ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΩΝ



Η σημερινή Κυριακή είναι αφιερωμένη στους αγίους Πατέρες που συγκρότησαν την Δ' Οικουμενική Σύνοδο στην Χαλκηδόνα το έτος 451 μΧ., η οποία αντιμετώπισε την αίρεση του μονοφυσιτισμού.
Η Σύνοδος συγκλήθηκε την 8η Νοεμβρίου του 451μΧ, από τον Αυτοκράτορα
Μαρκιανό, με σκοπό την αντιμετώπιση της αίρεσης του Μονοφυσιτισμού, κατόπιν αιτήματος των μελών της Εκκλησίας. Έτσι, ο νέος αυτοκράτωρ Μαρκιανός και η σύζυγός του Πουλχερία αποφάσισαν, να ικανοποιήσουν το αίτημα της Εκκλησίας, ούτως ώστε να επιλυθεί το παρατεινόμενο και διογκούμενο πρόβλημα της Χριστολογικής έριδας. Η σύνοδος συγκροτήθηκε στο ναό της Αγίας Ευφημίας στην Κωνσταντινούπολη και συγκεκριμένα, στο προάστιο της πόλεως που αποκαλείτο Χαλκηδόνα.
Η σύνοδος της Χαλκηδόνος αποτέλεσε τη μεγαλύτερη σε συμμετοχή Οικουμενική Σύνοδο αφού συμμετείχαν 630 επίσκοποι, αν και έχει εκφραστεί η άποψη ότι σε κάθε συνεδρία είναι πιθανό να μην παρευρίσκοντο περισσότεροι από 350.
Προεδρεύοντες της συνόδου ήταν ο Ανατόλιος Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και οι παπικοί αντιπρόσωποι, ενώ σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν για την τάξη της συνόδου οι αυτοκρατορικοί αντιπρόσωποι. Ο Πάπας Λεόντιος δεν παρευρέθη στη σύνοδο επικαλούμενος την ανάγκη παρουσίας του στην Ιταλία, λόγω των επιδρομών του Αττίλα. Κυριότερες προσωπικότητες της συνόδου ήταν ο Μάξιμος Αντιοχείας, ο Ιουβενάλιος Ιεροσολύμων, οι Πασχασίνος, Λουκίνσιος, Βονιφάτιος και Ιουλιανός, αντιπρόσωποι του Πάπα Ρώμης στη σύνοδο, ο Δορυλαίου Ευσέβιος και ο Θεοδώρητος Κύρου.
Στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, καθαιρέθηκε ο Ευτυχής και ο Διόσκορος και παράλληλα διατυπώθηκε ο κάτωθι, Όρος:
«Επόμενοι τοίνυν τοις Αγίοις Πατράσιν, ένα και τον αυτόν ομολογείν Υιόν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν συμφώνως άπαντες εκδιδάσκομεν, τέλειον τον αυτόν εν θεότητι και τέλειον τον αυτόν εν ανθρωπότητι, Θεόν αληθώς και άνθρωπον αληθώς τον αυτόν εκ ψυχής λογικής και σώματος, ομοούσιον τω Πατρί κατά την Θεότητα και ομοούσιον ημίν κατά την ανθρωπότητα, κατά πάντα όμοιον ημίν χωρίς αμαρτίας• προ αιώνων μεν εκ του Πατρός γεννηθέντα κατά την Θεότητα, επ’ εσχάτων δε των ημερών τον αυτόν δι’ ημάς και διά την ημετέραν σωτηρίαν εκ Μαρίας της Παρθένου της Θεοτόκου κατά την ανθρωπότητα, ένα και τον αυτόν Χριστόν, Υιόν, Κύριον, Μονογενή, εν δύο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως γνωριζόμενον, ουδαμού της των φύσεων διαφοράς ανηρημένης διά την ένωσιν, σωζομένης δε μάλλον της ιδιότητος εκατέρας φύσεως και εις εν πρόσωπον και μίαν υπόστασιν συντρεχούσης, ουκ εις δύο πρόσωπα μεριζόμενον ή διαιρούμενον, αλλ’ ένα και τον αυτόν Υιόν Μονογενή, Θεόν Λόγον, Κύριον Ιησούν Χριστόν, καθάπερ άνωθεν οι προφήται περί αυτού και αυτός ημάς Ιησούς Χριστός εξεπαίδευσε και το των Πατέρων ημίν παρέδωκε Σύμβολον».
