ΑΡΘΡΑ

CAROUSEL

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε' ΝΗΣΤΕΙΩΝ


(Μάρκου κεφ. ι' στίχοι 32-45)
Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου
Στο Ευαγγέλιο της σημερινής Κυριακής Ε΄ των Νηστειών, ο Χριστός μας προετοιμάζει τους
μαθητές Του, για τα άγια και φρικτά Πάθη Του, λέγοντάς τους ότι «ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και ο Υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται τοις αρχιερεύσι και γραμματεύσι, και κατακρινούσιν Αυτόν θανάτω». Και ενώ εκείνος ομιλεί για το Θείο Πάθος,  δυο εκ των μαθητών ζητούν από τον Χριστό, να τους δώσει δόξα και τιμές. Ο Χριστός όμως τους επισημαίνει την ανθρώπινη αδυναμία τους και τους διδάσκει την άφθαστη οντολογική και αιώνια δόξα, η οποία κατακτάται μέσα από το «ποτήριον» του Σταυρού και της θυσίας. Και ότι για να λάβουν τη δόξα που επιζητούν θα πρέπει, όπως Εκείνος θα δοξαστεί, διά του Σταυρού, έτσι και εκείνοι πρέπει να δοξαστούν, δια του δικού τους σταυρού.
Ο λόγος του Κυρίου είναι αναμφίβολα μια προφητεία. Μια προφητεία του Πάθους του Υιού του Θεού, το οποίο πλησιάζει. «Ήρξατο αυτοίς λέγειν τα μέλλοντα αυτώ συμβαίνειν». Η φράση το «ποτήριον ο εγώ πίνω», ασφαλώς σημαίνει τα πάθη Του με αποκορύφωμα τον Σταυρό, που υπόμεινε για την απολύτρωση του αδαμιαίου γένους, δεχόμενος εκούσια, όχι μόνο τον Σταυρό, αλλά και τον θάνατο, δια την εξάλειψη, βεβαίως, του προπατορικού αμαρτήματος.  Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει, ότι το προπατορικό αμάρτημα συνίσταται στην αμαρτία της προαίρεσης και στην αμαρτία της φύσεως, όπου το πάθημα της ανθρώπινης φύσεως, είναι η οδύνη του θανάτου. Γι’ αυτό ο Κύριος με την ενανθρώπισή Του προσέλαβε την προ της πτώσεως φύση, η οποία ήταν καθαρή και αμόλυντη, άσπιλη και αναμάρτητη.
Προσέρχεται, λοιπόν, ο Κύριος εκουσίως στον θάνατο και στην οδύνη, «ως πρόβατον επί σφαγήν και ως αμνός εναντίον του κείροντος αυτόν αφώνως…», όπου, «εν τη ταπεινώση αυτού   η κρίσις ήρθη» (Ησ. νγʼ 7). Είναι γεγονός ότι το «εκουσίως» και το «αφώνως» προσέφεραν τη λύτρωση της ανθρώπινης φύσης, από την αμαρτία, Ενώ, το πικρό «ποτήριον» του Χριστού, έγινε για μας εύγευστο λυτρωτικό ξεδίψασμα. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο ο Χριστός «επειράσθη ίνα νικήσωμεν, ητιμάσθη ίνα δοξασθή, απέθανεν ίνα σώση».
Το «ποτήριον» του Κυρίου το παρέλαβε, ως παρακαταθήκη η Αποστολική Εκκλησία, η οποία αποτελεί το μυστικό Σώμα του Χριστού. «Το πάθος του Χριστού καθίσταται πλέον και πάθος της Εκκλησίας, καθώς και η ανάστασή Του είναι συνανάσταση όλου του πληρώματος των πιστών». Δηλαδή η Εκκλησία είναι εσταυρωμένη και ως εκ τούτου είναι και αναστημένη. Αυτό είναι το κριτήριο της αυθεντικότητάς της και της αγιότητάς της, επειδή συνδέεται, οργανικά και οντολογικά με τον Εσταυρωμένο και Αναστημένο Χριστό, διότι ο Χριστός είναι η κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας, η οποία ως μέλη αυτού υπαρξιακού σώματος έχει όλους τους βαπτισμένους, εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, χριστιανούς.
