ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ - ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΟΙ

Ευρωπαίοι Ορθόδοξοι-Ρωμαιοκαθολικοί: "Η αγορά δεν αποτελεί μία τυφλή και ανώνυμη δύναμη"Γραφείο Ειδήσεων Amen.gr
ποστολή


Συνήλθε το 3o Φόρουμ των Ορθοδόξων Εκκλησιών της Ευρώπης και του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Επισκοπικών Συνελεύσεων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (Council of European Bishops’ Conferences of Roman Catholic Church) στην Λισαβώνα της Πορτογαλίας από 5 έως και 8 Ιουνίου 2012 για να ασχοληθεί με το ζήτημα «Η οικονομική κρίση και η φτώχεια: Προκλήσεις διά την Ευρώπην σήμερον». Την συνάντηση φιλοξένησε εκ μέρους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ο Καρδινάλιος José da Cruz Policarpo, Πατριάρχης της Λισαβώνας.

Την Ορθόδοξη Εκκλησία, κατά την συνάντηση της Λισαβώνας, εκπροσώπησαν ο Μητροπολίτης Σασίμων Γεννάδιος (Ορθόδοξος Συμπρόεδρος) και ο Τριτεύων των Πατριαρχικών Διακόνων Θεόδωρος Μεϊμάρης (Ορθόδοξος Γραμματεύς του Φόρουμ), εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Ηγούμενος Φιλάρετος Bulekov, Αναπληρωτής Πρόεδρος του Τμήματος Εξωτερικών Διεκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας, ο Επίσκοπος Ὲγρας Πορφύριος, εκ του Πατριαρχείου Σερβίας, ο Επίσκοπος Ισπανίας και Πορτογαλίας Τιμόθεος, εκ του Πατριαρχείου Ρουμανίας, ο Μητροπολίτης Κωνσταντίας και Αμμοχώστου Βασίλειος, εκ της Εκκλησίας Κύπρου, ο Αρχιμ. Αθανάσιος Nos, εκ της Εκκλησίας της Πολωνίας, ο Επίσκοπος Κροΐας Αντώνιος, εκ της Εκκλησίας Αλβανίας και ο Μητροπολίτης Μιχαλουπόλεως Γεώργιος, εκ της Εκκλησίας Τσεχίας και Σλοβακίας. Υπό την ιδιότητα του συμβούλου εκλήθησαν οι Επίσκοπος Σινώπης Αθηναγόρας, ο κ.Χρήστος Τσιρώνης, Λέκτορας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και Δρ. Λουκάς Ανδριανός, υπεύθυνος του Ινστιτούτου Θεολογίας και Οικολογίας της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης. Χαιρετισμό προς τους συνέδρους απηύθηνε ο επιχώριος  Μητροπολίτης Ισπανίας και Πορτογαλίας Πολύκαρπος εκ της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αδυναμία να προσέλθουν στην συνάντηση δήλωσαν οι εκπρόσωποι του Πατριαρχείου Γεωργίας Αρχιμ. Abibos Tariadisi και της Εκκλησίας της Ελλάδος Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος.  

Εκ μέρους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας συμμετείχαν ο Καρδινάλιος Péter Erdö, Αρχιεπίσκοπος Βουδαπέστης-Πρόεδρος του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Επισκοπικών Συνελεύσεων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (Ρωμαιοκαθολικός Συμπρόεδρος), οι Αρχιεπίσκοποι Ντιζόν Ronald Minnerath, Μίνσκ Tadeusz Kondrusiewicz και Paolo Pezzi εκ Ρωσίας, οι Επίσκοποι Johan Bonny εκ Βελγίου, Pero Sudar εκ Σαράγιεβο, Franz-Peter Tebartz-van-Elst εκ Βελγίου, Hugh Gilbert εκ Σκωτίας, Mansueto Bianchi εξ Ιταλίας, οι Αιδεσιμ. Duarte da Cunha, Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Επισκοπικών Συνελεύσεων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (Ρωμαιοκαθολικός Γραμματεύς του Φόρουμ), Borys Gudziak εξ Ουκρανίας, Manuel Barrios Prieto εξ Ισπανίας και κ. Manuel Barbosa εκ Πορτογαλίας. Ως εκπρόσωποι του Βατικανού προσήλθαν οι Αιδεσιμ. Bernard Munono Muyembe, εκ του Ποντιφικού Συμβουλίου για την Δικαιοσύνη και την Ειρήνη, και ο Καθ. Bruni Luigino, εκ της Επιτροπής «Congregation for the Doctrine of the Faith». 
 
