ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΑΠΛΗΣΤΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΚΟΡΕΣΤΟΝ ΤΗΣ ΠΛΕΟΝΕΞΙΑΣ




Σε κάθε διδασκαλία του  Χριστού διαπιστώνουμε ότι δημιουργεί  στο διδακτικό περιβάλλον, μια «βιωματική» ατμόσφαιρα, που εμπεριέχει, κατά πρωθύστερο σχήμα τις αρχές της πολύ αργότερα αναπτυχθείσης Παιδαγωγικής Επιστήμης, δικαιώνοντας, όλους εκείνους που αποδέχονται τον Θεάνθρωπο Χριστό, ως Μέγα Παιδαγωγό και Διδάσκαλο.  
«Βιωματική» κατάσταση στην Παιδαγωγική  δημιουργείται, όταν το υποκείμενο της μάθησης
(μαθητής) και το αντικείμενο της μάθησης (μορφωτικό αγαθό) προσεγγίζονται, με ροπή αγαστής συλλειτουργίας ή και ταύτισης. Τούτο βέβαια επιτυγχάνεται μόνον όταν υπάρχει έντονη συναισθηματική έξαρση από την πλευρά των μετεχόντων στη διδακτική εργασία, κατάσταση που προϋποθέτει την αγάπη των μαθητών για τα μάθημά τους και τον οίστρο του δασκάλου για το λειτούργημά του. Βιωματική διδασκαλία δημιουργείται όταν ο δάσκαλος «ανοίγει» τις ψυχές των μαθητών με τη δική του καλλιέργεια, την επιστημονική πληρότητά του, την ποιητική ιδιοσυγκρασία του.
Πράγματι,  αυτή την «βιωματική» κατάσταση την διαπιστώνουμε και στην Ευαγγελική περικοπή του «Άφρονος πλουσίου» της Κυριακής  Θ΄ Λουκά, όπου ο Χριστός ανοίγει, αφ’ ενός, την ψυχή του ανθρώπου εκείνου, που εκ του όχλου του είπε: «Δάσκαλε, πες στον αδελφό μου να μοιράσει μαζί μου την κληρονομιά», αφ’ ετέρου, ανοίγει την ψυχή, τόσο στους μαθητές Του, όσο και εις τους «Εν οις επισυναχθεισών των μυριάδων του όχλου ως καταπατείν αλλήλους» προκειμένου να ακούσουν τη διδασκαλία Του.
Ο άνθρωπος εκείνος, «εκ του όχλου», του οποίου είχε πεθάνει ο πατέρας και είχε προβλήματα κληρονομικά με τον αδελφό του, κατέφυγε στο Χριστό, για να βρει το δίκιο του και τον παρακαλούσε να μεσολαβήσει υπέρ αυτού. Δεν πλησίασε, δηλαδή, τον Χριστό για ν’ ακούσει το κήρυγμά του, τη διδασκαλία του, να πάρει συμβουλές, να μάθει περισσότερα για την ουράνια βασιλεία και για το πώς θα την κερδίσει, αλλά μόνο για να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα.
Όμως, ο Ιουδαίος εκείνος, όπως και πολλοί άλλοι, ακόμα και σήμερα, δεν έχουν κατανοήσει, ότι ο Χριστός δεν ήρθε στον κόσμο για να τα κοινωνικά ή τα οικονομικά προβλήματα της ανθρώπινης κοινωνίας. Δεν υποσχέθηκε στους ανθρώπους υλικά αγαθά και δεν κόμισε εις τον κόσμο λύσεις ενός κοινωνικοπολιτικού προγράμματος, αφού ο σκοπός της Θείας Ενανθρωπίσεως ήταν καθαρά σωτηριολογικός. Ο Χριστός ήταν ο διδάσκαλος της σωτηρίας και όσοι αποδέχτηκαν ή αποδέχονται το κήρυγμά Του γίνονται μέλη της ουράνιας Βασιλείας Του και  επιλύνουν τα θέματά τους σύμφωνα με το δικό του θέλημα.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο απάντησε σε προσωπικό τόνο στον «εκ του όχλου» ερωτώντα το: «Τις με κατέστησε δικαστή ή μεριστή εφ’ ημάς»;
Και αμέσως προσέθεσε: «οράτε και φυλάσσεσθε από πάσης πλεονεξίας, ότι ουκ εν τω περισσεύειν τινί η ζωή αυτού εστίν εκ των υπαρχόντων αυτού». «Προσέχετε και φυλάγεστε από κάθε πλεονεξία, γιατί, όταν έχει κάποιος περίσσια, η ζωή του δεν προέρχεται από τα υπάρχοντά του».
