ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ Ο ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ



 Σήμερα, για άλλη μια φορά βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα νέο έτος. Τι επιθυμούμε για τους ίδιους, για τους άλλους, για τον καθένα; Ποιο είναι το τέλος όλων μας των ελπίδων; Η απάντηση είναι μονίμως η ίδια αιώνια λέξη: ευτυχία. Ευτυχές το Νέο Έτος! Ευτυχία για το Νέο Έτος! Η ιδιαίτερη ευτυχία που επιθυμούμε είναι φυσικά διαφορετική και προσωπική για τον καθένα, αλλά όλοι μας μετέχουμε στην κοινή πίστη πως αυτό το έτος η ευτυχία θα μάς πλησιάσει, πως μπορούμε να ελπίσουμε σ’ αυτή με
προσδοκία.
Πότε όμως είναι κάποιος αληθινά ευτυχισμένος; Μετά από αιώνες εμπειρίας και γνώσης σχετικά με τον άνθρωπο, δεν μπορούμε πλέον να εξισώσουμε την ευτυχία με οποιοδήποτε εξωτερικό γνώρισμα, π.χ. χρήματα, υγεία, επιτυχία κλπ. Γνωρίζουμε πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ανταποκρίνεται πλήρως σ’ αυτή τη μυστηριώδη και πάντοτε φευγαλέα έννοια της ευτυχίας. Είναι σαφές πως η φυσική άνεση φέρνει ευτυχία, αλλά και άγχος. Η επιτυχία φέρνει ευτυχία, αλλά και φόβο. Είναι εκπληκτικό πως όσο περισσότερη εξωτερική ευτυχία διαθέτουμε, τόσο περισσότερο εύθραυστη γίνεται και πιο ατίθασος ο φόβος πως θα τη χάσουμε και θα μείνουμε με άδεια χέρια. Πιθανώς αυτός είναι και ο λόγος που ευχόμαστε ο ένας στον άλλο «μια νέα ευτυχία» για κάθε Νέο Έτος. Η «παλιά» ευτυχία ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε, κάτι πάντοτε έλειπε.
Μια τέτοια λέξη, δραματική για το φαινόμενο του ανθρώπου και για την αγωνία του ανθρώ­που μέσα στη ζωή, όταν αναδύεται από μέσα μας τυ­λιγμένη προβάλλει σαν αλλόκοτη, μας αναγκάζει να συλ­λογιστούμε και να φροντίσουμε να βρούμε το σωστό ανθρώπινο περιεχόμενό της. Να βρούμε ακόμη κάτι πιο σημαντικό, που η σχέση της με την εποχή μας.
Η ευτυ­χία ήταν το ύψιστο, συνολικό αγαθό, αυτό δηλαδή που έκλεινε στους κόλπους του όλα τα αγαθά που λαχταρούσε ο άνθρωπος. Αλλά η αντίληψη της μονιμότητάς της, της σταθερότητάς της είναι κάτι που σήμερα ολοκληρωτικά σχεδόν μας διαφεύγει.
Σήμερα που τα γεγονότα αλλάζουν τόσο  συχνά, που μας κόβεται η ανάσα, μας είναι απολύτως αδύνατο να νιώσουμε την ευτυχία, ως γαλήνη και ως σιγουριά των σχέσεων και των αγαθών μας.
Δεν υπάρχει, δε μπορεί εκ των πραγμάτων να υπάρξει ευτυχία στον κόσμο αυτό που μας πνίγει με την ασάφεια και την μεταβλητότητά του.
Οι άνθρωποι της εποχής μας είναι απελπισμένοι γιατί η πραγματοποίηση της ευτυχίας, όπως οι παλαιότεροι τη συνέλαβαν, είναι απολύτως αδύνατη, και γιατί δεν κατορ­θώνουν να τιθασέψουν την εποχή, να την κρατήσουν για ένα λεπτό στα χέρια τους, να τη γνωρίσουν, να γνωρί­σουν το αληθινό της πρόσωπο, να την καταλάβουν.