Έτσι, κάθε τι που ισχύει για την Εκκλησία, ισχύει και για τα πραγματικά μέλη της, δηλαδή όλους εμάς τους βαπτισμένους Χριστιανοί, με κλίμακα μέτρησης την αυθεντικότητα της εκκλησιαστικής μας συνείδησης. Δηλαδή τη βίωση του Μυστηρίου του Σταυρού και τη συμμετοχή μας στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Έτσι οι Χριστιανοί συνδέονται με το «ποτήριον». «Ποτήριον» ή «Σταυρός» δεν σημαίνουν απλά τις δυσκολίες  της ζωής, ή τις κακουχίες, τη φτώχεια, τη δυσπραγία που αντιμετωπίζουμε, ιδιαίτερα αυτόν τον καιρό. Όντως είναι και αυτά ένας σταυρός. Πραγματικός, όμως, «Σταυρός» και «Ποτήριον» είναι ο διαρκής αγώνας για την απαλλαγή μας από την εσωτερική τυραννία των παθών, για τη μετάπλαση και ανάπλαση του είναι μας και της ύπαρξής μας ολόκληρης, ώστε όλες μας οι δυνάμεις και όλες μας οι αισθήσεις, τελικά, να καταλήξουν στο να υπακούουν στο θέλημα του Θεού. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος διδάσκει ότι, η οδός του Θεού είναι σταυρική, διότι λέγει ότι «Ουδείς γαρ τω Ουρανώ ανήλθε μετά ανέσεως».
Ασφαλώς υπάρχουν πολλών ειδών σταυρικής πορείας. Μια εξ’ αυτών είναι η αγάπη προς τον πλησίον, καθότι  η αγάπη είναι η αυθυπέρβαση του «εγώ» και του εγωκεντρισμού μας. Μια άλλη πορεία σταυρική είναι η συνεχής μαρτυρία μας, υπέρ της Πίστεως. Οι άγιοι και ιδιαίτερα οι μάρτυρες της Εκκλησίας μας, επειδή βίωσαν την πίστη και γνώρισαν την αξία της, δέχθηκαν τον εκούσιο θάνατο,  παρά να την βεβηλώσουν ή να την αρνηθούν.
Για τέτοιου είδους «ποτήριον» εννοούσε ο Χριστός, μιλώντας στους μαθητές του, οι οποίοι ακόμα δεν είχαν δεχτεί τον Φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν ακόμα τους λόγους του Θεανθρώπου Διδασκάλου τους. Γι’ αυτό και φιλονικούσαν. Φιλονικούσαν για τις πρωτοκαθεδρίες και «ήρξαντο αγανακτείν» τόσον, που ο Χριστός τους είπε: «Ουκ οίδατε τι αιτείσθαι. Ος εάν θέλει υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων διάκονος». Αυτό  αποτελεί πια το νέο ήθος και το νέο φρόνημα ή τη νέα αντιληπτική πορεία της Εκκλησίας και φυσικά των μελών της, τα οποία πρέπει να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Κυρίου, ο οποίος κήρυξε ότι «ουκ ήλθον διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι».
Ο καθηγητής Γεώργιος Πατρώνος γράφει μεταξύ άλλων: «Ο λόγος αυτός περί του Υιού του Ανθρώπου ήταν αναπάντεχος για τους μαθητές και ακροατές του Ιησού. Ποτέ στην παράδοσή τους δεν ανέμεναν ένα ανίσχυρο και αδύναμο Μεσσία. Έναν Μεσσία που δεν ασκεί εξουσία, αλλά θα συντριβεί από τις δυνάμεις του κόσμου τούτου. Για την παράδοσή τους τη θρησκευτική, που εξέφραζε ελπίδες και πόθους ιστορικούς και εθνικούς αιώνων, ο Μεσσίας θα είναι δαβίδειος ή ααρωνικός, που θα ασκήσει εξουσία βασιλική και ιερατική κατά ένα τρόπο δυναμικό και απόλυτο και θα συντρίψει τις αντίθεες και αντιεξουσιαστικές δυνάμεις του κακού. Σ' αυτή την ιουδαϊκή παράδοση μεσσιανολογίας δεν μπορεί να υπάρξει αντίλογος. Κάθε άλλη αντίληψη και κίνηση πρέπει να συντριβεί. Μέσα στα πλαίσια αυτά μπορούμε να αντιληφθούμε και να ερμηνεύσουμε την κίνηση δύο από των μαθητών του Κυρίου, του Ιακώβου και του Ιωάννου, οι οποίοι είτε απευθείας οι ίδιοι είτε με την παρέμβαση της μητέρας τους, κατά την παράδοση του Ευαγγελιστή Ματθαίου, ζητούν από τον Διδάσκαλό τους, όταν ανέβει στην εξουσία να τους μνησθεί και να τους τοποθετήσει «εκ δεξιών και εξ ευωνύμων» του θρόνου του. Νόμισαν ότι πορευόμενοι προς τα Ιεροσόλυμα ουσιαστικά ανεβαίνουν στο θρόνο του Δαβίδ. Το βαθύτερο και ουσιωδέστερο μεσσιανολογικό μήνυμα του λόγου του Ιησού χάθηκε, αφού δεν εξέφραζε τις δίκες τους επιθυμίες, τις αντιλήψεις και τις προσδοκίες τους.»