Επειδή δεν θέλησε, ως άριστος παιδαγωγός και διδάσκαλος, να αφήσει κενά στις σκέψεις των μαθητών και ακροατών Του, διηγήθηκε παραβολικώς  Τον βίο ενός πλουσίου που περιέπεσε στο ολίσθημα της πλεονεξίας, με αποτέλεσμα, να αποκαλεσθεί άφρων, δηλαδή,  άνθρωπος που δεν διαθέτει φρόνηση και σύνεση.
Χαρακτηρίσθηκε «άφρων» διότι α) η σχέση και η αντίληψή του για τον κόσμο και τους συνανθρώπους του δεν ξεπερνούσαν τα  όρια της δικής του ευμάρειας, μέχρι του σημείου που διαλογιζόταν μέσα του, λέγοντας: «Τι να κάνω, επειδή δεν έχω πού να συνάξω τους καρπούς μου»;  β) νόμιζε ότι η υλική του ευμάρεια θα ήταν ατελείωτη και ότι δεν πρόκειται να την στερηθεί ποτέ. Γι’ αυτό λέγει ευχαριστημένος στην ψυχή του: «ψυχή, έχεις, πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά· αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου».
Νόμιζε, λοιπόν, ότι ζώντας πλέον, με τα πλούτη, θα ζούσε μακροχρόνια ευτυχισμένος. Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι τα «πολλά αγαθά» δεν κάνουν τον άνθρωπο ευτυχισμένο, αντίθετα με τη σκέψη των πολλών αγαθών και πριν ακόμη τα συγκεντρώσει και τα αποθηκεύσει, του δημιουργούσαν προβληματισμό και αναστάτωση, που τελικά τον έκαναν δυστυχισμένο. Δεν μπορούσε να χαρεί τίποτε, διότι η πλεονεξία του τον ταλαιπωρούσε και τον βασάνιζε.
Ο όρος «πλεονεξία» δηλώνει την επιδίωξη του να κατέχει κανείς όλο και περισσότερα υλικά αγαθά και αρκετές φορές με αθέμιτα μέσα.  Η πλεονεξία συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με την απληστία, μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από βιαιότητα και αναλγησία. Ο άνθρωπος δηλαδή δεν αρκείται στα αγαθά που του χάρισε ο Θεός, αλλά πιστεύει, ότι η ύπαρξή του θα ολοκληρωθεί και θα εξασφαλισθεί πολύ περισσότερο, αν κατακτήσει και άλλα επιπλέον.
Ο Απόστολος Παύλος θεωρεί ότι η πλεονεξία εντάσσεται στην ειδωλολατρία, γι’ αυτό γράφει: «Νεκρώσατε ουν τα μέλη υμών τα επ της γης, πορνείαν, ακαθαρσίαν, επιθυμίαν κακήν και την πλεονεξίαν, ήτις εστίν ειδωλολατρία» (Κολ. 3, 5)
Η πλεονεξία οδηγεί στην αμαρτία, διότι σε κάθε υπερβολή και έκρηξη πάθους σε οποιοδήποτε επίπεδο, είτε πρόκειται για υλικά κέρδη είτε για ηδονή των αισθήσεων, ο άνθρωπος που ενεργεί το πάθος της πλεονεξίας, χρησιμοποιεί τον πλησίον αντί ο ίδιος να τον υπηρετεί. Ο πλεονέκτης θυσιάζει τους άλλους, για χάρη  του εαυτού του, χωρίς δισταγμό.  Κανένας πλεονέκτης δεν ακολουθεί το παράδειγμα του Χριστού, ο οποίος «επτώχευσε πλούσιος ων», για να πλουτίσουμε εμείς «τη εκείνου πτωχείᾳ»´ Κορ. 8, 9). Ο πλεονέκτης απογυμνώνει τους φτωχούς προς όφελός του (βλ. Ιακ. 5, 1-96).  Δηλαδή, επιζητεί να καρπωθεί για τον εαυτό του και να κατέχει μόνο για τον εαυτό του εκείνο που προέρχεται από την αγάπη του Θεού και ανήκει σε όλους.