Οι εργασίες της συνάντησης περιλάμβαναν τέσσερεις θεματικές υποενότητες:

Α) «Αναζητώντας τα αίτια της οικονομικής κρίσεως: α) Το φαινόμενο της φτώχειας σε σχέση προς την κοινωνική δικαιοσύνη», με εισηγήσεις από τους Franz-Peter Tebartz-van-Elst και Χρήστο Τσιρώνη,
Β) «Αναζητώντας τα αίτια της οικονομικής κρίσεως: β) Η εκκοσμίκευση, η παγκοσμιοποίηση και η πνευματική πτωχεία σε σχέση με την παρούσα κρίση», που εισηγήθηκαν οι Paolo Pezzi και Σινώπης Αθηναγόρας,
Γ) «Αναζητώντας λύσεις: αγάπη, βιώσιμη ανάπτυξη, κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη», υποενότητα την οποία ανέπτυξαν οι Hugh Gilbert και Μητροπολίτης Μιχαλουπόλεως Γεώργιος, και 
Δ) «O ρόλος των Εκκλησιών: λόγοι και πράξεις», με εισηγήσεις από τους Ronald Minnerath και Ηγούμενο Φιλάρετο Bulekov. 

Στο κοινό Ανακοινωθέν τονίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής σημεία:

1) Η Ευρώπη σήμερα διέρχεται μία ιδιαίτερως σοβαρή κρίση, με τους πολίτες της να υφίστανται τις επιπτώσεις από την ραγδαίως αυξανόμενη ανεργία και την έλλειψη προοπτικής για το μέλλον. Λαμβανομένης υπόψιν της κατάστασης, οι Εκκλησίες επιθυμούν να στείλουν προς πάσα κατεύθυνση ένα μήνυμα εμπιστοσύνης και ελπίδας προς τους πιστούς και όλους τους πολίτες της Γηραιάς Ηπείρου. Απαραίτητη κρίνεται η επίδειξη εκ μέρους των πιστών της απαραίτητης εμπιστοσύνης προς την Θεία Πρόνοια και προς την δυνατότητα να διορθωθούν τα λάθη του παρελθόντος.

2) Διαμέσου της ιστορίας η Ευρώπη γνωρίζει να προσαρμόζει την πορεία του πεπρωμένου της αντλώντας δύναμη και σοφία απο τις πηγές της Χριστιανικής σκέψης και της ηθικής της Βίβλου, την μοναστική και την πατερική παράδοση και την Κοινωνική Διδασκαλία της Εκκλησίας, που συνιστούν τον αδιαπραγμάτευτο θησαυρό για το σύνολο του ευρωπαϊκού πληθυσμού.

3) Το μήνυμα των Εκκλησιών αφορά τη θέση και το ρόλο του ανθρώπινου προσώπου στην δημιουργία, την κοινωνία και ιδιαιτέρως στην οικονομική ζωή. Οι Χριστιανικές Εκκλησίες διδάσκουν ότι ο άνθρωπος αποκτά την πληρότητά του μόνον όταν ευρίσκεται σε σχέση και κοινωνία προς τον Θεόν. Προς τούτο, ο άνθρωπος καλείται να ανακαλύψει τον συνδετικό κρίκο που τον ενώνει  με τους συνανθρώπους του διά μέσου της κοινωνίας με τον Δημιουργό του.

4) Ως συνέπεια της διαδικασίας της εκκοσμίκευσης, πολλοί Ευρωπαίοι έχουν απομακρυνθεί από τον ουσιώση σύνδεσμο με τον Θεό και προσπαθούν να εύρουν το νόημα της ζωής αποκλειστικά και μόνο σε ενδοκοσμικό επίπεδο. Οι ιδεολογίες του υλισμού και του ευδαιμονισμού διατυπώνουν τις περιοριστικές αντιλήψεις τους περί του ανθρωπίνου βίου στοχεύοντας στην προαγωγή της ιδέας ότι α) η ευτυχία επιτυγχάνεται διά μέσου της συσσώρευσης πλούτου, β) η ελευθερία συνίσταται στην ικανοποίηση όλων ανεξαιρέτως των επιθυμιών και γ) η κοινωνική ζωή επιτυγχάνεται μέσα από την ευθυγράμμιση όλων των ιδιωτικών συμφερόντων.

5) Οι Εκκλησίες παρατηρούν ότι η παρούσα κρίση δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά ανθρωπολογική και πνευματική, καθώς συμπεριλαμβάνει την πολιτιστική και την ηθική σφαίρα, χωρίς βεβαίως να περιορίζεται μόνον στις τελευταίες. Η παρατήρηση αυτή συνάγεται εκ του γεγονότος ότι η δημοσιοοικονομία απέχει πόρρω από την πραγματική οικονομία. Επιπλέον, η οικονομία δεν ευρίσκεται υπό τον έλεγχο της πολιτικής και η πολιτική είναι απομακρυσμένη από την ηθική.

6) Η κοινωνία πρέπει να οργανωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να υπηρετεί τον άνθρωπο, ο οποίος από τη φύση του αποτελεί κοινωνικό ον που ολοκληρώνεται πρωτίστως μέσα στην οικογένεια. Απορρίπτουμε τον ατομικισμό που απομονώνει τα πρόσωπα κρατώντας τα σε απόσταση. Κάθε άνθρωπος έχει τον προορισμό του που ορίζεται σε σχέση προς την απέραντη αγάπη του Θεού και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο χειραγωγήσης ανάλογα με τα συμφέροντα των πλέον ισχυρών της γης. Από την πλευρά τους, οι Χριστιανοί καλούνται να συνεργάζονται με όλους τους συνανθρώπους τους που διακατέχονται από καλή θέληση ώστε να δημιουργήσουν μία πλέον δίκαιη και ανθρώπινη κοινωνία.

7) Εάν οι Ευρωπαίοι επιθυμούν να υπερβούν την κρίση, σε αλληλεγγύη με τον υπόλοιπο κόσμο, τότε θα πρέπει να κατανοήσουν ότι χρειάζεται μία ριζική αλλαγή στον τρόπο ζωής τους. Για τους πιστούς, τούτο σχετίζεται με την επανάκτηση της προσωπικής σχέσης των με τον Τριαδικό Θεό που αποτελεί κοινωνία αγάπης. Μία τέτοια σχέση πρέπει να κινηθεί πέραν από το επίπεδο της ανθρώπινης σοφίας και της υιοθέτησης απλώς και μόνον ηθικών τινών επιταγών. Η κρίση μπορεί να γίνει ευκαιρία για την ανάπτυξη ενός υγιούς αισθήματος επίγνωσης της κατάστασης. Οι Ευρωπαίοι καλούνται να προσδώσουν νόημα στις οικονομικές πράξεις υπό το πρίσμα μίας ολικής και όχι μερικής θεώρησης περί του ανθρώπινου προσώπου και της αξιοπρέπειάς του. Τοποθετώντας το ανθρώπινο πρόσωπο στην θέση που του αρμόζει, υποτάσσοντας την οικονομία στις προτεραιότητες της ανάπτυξης και της αλληλεγγύης, κατευθύνοντας τον πολιτισμό προς την αναζήτηση της αλήθειας, δίνοντας την πρέπουσα θέση στην κοινωνία και την δυνατότητα στους πολίτες να ενεργούν προς επίτευξιν του ευ είναι των συνανθρώπων των, οι Ευρωπαίοι θα δημιουργήσουν τις συνθήκες για την ανάδυση ενός νέου τύπου σχέσεων εν σχέσει προς το χρήμα, την παραγωγή και την κατανάλωση. Τα προαναφερθέντα συνιστούν αυτό που η Χριστιανική ασκητική παράδοση ορίζει μέσα από την πράξη της νηστείας και της κοινωνίας των αγαθών. Οι Εκκλησίες ενθαρρύνουν τους Χριστιανούς να εντείνουν από κοινού την διακονική τους προσφορά τόσο σε τοπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο ώστε να βοηθήσουν όσους διαβιούν σε δύσκολες συνθήκες και να συνεισφέρουν στην ανάπτυξη μίας πιο δίκαιης κοινωνίας.

8) Για την επίτευξη της ως άνω αλλαγής προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην εργασία και την υιοθέτηση πολιτικών που ευνοούν την δημιουργία θέσεων εργασίας. Κάθε άνθρωπος πρέπει να είναι σε θέση να ζήσει με αξιοπρέπεια και να αναπτύξει τις δυνατότητές του μέσα από τον χώρο της εργασίας ευρισκόμενος σε αλληλεγγύη με τους συνανθρώπους του Κάθε μορφή διαφθοράς και καταχρήσεως εξουσίας πρέπει να εξαληφθεί.

9) Η αγορά δεν αποτελεί μία τυφλή και ανώνυμη δύναμη, αλλά τον χώρο όπου χρήσιμα αγαθά και υπηρεσίες ανταλάσσονται με σκοπό την υποστήριξη και προαγωγή της υλικής, κοινωνικής και πνευματικής ανάπτυξης των ανθρώπων. Η αγορά πρέπει να ρυθμίζεται κατά τρόπον που θα επιτρέπει την πλήρη ανάπτυξη του ανθρώπινου προσώπου.

10) Δεν είναι πλέον ανεκτή η κατασπατάληση των φυσικών πόρων και η μόλυνση του περιβάλλοντος που ζούμε, όπως συμβαίνει στις μέρες μας. Η κλήση του ανθρώπου είναι να καταστεί υπηρέτης και όχι εξουσιαστής- κυρίαρχος της κτίσης. Στις μέρες μας χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε το τι οφείλουμε στις επερχόμενες γενεές που δεν πρέπει να κληρονομήσουν ένα υποβαθμισμένο και μη κατοικίσιμο περιβάλλον.

11)  Στον παγκοσμιοποημένο κόσμο που ζούμε, η κινητήρια δύναμη που κυβερνά τις ζωές των ανθρώπων δεν θα πρέπει να είναι ούτε ο αδιόρατος εξαναγκασμός ούτε ο κοινοτικός εγωισμός, αλλά η επιρροή της πολιτικής και η διαφάνεια έναντι των επιλογών των κοινωνικών δυνάμεων που εκπροσωπούν τα διάφορα κράτη.

12) Επιθυμούμε να εκφράσουμε λόγον ενισχύσεως προς τις  κυβερνήσεις των Κρατών και προς όσους τυγχάνουν υπεύθυνοι στους οργανισμούς της Ευρώπης στην προσπάθειά τους να επιτύχουν ένα πλέον δίκαιο δρόμο με σκοπό την υπέρβαση της δημοσιονομικής και οικονομικής κρίσης, με έμφαση στις χώρες που υφίστανται τις πλέον οδυνηρές συνέπειες της παρούσας κρίσης. 
           
Υπενθυμίζεται ότι τό Φόρουμ Διαλόγου ιδρύθηκε το 2007, με την Α΄ Συνάντηση να πραγματοποιείται τό 2008 στο Τορίνο της Ιταλίας με θέμα: «Η Οικογένεια: εν αγαθόν δια την ανθρωπότητα», για να ακολουθήσει η Β' Συνάντηση στη Ρόδο το 2010, με θέμα: «Σχέσεις Εκκλησίας καί Πολιτείας από ιστορικής καί θεολογικής επόψεως». Μάλιστα, ο Πάπας Ρώμης Βενέδικτος ΧVI, δέχθηκε την 23 Νοεμβρίου 2011 σε επίσημη ακρόαση στην αίθουσα «Πάπα Παύλου VI» του Βατικανού την Μικτή Αντιπροσωπεία του Φόρουμ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών υπό την ηγεσία των δύο Συμπροέδρων με σκοπό την επίδοση στον Πάπα του εκδοθέντος βιβλίου με τα πρακτικά του Β’ Φόρουμ.