Η ευτυχία του σημερινού ανθρώπου αρχί­ζει ακριβώς από αυτή την ευαισθησία, την αγρύπνια της συνείδησης. Αυτή η συνείδηση θα ζητήσει να αιτιολογήσει την παρουσία της στη ζωή κι επομένως, θα αναζητήσει μιαν ερμηνεία του κόσμου.
Η συνείδηση του ανθρώπου είναι υποχρεωμένη να δώσει μια απάντηση στο αίνιγμα της ζωής, είναι αναγκασμένη από την ευθύνη και την αξιοπρέπειά της να αναζητήσει την αλήθεια κάτω από τα φαινόμενα και κάτω από τις μετα­βολές του βίου, και πάνω σε αυτή την αλήθεια ακριβώς να θεμελιώσει μια πίστη.
Ως πρότυπο, ως ιδανικό στην απόπειρα, στη διαρκή προσπάθεια τελειοποίησής του έχει τον Άχρονο Δημιουργό του. Πλάστηκε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση, κατά την Αγία Γραφή. Αυτό φανερώνει ότι ο άνθρωπος, εν δυνάμει, έχει την ικανότητα της πνευματικής και ηθικής ανόδου. Στην ικανότητα αυτή, στη δυνατότητα της ανέλιξης προς το καλύτερο, βρίσκεται το φως που λάμπει και φωτίζει το δρόμο προς την ευτυχία.
Όσο λοιπόν βρίσκεται καθένας σε ανώτερη βαθμίδα, τόσο και πιο ευτυχής είναι. Όσο σε κατώτερη πνευματική και ηθική ανάπτυξη τόσο και πιο δυστυχής.
Τα υλικά αγαθά και η απόλαυση απ' αυτά δεν αποτελούν ευδαιμονία. Αντίθετα βυθίζουν πιο βαθιά στη χονδροειδή ύλη και καθυστερούν τον εξαγνισμό της ψυχής με τη γνώση δια του πνεύματος.
Βέβαια, ο άνθρωπος έχει και υλικό σώμα με υλικές ανάγκες (ένδυση, τροφή, κατοικία κ.ά.), τις οποίες δεν μπορούμε να τις αγνοήσουμε γιατί με αυτές συντηρείται το σώμα. Αυτές όμως είναι το μέσο και όχι ο σκοπός της ζωής. Αυτό σημαίνει ότι και με περιορισμένα υλικά μέσα ο ολιγαρκής είναι πιο ευτυχισμένος από τον σπάταλο και άσωτο με δεξαμενές πλούτου και απέραντες ιδιοκτησίες.
Η απόλαυση των υλικών αγαθών, η μέτρια μεν είναι απαραίτητη και χρήσιμη, η υπερβολική δε φέρνει κορεσμό και αηδία και αντί χαράς δυσφορία και πόνους.
Η προσπάθεια συγκέντρωσης πλούτου και η απόκτηση άφθονων οικονομικών μέσων δεν οδηγούν στην ευτυχία. Οδηγούν σε πάθη, όπως της πλεονεξίας, της απληστίας, της αρπακτικότητας, της αδικίας, της ασωτίας, της ακολασίας, της φιλαργυρίας, τσιγκουνιάς και συχνά προκαλούν εγκλήματα, όπως της κλοπής, της ληστείας, της δολοφονίας.
Η επιδίωξη της ευτυχίας μόνο με τον πλούτο, είναι κάτι το μάταιο και αδύνατο, όσο και το «αντλείν εις πίθον Δαναΐδων» (= με τρύπιο πιθάρι να μεταφέρει υγρό). Η χαρά δια του πλούτου είναι στιγμιαία ή φευγαλέα ή και ανύπαρκτη, γι' αυτούς που βρίσκονται σε ανώτερα πνευματικά και ηθικά πεδία.