Και καταλήγει ο Ελλογιμώτατος καθηγητής κ. Γεώργιος Πατρώνος: «Το μήνυμα, όμως, του Ιησού ευτυχώς σώθηκε. Έγινε έργο ευαγγελισμού για την ανθρωπότητα μέχρι και σήμερα. Κατά συνέπεια, θα λέγαμε, πως η διακονία πλέον πρέπει να θεωρείται δομικό στοιχείο της εκκλησιαστικής εξουσίας. Η Εκκλησία δεν ασκεί εξουσία. Διακονεί το λαό και τον κόσμο σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις μορφές της ζωής. Ο διάκονος και η διακονία δεν αποτελούν απλά τον πρώτο βαθμό ιεροσύνης. Συνιστά την ουσία όλης της Ιεραρχικής κλίμακας. Ιερουργώ σημαίνει διακονώ ταπεινά το λαό και καθαγιάζω τον κόσμο. Σημαίνει, πάνω από όλα, θυσιάζομαι στο βωμό του Θεού, προς χάριν των ανθρώπων.
Πρακτικά αυτό σημαίνει, πως δεν διεκδικώ μια θέση εκ δεξιών και εξ ευωνύμων σε κάποια εξουσία, αλλά συντάσσομαι με τη θυσιαστική πορεία του Κυρίου και γίνομαι μιμητής των παθών του. Αυτό το νόημα έχει και η επιλογή της ευαγγελικής αυτής περικοπής προ της Εβδομάδας των Παθών. Ο Υιός του Ανθρώπου «ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι». Αυτό δεν μπορεί να είναι θεολογικό ή φιλολογικό ρεφρέν του λόγου μας και των κηρυγμάτων μας.  Είναι ανάγκη να γίνει αξίωμα ζωής και αξίωμα εκκλησιαστικής διακονίας.
Ακόμη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, ότι η διακονία του Ιησού Χριστού διασφαλίζει και κατοχυρώνει την εκκλησιαστική εξουσία. Αντίθετα, θα λέγαμε, ότι κάθε εκκλησιαστικό λειτούργημα το γυμνώνει από την οποιαδήποτε έννοια εξουσίας και το παρωθεί προς την απλή και ταπεινή διακονία. Είμαστε λοιπόν, όλοι διάκονοι και ως διάκονοι πρέπει να λειτουργούμε και να ενεργούμε. Η διακονία θα είναι το μόνο κριτήριο ποιότητας των έργων μας και των δραστηριοτήτων μας. Μια διακονία, μάλιστα, που πολλές φορές μπορεί να φτάσει και στα έσχατα όρια «δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών».
Αυτό, λοιπόν, πρέπει να το προσέξουμε όλοι μας, όλα τα μέλη της Εκκλησίας, είναι ότι έχουμε εντολή και καθήκον να διακονούμε τους άλλους, γιατί, έτσι θα βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον. Στην Εκκλησία ισχυρός δεν είναι όποιος έχει κάποια ξεχωριστή θέση, αλλά ο ταπεινός. Αυτός που αποδέχεται ευχάριστα να «πάντων διάκονος», και ας είναι, ακόμα και παραγκωνισμένος, από το εξουσιαστικό σύστημα των άλλων, διότι αυτόν τελικά τιμά και ευλογεί ο Θεός και θα τον δοξάσει την ώρα της κρίσεως και θα του δώσει τότε τη θέση του στην αιώνια Βασιλεία Του.
Αγαπητοί μου!
Προσεγγίζοντας το Θείο Πάθος Του Κυρίου μας, για άλλη μια φορά, ας ετοιμαστούμε κατάλληλα για να συνοδοιπορήσουμε μαζί Του και να Τον ακολουθήσουμε στη σταυρική Του θυσία. Μια συνοδοιπορία που θα μας καταξιώσει να Τον συναντήσουμε Αναστημένο. Σ΄ αυτή την πορεία προβάλλει, ως φωτεινό παράδειγμα, εκτός από τον Χριστό και η ζωή της  Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας,, που η Εκκλησία σήμερα τιμά και η οποία με τη μετάνοια και την μεταστροφή της στο θέλημα του Θεού, αποτελεί οδοδείκτη και για τον προσωπικό μας επίγειο βίο και την προσωπική μας μεταστροφή στη μετάνοια.