, «ο Κύριός μου και Θεός μου»!