Ακόμη οι Άγιοι και θεοφόροι Πατέρες εξέδωσαν 30 Ιερούς κανόνες οι οποίοι περιέχονται στο Ιερό Πηδάλιο και έχουν να κάνουν με την ορθή διοίκηση της Εκκλησίας μας.
Μετά την υπογραφή του Όρου, οι Θεοφόροι Πατέρες προσφώνησαν εις τον Αυτοκράτορα, μεταξύ άλλων το κάτωθι:
«Διά σου βεβαία η πίστις. Τους αιρετικούς συ εδίωξας. Νεστορίω καί Ευτυχεί ανάθεμα. Ανάθεμα και Διοσκόρω ... Νεστορίω και Ευτυχεί και Διοσκόρω ανάθεμα. Τους αιρετικούς υμείς εξεβάλετε• Νεστορίω και Ευτυχεί και Διοσκόρω ανάθεμα. Η Τριάς τους τρεις καθείλε• η Τριάς τους τρεις εξέβαλε».
Μονοφυσιτισμός είναι η αίρεση που υποστηρίζει ότι οι δύο φύσεις τού Χριστού (Θεία και ανθρώπινη) ενώθηκαν σε μία φύση και συγκεκριμένα η ανθρώπινη φύση απορροφήθηκε από την Θεία φύση. Αυτή η άποψη ανέτρεπε όλη τη διδασκαλία της Εκκλησίας, η οποία υποστηρίζει, ότι διατηρείται η ανθρώπινη φύση στον Χριστό και μετά την ένωσή της με την θεία φύση.
Ο όρος «αίρεση» προέρχεται από το ρήμα αιρέομαι-ούμαι και δηλώνει την επιλογή και προτίμηση μιας επί μέρους πλευράς μιας διδασκαλίας που απολυτοποιείται έναντι της όλης αληθείας. Για τη διδασκαλία της Ορθοδοξίας, αίρεση, είναι η απόκλιση από την καθιερωμένη διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως διατυπώθηκε από τους Αποστόλους, τους Πατέρας της Εκκλησίας, κυρίως στις Τοπικές και τις Οικουμενικές Συνόδους.
Όταν κάποιος υπερτονίζει την θεία φύση σε βάρος της ανθρώπινης φύσεως, περιπίπτει στην αίρεση του μονοφυσιτισμού. Όταν κάποιος άλλος υπερτονίζει την ανθρώπινη φύση σε βάρος της θείας φύσεως και κυρίως σε βάρος της ενότητος των δύο φύσεων, τότε περιπίπτει στην αίρεση του νεστοριανισμού.
Με την γενική ονομασία «Μονοφυσίτες» εννοούμε ένα πλήθος θρησκευτικών ομάδων με μικρές δογματικές διαφορές αναμεταξύ τους. Το μεγαλύτερο λάθος της διδασκαλίας τους- εξ ου και η ονομασία τους- είναι πως ο Χριστός είχε μια φύση, την θεϊκή. Αυτό διότι κατά την ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση- όπως υποστηρίζουν- υπερτέρησε η πρώτη και ούτε λίγο ούτε πολύ «απορρόφησε» την δεύτερη. Αυτήν την αυθαίρετη θεωρία επινόησε ο Αρχιμανδρίτης Ευτυχής τον 5ο αιώνα παρασύροντας μαζί του στην πλάνη πολλούς ακόμη (π.χ. Σεβήρος, Διόσκορος κλπ.). Η 4η Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε αυτήν την αίρεση. Η απόφαση επικυρώθηκε με το γνωστό θαύμα της Αγίας Ευφημίας. Δυστυχώς πολλοί αποκόπηκαν από την Εκκλησία μένοντας, έως τώρα, στην πλάνη και παραδεχόμενοι μόνον τις τρεις (3) πρώτες Συνόδους. Φυσικά όποιος δεν αποδέχεται μέρος τις αληθείας την αρνείται ολόκληρη.