Τα οικονομικά μέσα, η υγεία, η αρτιμέλεια, η σωματική ανθηρότητα, ασφαλώς αν γίνεται ορθή χρήση τους, υποβοηθούν ένα βίο ανώδυνο και παρέχουν αναλαμπές ευτυχίας. Δεν αποτελούν όμως την ευδαιμονία, γιατί και χωρίς μερικά απ' αυτά ή κι απ' όλα, έζησαν άνθρωποι ικανοποιημένοι απ' τη ζωή τους, ενώ με όλα αυτά, υπήρξαν απογοητευμένοι και δυστυχείς.
Τα μέσα αυτά ως υλικά, υπόκεινται σε φθορά και απώλεια δηλαδή σε αστάθεια και αβεβαιότητα. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος συνδέεται με τα υλικά πράγματα τόσο πιο αγωνιώδης είναι ο βίος του, τόσο πιο συγκλονιστικό και πιο οδυνηρό το άγχος του.
Όσοι ατενίζουν το φως της αληθινής γνώσης με αγιότητα και αρετή ανέρχονται τον ανηφορικό κοπιαστικό και με εμπόδια δρόμο, βοηθούμενοι δε από εσωτερική έντονη παρόρμηση και ακολουθώντας τις αιώνιες ηθικές αξίες, κατευθύνονται σταθερά στην επιτυχία των ιδανικών τους, και ικανοποιημένοι και αγάλλονται.
Να γιατί υποστηρίχθηκε και υποστηρίζεται ότι πλεονάζει το κακό και η δυστυχία και σπανίζει το καλό και η ευτυχία. Να γιατί λίγοι απ' αυτούς που έζησαν και ζουν (οι σοφοί και οι άγιοι μόνο), που απολυτρώθηκαν απ' τα εγκόσμια, ανήλθαν σε ψηλότερες βαθμίδες προόδου και δεν τους κράτησε δούλους ο δεσμός με την ύλη που αποκτήθηκε και δεν τους βάρυνε το φορτίο της παχυλής αμάθειας και δεν τους ταράζουν οι τύψεις απ' την τρικυμιώδη ηθική ακολασία.
Όσο «ευτυχής» και αν αισθάνεται κάποιος, με τα υλικά του αποκτήματα, στην πραγματικότητα πελαγοδρομεί στα πεδία της πλάνης, με την ψυχή του να ταράσσεται από τα αναρίθμητα πάθη. Αισθάνεται διαρκώς αδικημένος, παραμερισμένος, και προσπαθεί να αποκατασταθεί ενώπιον της κοινωνίας και της συνείδησής του. Κι ας βοά από τα βάθη των αιώνων, εκείνος ο επαναστάτης  των συνειδήσεων, ο Σωκράτης, πως ουδείς είναι σε θέση να σου προκαλέσει κακό, εάν δεν το επιτρέψεις εσύ ο ίδιος!
Είναι λοιπόν ένας αντικειμενικά ευτυχής άνθρωπος, που κατά τα άλλα, ταλαιπωρείται αφόρητα από τη στενοχώρια του;
Ας παρατηρήσουμε τους εαυτούς μας και τον κοινωνικό μας περίγυρο. Δολοπλοκίες, αδικίες, πάθη, καταχρήσεις, υπεξαιρέσεις, διαπλοκές, δικαστικές μάχες. Με φυσική απόρροια, τα νεύρα, τις εμπάθειες, τις κακίες. Ας όψεται το αψίκορον, ένα εκ των μεγίστων ελαττωμάτων της φυλής μας.
Ο άνθρωπος του 21ου αιώνα, θεωρεί δύσκολη την απόκτηση ευτυχίας και είναι, αφού υπάρχει έλλειψη του απαραίτητου για την δόμησή της, γνωστικού περιεχομένου. Διότι δεν προσπαθεί να οργανώσει, να αναπτύξει και να εμβαπτίσει τον εσωτερικό του κόσμο, την ψυχή του, στα νάματα της ομόνοιας, της γαλήνης και της αγάπης, αλλά και στην ανθρωπογνωσία, όπως αναφέρει ο Adler. Η κρίση που εμφανίστηκε στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό και μέρα με τη μέρα γιγαντώνεται, δημιουργεί εγγενή ερωτήματα, για το ποιος ή ποιοι ευθύνονται για την σημερινή κατάσταση.