Ο Μέγας Βασίλειος, μιλώντας για την πλεονεξία λέγει: «Όσα βλέπει ο οφθαλμός, αυτά επιθυμεί και ο πλεονέκτης. Ο Άδης δεν είπε ποτέ, αρκεί, ούτε ο πλεονέκτης είπε ποτέ, φτάνει. Η θάλασσα γνωρίζει τα όριά της, η νύκτα δεν ξεπερνάει τα πανάρχαια οροθέσιά της, αλλά και ο πλεονέκτης δεν λογαριάζει χρόνο, δεν μπορεί να θέσει όρια, δεν καταλαβαίνει ότι υπάρχουν διάδοχοι και κληρονόμοι. Μιμείται τη βιαιότητα της φωτιάς, όλα τα διευθετεί, για όλα εγείρει αξιώσεις, και θεωρεί, πως όλα ανήκουν σε αυτόν». (Λόγος προς τους πλουτούντας) Η πλεονεξία, (εκ του  πλέον +έχειν),  είναι η εμπαθής τάση να μην αρκείται κανείς σε ό,τι έχει, αλλά να επιδιώκει περισσότερα απ’ όσα κατέχει, δικαιούται ή έχει πραγματικά ανάγκη.
Οι μορφές της πλεονεξίας, στις οποίες εμπλέκεται και παγιδεύεται ο σύγχρονος άνθρωπος, είναι πολλές, διότι «το άπληστον και το ακόρεστον» εμφωλεύει σε κάθε πάθος. Έτσι σήμερα οι άνθρωποι αύξησαν το πάθος της πλεονεξίας σε όλες τες μορφές της ζωής.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει, ότι τα πάθη δεν είναι μέρος της ανθρώπινης φύσεως και δεν αποτελούν απ’ αρχής φυσικά στοιχεία της, αναφέρει, ακόμη, ότι είναι κινήσεις και πράξεις ξένες προς την κατά φύσιν ζωή του άνθρωπου. «Διεστραμμέναι δε, οι οδοί πάντως και σκολιαί, το μίσος, το ψευδός, ο δόλος, ο φθόνος, η πλεονεξία, η υπερηφάνεια και τα παραπλήσια τούτοις», τα οποία όχι μόνο πραττόμενα, αλλά και «αγαπώμενα» και «μελετώμενα κατά νουν», αξιώνουν τον άνθρωπο της θείας αποστροφής».
Την αρχή της εμφανίσεως των παθών ό άγιος Γρηγόριος την ανάγει στο γεγονός της πτώσεως, όπως άλλωστε και όλοι οι υπόλοιποι πατέρες της Εκκλησίας Η απάτη των πρωτοπλάστων ήταν αυτή που αναφέρει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητή. Ήθελαν «προ Θεού, δίχα Θεού και ου κατά Θεόν», να γευθούν τον καρπό της ζωής, δηλαδή τη θέωση, αδιαφορώντας για την εντολή που τους έδωσε ο Θεός. Η εσφαλμένη αυτή κατεύθυνση της ψυχής τους επέφερε πολλά και θλιβερά αποτελέσματα σε όλο τον ψυχοσωματικό εαυτό τους, αλλά και σε όλους τούς απογόνους τους.
Μια οδυνηρή συνέπεια των παθών, που παρατηρείται στη ζωή του ανθρώπου, είναι η στέρηση της κοινωνίας του με τον Θεό. Η παράβαση της εντολής του Θεού που διέπραξε τον παλαιό καιρό έγινε πρόξενος παντός θανάτου,  της ψυχής και του  σώματος,  «του  κατά τον νυν αιώνα και του κατά την ατελεύτητον εκείνη κόλασιν». Και ο κυρίως θάνατος είναι το «διαζευχθήναι την ψυχήν της θείας Χάριτος και τη αμαρτία συζηγήναι». Αυτός δε ο θάνατος της ψυχής, είναι η εγκατάλειψη του Θεού. Το αίτιο δε της θείας εγκαταλείψεως δεν έχει τη γένεσή του στον Θεό, αλλά στην αμαρτία. Δηλαδή, στην αυτεξουσιότητα του ανθρώπου που ο Θεός ουδέποτε παραβιάζει. «Ημείς ουν εσμέν, φευ, οι του οικείου θανάτου γεννήτορες», λέγει χαρακτηριστικά. Έτσι τονίζεται στα κείμενα του Αγίου, όπως και σε  όλους τους ανατολικούς Πατέρες, ότι ο θάνατος, η αμαρτία και οι συνέπειές της, δεν έχουν οντολογικό περιεχόμενο, ούτε είναι μία φύση, έστω κακή φύση, αλλά η λανθασμένη προαίρεση του ανθρώπου που έχει φθοροποιές και νεκροποιές συνέπειες στη φύση του, αφού αλόγως αυτονομείται από την αρμονία της καθολικής φύσεως, που διοικείται από τον Δημιουργό.
Έτσι συνέβη και στον άφρονα πλούσιο της παραβολής, τον οποίο απροσδόκητα τον επισκέφθηκε ο θάνατος, που του φανέρωσε την πορεία όλης της επίγειας ζωής του, η οποία αποδοκιμάσθηκε από τον Θεό, ως ανοησία, αφού τον αποκαλεί «άφρων». Είπε τότε σ’ αυτόν ο Θεός: «Άφρων, αυτήν τη νύκτα απαιτούν την ψυχή σου από εσένα.»
 Ο θάνατος συνιστά το απόλυτο όριο, μετά το οποίο ο άνθρωπος απλώς κρίνεται για όλο το περιεχόμενο της ζωής του, για ό,τι έπραξε, για ό,τι είπε, για ό,τι σκέφτηκε ακόμη. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, και μετά τούτο κρίσις» κατά τον απόστολο Παύλο.
Ο πλούσιος δεν έλαβε υπόψη του το πιο βέβαιο γεγονός της ζωής, τον θάνατο. Ενεργεί  σαν να ζούσε αιώνια σε αυτόν τον κόσμο. Το δηλώνουν τα λόγια του: «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά, κείμενα εις έτη πολλά». Τα κύρια αυτά στοιχεία της αφροσύνης του πλουσίου, τον οδηγούν, σε ένα τέλος εξαιρετικά τραγικό, διότι,  δεν έρχεται ο θάνατος, αλλά έρχεται μαζί με μία συνοδεία «δυνάμεων», η οποία ζητά την ψυχήν του.
Πώς λοιπόν θα πρέπει να ζει ο άνθρωπος, ώστε στο τέλος της ζωής του να ακούσει με χαρά, ότι ευαρέστησε τον Θεό;
         I.            Να συμπεριφέρεται έντιμα έναντι του συνανθρώπου του, δηλαδή με ανιδιοτελή αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει και θυσία γι’ αυτόν.
      II.            Να πιστεύει και να αγαπά τον Θεό. Για τον σώφρονα άνθρωπο, ο Θεός είναι το κέντρο της ζωής του. Προτεραιότητά του, συνεπώς είναι, το πώς θα θεμελιώνει αδιάκοπα τη ζωή του, τις σκέψεις του, τα λόγια του, τη συμπεριφορά του, στο θέλημα Εκείνου.
Άραγε έχουμε σκεφθεί ποτέ, πώς θα είναι το δικό μας τέλος, η δική μας τελευταία μέρα ή νύχτα;
Η νύχτα του πλουσίου της Παραβολής ήταν η πιο εφιαλτική και αποτρόπαιη νύχτα της ζωής του. Ήταν η νύχτα την οποία προφανώς ονειρευόταν, ως νύχτα ευδαιμονίας, κατά την οποία θα άρχιζε να απολαμβάνει «εις έτη πολλά» τα πλούτη του. Όμως εκείνη η νύχτα ήταν γι’ αυτόν νύχτα αγωνίας και τρόμου. Ήταν μια νύχτα ατελεύτητη,  φρικτή και βασανιστική.
Όμως, για τους δίκαιους, για τους ελεήμονες και φιλάνθρωπους, η τελευταία μέρα ή νύχτα είναι η ωραιότερη ανατολή μιας νέας ημέρας ατελεύτητης και άδυτης, διότι είναι η είσοδος στη Βασιλεία του Θεού.
Γι’ αυτό ο Χριστός, επειδή δεν θέλει να ζήσουμε τέτοιες εφιαλτικές νύχτες, ως άριστος Παιδαγωγός, αμέσως μετά την παραβολή, διδάσκει στους μαθητές Του και σε όλους μας, πώς να αποφύγουμε το ολίσθημα της πλεονεξίας, για να μη βρεθούμε στη θέση του άφρονα πλουσίου. Είπε λοιπόν προς τους μαθητές του: «Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας τί θα φάτε, μήτε για το σώμα σας τί θα ντυθείτε. Γιατί η ζωή είναι πιο πολύ από την τροφή και το σώμα (είναι πιο πολύ), από το ένδυμα.» (Λουκ. 12, στ.22,23)