Η αίρεση του μονοφυσιτισμού είναι συνέχεια της μεγάλης αιρέσεως του αρειανισμού, που ισχυριζόταν ότι ο Χριστός είναι κτίσμα και όχι Θεός. Η βάση των πρώτων αυτών αιρέσεων ήταν ότι προσπαθούσαν να ερμηνεύουν με την λογική το Πρόσωπο του Χριστού. Το σημαντικό είναι ότι οι αιρετικοί και όλοι οι ομόφρονές τους θεολόγησαν χρησιμοποιώντας την ελληνική φιλοσοφία και τον στοχασμό, ενώ οι Πατέρες χρησιμοποιούσαν την εμπειρία των Προφητών και των Αποστόλων, όπως διατυπώθηκε μέσα στην Αγία Γραφή, αλλά και όπως επιβεβαιώθηκε από την δική τους πνευματική, εκκλησιαστική εμπειρία. Αυτή είναι η βασική διαφορά μεταξύ των αιρετικών και των Πατέρων. Οι αιρετικοί προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν την σχέση τού Πατρός με τον Λόγο, και την σχέση των δύο φύσεων στον Χριστό, με την χρήση φιλοσοφικών προϋποθέσεων, ενώ οι Πατέρες γνώριζαν από την πείρα τους ότι ο Λόγος είναι Θεός, γιατί κατά την εμφάνισή Του στους Αποστόλους και σε αυτούς τούς ίδιους έλαμπε ως Φώς, όπως ο ήλιος. Έτσι, ο Λόγος έχει την ίδια ουσία και ενέργεια με τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα. Επίσης, η ένωση των δύο φύσεων στο Πρόσωπο τού Χριστού, έγινε «ασυγχύτως», «ατρέπτως», «αδιαιρέτως» και «αχωρίστως».
Η πρώτη Χριστολογική διαφορά μεταξύ των αγίων Πατέρων και των Μονοφυσιτών είναι η φράση του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας: «μία φύσις του Λόγου σεσαρκωμένη». Οι όροι φύση και υπόσταση στην θύραθεν φιλοσοφία ταυτίζονταν εννοιολογικά. Ο όρος υπόσταση προέρχεται από το ρήμα υφεστάναι και δηλώνει την ύπαρξη. Με αυτήν την έννοια, δηλαδή της υπάρξεως, τους χρησιμοποιούσαν οι Αλεξανδρινοί Πατέρες. Οι Καππαδόκες, όμως, Πατέρες διεχώρισαν την φύση από την υπόσταση και ταύτισαν την φύση με την ουσία, και την υπόσταση με το πρόσωπο. Έτσι καθόρισαν την έκφραση «δύο φύσεις, ένα πρόσωπον» στον Χριστό.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει ότι δεν διαπράττουμε σφάλμα με το να λέμε με αυτήν την φράση απόλυτα μία υπόσταση του Θεού Λόγου. Επίσης, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής θεωρεί ότι με την φράση αυτή ο άγιος Κύριλλος ομολογούσε περιφραστικώς τις δύο φύσεις του Χριστού, ήτοι με την λέξη «φύσις» εννοούσε την θεία φύση και με την λέξη «σεσαρκωμένη» εννοούσε την ανθρώπινη φύση.
Επομένως, η φράση αυτή του αγίου Κυρίλλου χρησιμοποιείται και εναντίον του Νεστοριανισμού, με την έννοια «μία φύσις - υπόστασις του Λόγου σεσαρκωμένη», για να αποκλεισθούν τα δύο πρόσωπα - υποστάσεις στον Χριστό, και εναντίον του Μονοφυσιτισμού, με την έννοια της ενώσεως της κοινής φύσεως με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου, χωρίς να συμβεί κράση ή σύγχυση ή φυρμός ή τροπή, αφού όπως γράφει σε επιστολή του προς τον Ιωάννη Αντιοχείας, «μένει γαρ ό εστίν αεί και ουκ ηλλοίωται, ουδ' αν αλλοιωθείη πώποτε και μεταβολής έσται δεκτική», και στην Β΄ επιστολή του προς Νεστόριον γράφει: «εις δε εξ αμφοίν Χριστός και Υιός, ουχ ως της των φύσεων διαφοράς ανηρημένης δια την ένωσιν…».
Οι Μονοφυσίτες όμως την φράση του αγίου Κυρίλλου «μία φύσις του Λόγου σεσαρκωμένη» την ερμήνευσαν σύμφωνα με την δική τους παράδοση, που ταυτίζει εννοιολογικά την φύση με την υπόσταση, εντελώς διαφορετικά από την παράδοση των Καππαδοκών Πατέρων και του αγίου Κυρίλλου. Έτσι οδηγούνται στην μία φύση και τον Μονοφυσιτισμό. Αυτό το απέκρουε ο άγιος Κύριλλος στα κείμενά του. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μαρτυρεί ότι ο Σεβήρος «ταυτόν οίδεν αλλήλαις, όρω τε και λόγω την φύσιν και την υπόστασιν» και μάλιστα «κακούργως ταυτόν είναι λέγει τη φύσει την υπόστασιν…», ο δε άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός τονίζει ότι «τούτό εστι το ποιούν τοις αιρετικοίς την πλάνην, το ταυτόν λέγειν την φύσιν και την υπόστασιν».