Βεβαίως ευθύνονται οι θεσμοί, οι πολιτικοί, οι κερδοσκόποι, οι δημόσιοι λειτουργοί, που προβάλλονται, ως ένοχοι, έναντι μιας αθώας(;) «κοινωνίας των πολιτών», η οποία καταγγέλλει τους «φταίχτες», νομίζοντας, πως εκείνη δεν φέρει καμία ευθύνη για την καταστροφή.
Οι αυτοκτονίες των συμπατριωτών μας αυξάνουν με ρυθμό άκρως ανησυχητικό. Το φαινόμενο υπαρκτό από καιρό σε άλλες κοινωνίες, απασχολούσε ελάχιστα τη δική μας. Δύο θεωρούνται ως κύριες αιτίες για το απονενοημένο διάβημα. Ως πρώτη προβάλλεται η έλλειψη νοήματος του βίου. Είναι κυρίαρχο γνώρισμα των αυτοχείρων στις δυτικές κοινωνίες της αφθονίας, και ως δεύτερη προβάλλεται η απόγνωση μπροστά σε ανυπέρβλητα προβλήματα.
Το υπαρξιακό κενό συνοδεύει τον δυτικό άνθρωπο από την εποχή που πανηγύρισε την «απελευθέρωσή» του από τις δεισιδαιμονίες του παρελθόντος, εννοώντας ότι αρνήθηκε την πατροπαράδοτη πίστη του στον Θεό. Η «απελευθέρωση» αυτή οδήγησε σε λιμοκτονία την ψυχή του, της οποίας βέβαια την ύπαρξη έκτοτε αρνείται, έχοντας όμως αναγάγει κατά τρόπο άκρως αντιφατικό την ψυχολογία, δηλαδή την έρευνα περί την ψυχή, σε «επιστήμη» άκρως ενδιαφέρουσα στην εποχή μας. Ο αρνούμενος τον προσωπικό Θεό της χριστιανικής αποκαλύψεως, ιδεαλιστής ή υλιστής, είχε ανάγκη από πλήθος υποκατάστατων, καθώς η λανθάνουσα ψυχή δεν έπαψε να διεκδικεί την τροφή της. Επανήλθε στο προσκήνιο ο από μακρού σιγήσας φιλοσοφικός λόγος, εντάθηκε η ενασχόληση με τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία επίσης επί μακρόν είχαν καταπατηθεί βάναυσα, πολλές φορές μάλιστα στο όνομα του Χριστού, κυρίως όμως εναποτέθηκαν οι ελπίδες στην αναδυόμενη επιστήμη, απ’ την οποία προσδοκούσε ο δυτικός άνθρωπος την επίλυση του συνόλου των βιοτικών του προβλημάτων και την παράταση του βίου. Ο φιλοσοφικός λόγος έδωσε τη γένεση σε διάφορες ιδεολογίες. Όλες αυτές κατέρρευσαν περί το τέλος του 20ου αιώνα, αφού έδωσαν πικρούς καρπούς, φρικτούς πολέμους με αμέτρητα θύματα. Ο ευρωπαϊκός μηδενισμός ενέχεται για τις συμφορές σ’ όλη την έκταση του πλανήτη. Τα ανθρώπινα δικαιώματα περιορίστηκαν στους προνομιούχους λαούς των δυτικών χωρών, οι οποίοι ανακάλυψαν ένα ακόμη δικαίωμα, πού πρόσθεσαν στα όσα αναγνωρίζονταν ως τότε: Το δικαίωμα της εκμετάλλευσης των μη προνομιούχων και της καταλήστευσής τους.
Ο βίος των λαών των φτωχών χωρών κατέστη αβίωτος, προκειμένου να πλουτίσουν οι άπληστοι πολιτισμένοι και καλλιεργημένοι, ερήμην Θεού, δυτικοί.
Στην ορθόδοξη Ελλάδα μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες ο λαός ήταν στερεωμένος στην ελληνορθόδοξη παράδοση και διατηρούσε ακέραιες τις ελπίδες του στον Θεό. Χάρη στην πίστη του άντεξε την επί αιώνες σκληρή τουρκική δουλεία αναμένοντας την ποθούμενη ελευθερία. Χάρη στην πίστη του αγωνίστηκε γι’ αυτήν και κατάφερε να βγει και πάλι στο φως του κόσμου. Υπερασπίστηκε με ανδρεία τη χώρα του από κάθε επίβουλο, άντεξε σε πλήθος από προσφυγιές και ξανάρχισε τη ζωή του μετά από πλήθος χαλασμών από πολέμους που άλλοι έσπειραν για τα συμφέροντά τους. Ταπεινώθηκε, περιφρονήθηκε, ατιμάστηκε, πείνασε, κρύωσε αλλά δεν έπαψε να μάχεται εναποθέτοντας την ελπίδα του, ακέραια, στον Θεό.
Ώσπου ξημέρωσε μια εποχή αλλιώτικη! Ο Έλληνας άρχισε να αισθάνεται μειονεκτικός έναντι εκείνων που κατείχαν και να αδιαφορεί για το πώς κατείχαν. Ήθελε και αυτός να χαρεί τις απολαύσεις, που προσφέρει η ζωή, όταν διαθέτεις χρήματα. Ήταν τότε που οι δυτικοί οπαδοί του μηδενισμού έκαναν βήματα προς την «συναδέλφωση» και «ειρηνική» συνύπαρξη των λαών. Έστρεψαν την προσοχή τους και σε μας, τους απόκληρους και ανέλαβαν να μας «βοηθήσουν» να ορθοποδήσουμε, να αναπτυχθούμε, να ενταχθούμε στη χορεία των «πολιτισμένων» χωρών. Ανέλαβαν το «εθνοσωτήριο» έργο οι «καλοί» κυβερνήτες της χώρας μας και πάσχισαν «φιλότιμα» να ξεριζώσουν από την ψυχή του λαού την πίστη του προς το Θεό και την αγάπη προς τις παραδόσεις. Κάθε τι το δικό μας, από τα ήθη και τις παραδόσεις, ως τα προϊόντα μας φάνταζε υποδεέστερο, απόβλητο. Τραφήκαμε με τον μύθο, επί τριάντα συναπτά έτη, ώσπου βρεθήκαμε στη σκληρή και άγρια πραγματικότητα. Οι φίλοι μας και εταίροι μας ζήτησαν πίσω τα όσα μας προσέφεραν, για να έχουμε να αγοράζουμε, από αυτούς προϊόντα και «πολιτιστικές» αξίες, να τρέφονται αυτοί από την αφέλειά μας και να ρίχνουν και κάτι στους ντόπιους διεκπεραιωτές, του σχεδίου τους. Η φτώχια έπληξε άγρια μερίδα του λαού μας και δεν ήταν διόλου έτοιμος, διότι τον είχαν παραμυθιάσει, ότι δεν θα ξαναπατήσει το πόδι της στη χώρα μας. Ψυχικές δυνάμεις δεν του είχαν απομείνει πλέον, καθώς είχε υποταχθεί στον δυτικό ευδαιμονισμό. Πώς να αντιπαλέψει τα ογκούμενα βιοτικά προβλήματα; Τα δάνεια τον κατέστησαν υποχείριο του τραπεζικού συστήματος. Η ανεργία πλήττει ολοένα και περισσότερα τα μέλη της οικογένειας. Το κόστος ζωής αυξάνει ανεξέλεγκτα, καθώς η εκάστοτε εκλεγμένη(sic) κυβέρνηση δεν ασκεί πλέον εξουσία, αλλά διαχειρίζεται, άνευ δικαιώματος παρέμβασης στα τελούμενα στην «ελεύθερη» αγορά. Ο Έλληνας είναι πλέον ο ανερμάτιστος δυτικός μηδενιστής, που αντιμετωπίζει, όμως, ανυπέρβλητα βιοτικά προβλήματα των λαών της Ανατολής. Πώς θα αντιμετωπίσει την κατάσταση, που θα επιδεινώνεται διαρκώς, παρά τις εξαγγελίες και κατηγορηματικές βεβαιώσεις, για ανάκαμψη της οικονομίας;
Οι πρόγονοί μας διατήρησαν την πίστη τους επί τουρκοκρατίας και υπέστησαν εξ αιτίας αυτού τα πάνδεινα. Ήταν αρκετό να ενδώσουν στην πίεση προς εξισλαμισμό, για να θέσουν τέλος στα βάσανά τους. Δεν το έπραξαν. Υπήρξαν μήπως ανόητοι; Ασφαλώς όχι. Απλώς είχε η ζωή τους νόημα μέσα στα βάσανα και τις δοκιμασίες. Και όταν η ζωή έχει νόημα, δεν υπάρχει ανυπέρβλητο πρόβλημα. Συνειδητοποιούμε μπροστά στις δοκιμασίες του καιρού μας, ότι προέχει πριν από οτιδήποτε άλλο να νοηματοδοτήσουμε τον βίο μας; Τότε θα βρούμε και τις δυνάμεις τις απαραίτητες προς αντιμετώπιση των πάσης φύσεως αντιξοοτήτων. Τις δυνάμεις να παλέψουμε για την ανεξαρτησία μας, την αξιοπρέπειά μας, την τιμή της χώρας, να αγαπήσουμε τον συνάνθρωπό μας, που υποφέρει και εμείς αδιαφορούμε, καθώς χάθηκε από τον ορίζοντά μας ο πλησίον.
Είναι πλέον καιρός αυτοκριτικής. Δεν είναι λύση η μεταμέλεια τύπου Ιούδα, που έθεσε τέρμα στον βίο του, υπό το βάρος των ενοχών του. Λύση είναι η έμπρακτη μετάνοια, διότι περιφρονήσαμε την παράδοσή μας, όσο κανένας άλλος λαός στην ιστορία. Ας κάνουμε νέα αρχή, όπως οι πρόγονοί μας μετά από τόσες συμφορές που δοκίμασαν. Η κατάσταση δεν είναι σήμερα χειρότερη από άλλες του παρελθόντος. Υπάρχει ελπίδα. Αρκεί να την αναζητήσουμε στο Θεό και όχι στον δημαγωγικό λόγο.
Σήμερα, παραμονή του Νέου Έτους, όταν το ρολόι κτυπήσει μεσάνυχτα, σκεφτόμαστε τις επιθυμίες μας για το νέο έτος και προσπαθούμε να εισέλθουμε στο άγνωστο μέλλον μ’ ένα όνειρο, προσδοκώντας ταυτόχρονα την εκπλήρωση κάποιας αγαπητής μας επιθυμίας. Σήμερα, για άλλη μια φορά βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο έτος. Τι επιθυμούμε για τους ίδιους, για τους άλλους, για τον καθένα; Ποιο είναι το τέλος όλων μας των ελπίδων; Η απάντηση είναι μονίμως η ίδια αιώνια λέξη: ευτυχία. Ευτυχές το Νέο Έτος! Ευτυχία για το Νέο Έτος! Η ιδιαίτερη ευτυχία που επιθυμούμε είναι φυσικά διαφορετική και προσωπική για τον καθένα, αλλά όλοι μας μετέχουμε στην κοινή πίστη, πως αυτό το έτος η ευτυχία θα μάς πλησιάσει, πως μπορούμε να ελπίσουμε σε αυτή με προσδοκία.
Πότε όμως είναι κάποιος αληθινά ευτυχισμένος; Μετά από αιώνες εμπειρίας και γνώσης σχετικά με τον άνθρωπο, δεν μπορούμε πλέον να εξισώσουμε την ευτυχία με οποιοδήποτε εξωτερικό γνώρισμα, όπως χρήματα, υγεία, επιτυχία κλπ. Γνωρίζουμε πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ανταποκρίνεται πλήρως σ’ αυτή τη μυστηριώδη και πάντοτε φευγαλέα έννοια της ευτυχίας. Είναι σαφές, πως η φυσική άνεση φέρνει ευτυχία, αλλά και άγχος. Η επιτυχία φέρνει ευτυχία, αλλά και φόβο. Είναι εκπληκτικό, πως όσο περισσότερη εξωτερική ευτυχία διαθέτουμε, τόσο περισσότερο εύθραυστη γίνεται και πιο ατίθασος ο φόβος πως θα τη χάσουμε και θα μείνουμε με άδεια χέρια. Μάλλον αυτός είναι και ο λόγος που ευχόμαστε ο ένας στον άλλο «μια νέα ευτυχία» για το Νέο Έτος. Η «παλαιά» ευτυχία ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε, κάτι πάντοτε έλειπε. Τώρα όμως ατενίζουμε ξανά μπροστά μας, με μια ευχή, ένα όνειρο, μια ελπίδα.
 Ένας ακόμα νέος χρόνος προστίθεται στη ζωή μας. Ας σκεφτούμε ότι στο εξής πρέπει πιο υπεύθυνα να αντιμετωπίζω τα γεγονότα και τους ανθρώπους. Το νέο έτος θα είναι νέο μονάχα αν η καρδιά μα μένει πάντα νέα. Ο χρόνος δεν γερνάει. Η καρδιά γερνάει. Όχι από τον χρόνο. Από την αμαρτία. Η καρδιά που αμαρτάνει σκληρύνεται. Η καρδιά που δεν αγαπά αποθαρρύνεται, υποφέρει. Θέλουμε να χαρούμε ένα έτος αληθινά νέο; Τότε να ανακαινίσουμε την καρδιά μας. Νέο έτος θα πει νέα καρδιά, νέες αποφάσεις, καινούρια ζωή, νέοι άνθρωποι. Σημαίνει προπάντων να ανακαινισθεί «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος» και να δημιουργηθεί ο «καινός άνθρωπος ο ποιών ειρήνην». Αυτός ο άνθρωπος μένει πάντα νέος. Αυτός ο θησαυρός μένει πάντα νέος και απρόσβλητος. Δεν φθείρεται, ποτέ δεν παλιώνει. Είναι αιώνιος. Ο θησαυρός αυτός λέγεται αγάπη και «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει». Την αγάπη δεν την μετρούν οι χτύποι του εκκρεμούς, αλλά οι παλμοί της καρδιάς. Αν η καρδιά είναι νέα και οι χτύποι της συντονισμένοι, τότε και η ζωή είναι νέα, γιατί είναι μια ζωή αγάπης. Τότε μπορούμε ανυπόκριτα να  λέμε ευτυχισμένος ο νέος χρόνος, χρόνια πολλά και καλή χρονιά. Ευχές, που θα βγαίνουν μέσα από μια πλατιά καρδιά, που χωράει όλους τους ανθρώπους, όχι συμβατικά, αλλά αληθινά. Είναι καιρός να απεκδυθούμε όχι τον παλαιό χρόνο, αλλά τον «παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού». Να κάνουμε απολογισμό και εκκαθάριση των παλαιών λογαριασμών, δηλαδή πρέπει να «εκκαθαρίσουμε την παλαιά ζύμη» της αμαρτίας, για να γίνουμε «νέο φύραμα» και να εορτάζουμε «εν αζύμοις ειλικρινείας και αληθείας», με βίο καθαρό.
Γι’ αυτό ας δεόμεθα «πάλιν και πολλάκις», ώστε «καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου» και κατά τούτο το νέο έτος. Τότε και μόνον τότε θα είναι πραγματικά νέο, αληθινά χαρούμενο και ευτυχισμένο το νέο έτος, 2013. Μακάρι!