Η δεύτερη Χριστολογική διαφοροποίηση μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Μονοφυσιτών, είναι η φράση του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας περί του ότι κατανοείται η φυσική διαφορά των δύο φύσεων στον Χριστό «τη θεωρία μόνη», δηλαδή στον Χριστό υπάρχουν «δύο φύσεις τη θεωρία μόνη». Ο άγιος Κύριλλος χρησιμοποιούσε την φράση αυτή εναντίον του Νεστορίου που υπεστήριζε την πραγματική διαίρεση των δύο φύσεων. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμήνευσαν αυτήν την φράση με την έννοια ότι στον Χριστό ενώθηκαν οι δύο φύσεις «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως», αλλά και των δύο φύσεων –θείας και ανθρώπινης– υπόσταση είναι ο Λόγος, δηλαδή χρησιμοποιήθηκε για να αποκλεισθεί η διαίρεση των δύο φύσεων στον Χριστό. Οπότε μετά την ένωση των δύο φύσεων δεν μπορούν να υφίστανται αυτές οι φύσεις στον Χριστό ως ιδιοϋπόστατες και χωρισμένες φύσεις, δηλαδή δεν υφίστανται χωριστά ως ιδιαίτερες υποστάσεις. Άλλωστε και η προσληφθείσα ανθρώπινη φύση δεν ήταν πριν την πρόσληψη αυθυπόστατη. Έτσι οι δύο φύσεις στον Χριστό, μετά την υποστατική ένωση, δεν υπάρχουν ως ξεχωριστές, ανεξάρτητες μεταξύ τους και αυθυπόστατες, αφού και των δύο φύσεων υπόσταση έγινε ο Λόγος.
Οι Μονοφυσίτες όμως την φράση αυτή την εννοούν με την άποψη ότι μετά την ένωση των δύο φύσεων δεν μπορούμε να μιλούμε για δύο φύσεις, αφού απετέλεσαν μία φύση, γι’ αυτό με την φράση «τη θεωρία μόνη» πρέπει να θεωρείται ότι δεν υφίσταται η ανθρώπινη φύση μετά την ένωση των δύο φύσεων στον Χριστό, αλλά μόνον θεωρητικώς και κατ' επίνοιαν μπορούμε να μιλούμε για δύο φύσεις με ιδιαίτερες ενέργειες.
Επομένως οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούν την φράση «δύο φύσεις τη θεωρία μόνη» με την έννοια ότι οι δύο φύσεις στον Χριστό δεν διακρίνονται ανεξάρτητες μεταξύ τους, λόγω της υποστατικής ενώσεως, ούτε είναι ιδιαίτερες υποστάσεις, ενώ οι Μονοφυσίτες την φράση αυτήν την χρησιμοποιούν με την έννοια ότι δεν υφίσταται η ανθρώπινη φύση στον Χριστό, μετά την ένωση.
Η τρίτη διαφορά στην Χριστολογία μεταξύ των Ορθοδόξων και των Μονοφυσιτών είναι οι εκφράσεις «σύνθετος φύσις” και “σύνθετος υπόστασις». Κατά την ερμηνεία των αγίων Πατέρων μπορούμε να μιλούμε, αναφερόμενοι στον Χριστό, για «σύνθετον υπόστασιν», ότι δηλαδή η υπόσταση του Λόγου είναι η υπόσταση και των δύο φύσεων, ήτοι της θείας και της ανθρώπινης φύσεως. Αυτό σημαίνει ότι διατηρούνται τα ιδιώματα των δύο φύσεων, αλλά και οι δύο φύσεις ενεργούν στην ενιαία υπόσταση του Λόγου, «μετά της θατέρου κοινωνίας». Έτσι οι δύο φύσεις (θεία και ανθρώπινη) είναι ενωμένες μεταξύ τους στην μία σύνθετη υπόσταση.
Οι μονοφυσίτες δεν παραδέχονται τον όρο «σύνθετος υπόστασις» και κάνουν λόγο για «σύνθετον φύσιν», ότι δηλαδή μετά την ένωση των δύο φύσεων αποτελέσθηκε μία φύση. Αυτό δεν μπορεί να γίνει παραδεκτό από ορθοδόξου πλευράς, γιατί όπως υποστήριξαν οι Πατέρες της Εκκλησίας, ιδίως ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο όρος σύνθετος φύση σημαίνει ότι χάνουν τα ιδιώματα οι δύο φύσεις που ενώνονται, γιατί αποτελούν μία τρίτη ενιαία φύση, οπότε ο Χριστός δεν θα ήταν ούτε ομοούσιος με τον Πατέρα, ούτε ομοούσιος με την Μητέρα. Για παράδειγμα, εάν ενώσουμε μερικά είδη, ήτοι το νερό, το αλάτι, το λάδι κλπ. γίνεται μια καινούρια φύση. Γι' αυτό «αδύνατόν εστίν εκ δύο φύσεων μίαν φύσιν σύνθετον γενέσθαι».
Το τέταρτο σημείο διαφοροποίησης μεταξύ χριστολογίας των Ορθοδόξων και των Μονοφυσιτών είναι οι φράσεις «εκ δύο φύσεων» και «εν δύο φύσεσιν». Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως το διατύπωσαν και συνοδικώς, εκφράζουν την αλήθεια ότι στον Χριστό υπάρχουν δύο φύσεις που ενώθηκαν στην υπόσταση του Λόγου, ότι η ένωση έγινε «εκ δύο φύσεων», αλλά συγχρόνως ο Χριστός ενεργεί «εν δύο φύσεσιν», αφού δεν καταργούνται ούτε συμφύρονται τα ιδιώματα κάθε φύσεως μετά την ένωση. Και ακόμη κάθε φύση ενεργεί στην υπόσταση του Λόγου «μετά της θατέρου κοινωνίας».
Οι Μονοφυσίτες δεν αποδέχονται αυτήν την ορθόδοξη διδασκαλία και πιστεύουν ότι καίτοι ο Χριστός αποτελέσθηκε από δύο φύσεις –θεία και ανθρώπινη– εν τούτοις μετά την ένωση υπάρχει μία φύση στον Χριστό. Αυτό ανατρέπει ολόκληρο το Χριστολογικό δόγμα. Η άποψη μερικών Μονοφυσιτών ότι, παρά την ενιαία φύση, δεν αναιρείται η ανθρώπινη φύση μετά την ένωση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, διότι οδηγεί κατ' ευθείαν στον Νεστοριανισμό.
Σε αυτές τις βασικές τέσσερεις φράσεις φαίνεται η διαφορά της Χριστολογίας μεταξύ Ορθόδοξης Εκκλησίας και Μονοφυσιτών. Επειδή οι Μονοφυσίτες δεν μπορούν να παρακάμψουν τις ερμηνείες στις φράσεις αυτές –κλειδιά- γι’ αυτό και δεν επιτυγχάνεται η ένωση μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και Μονοφυσιτών και γι’ αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για το ότι συμφώνησαν οι Ορθόδοξοι με τους Μονοφυσίτες, κατά τον διάλογο, πάνω στο Χριστολογικό δόγμα. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν αλλοίωσαν την «αρχέγονη παράδοση» την οποία κληρονόμησαν, αλλά ζουν οργανικά «συν πάσι τοις αγίοις», εντάσσονται μέσα στην ενότητα των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων.
Η ίδια η Εκκλησία, δια των Πατέρων που φωτίζονται από την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, βιώνουν την εμπειρία της δόξης του Θεού και την διατυπώνουν ανάλογα με τις προκλήσεις της εποχής τους. Οι Πατέρες έζησαν σε μια εποχή που επικρατούσε η ελληνική φιλοσοφία και χρειάσθηκε να χρησιμοποιήσουν την ορολογία της εποχής τους για να αντιμετωπίσουν τους εξελληνισμένους Χριστιανούς. Αν ζούσαν στην σημερινή εποχή θα χρησιμοποιούσαν την ορολογία της εποχής μας για τον άνθρωπο, δηλαδή θα χρησιμοποιούσαν τους βιολογικούς όρους (π. Ιωάννης Ρωμανίδης), όταν βέβαια δεν ανατρέπεται η υπονομεύεται η ορολογία των Οικουμενικών Συνόδων.
Η η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος, εδραίωσε το βίωμα του σώματος των πιστών. Γι’ αυτό η Εκκλησία αποφάσισε να τιμώνται οι Άγιοι Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ως απλανείς διδάσκαλοι, ως μεγάλοι θεολόγοι, ως αστέρες πολύφωτοι του νοητού στερεώματος, ως άνθη του Παραδείσου, ως πάγχρυσα στόματα του Λόγου, καθώς ο υμνωδός παραθέτει και ψάλλουμε, κατά την διάρκεια του Όρθρου στους Ορθόδοξους Ναούς της Εκκλησίας τον «Θεόν αληθώς και άνθρωπον»









Δεν υπάρχουν σχόλια: